ك
إصحاح
G3755
G3756. ou
G3757
المعنى المختصر للكلمة
ou: the absolute negative (compare ) adverb
اللفظ الأصلي οὐ
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق ou (oo)
تكرار الورود في الكتاب 1412 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1 the absolute negative (compare ) adverb
2 no or not
الإنجليزية — KJV Translation Tags
+ long nay neither never no (X man) none (can-)not + nothing + special un(-worthy) when + without + yet but

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

οὐκ (564×) οὐ (485×) καὶ ; οὐκ (123×) οὐχ (80×) καὶ ; οὐ (55×) καὶ ; οὐχ (16×) Οὐ (14×) Οὐκ (7×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (1412 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 25: 43 Mat.25.43
كُنْتُ غَرِيبًا فَلَمْ تَأْوُونِي. عُرْيَانًا فَلَمْ تَكْسُونِي. مَرِيضًا وَمَحْبُوسًا فَلَمْ تَزُورُونِي.
ἤμην ξένος καὶ ; οὐ συνηγάγετέ ; με, γυμνὸς καὶ ; οὐ περιεβάλετέ ; με, ἀσθενὴς καὶ ; ἐν ; φυλακῇ καὶ ; οὐκ ἐπεσκέψασθέ ; με.¶
متى 25: 44 Mat.25.44
حِينَئِذٍ يُجِيبُونَهُ هُمْ أَيْضًا قَائِلِينَ: يَا رَبُّ، مَتَى رَأَيْنَاكَ جَائِعًا أَوْ عَطْشَانًا أَوْ غَرِيبًا أَوْ عُرْيَانًا أَوْ مَرِيضًا أَوْ مَحْبُوسًا وَلَمْ نَخْدِمْكَ.
Τότε ἀποκριθήσονται ; αὐτῷ αὐτοὶ καὶ λέγοντες· κύριε, πότε σε ; εἴδομεν πεινῶντα ἢ διψῶντα ἢ ξένον ἢ γυμνὸν ἢ ἀσθενῆ ἢ ἐν ; φυλακῇ καὶ ; οὐ διηκονήσαμέν ; σοι;¶
متى 25: 45 Mat.25.45
فَيُجِيبُهُمْ قِائِلاً: الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: بِمَا أَنَّكُمْ لَمْ تَفْعَلُوهُ بِأَحَدِ هؤُلاَءِ الأَصَاغِرِ، فَبِي لَمْ تَفْعَلُوا.
Τότε ; ἀποκριθήσεται ; αὐτοῖς λέγων· ἀμὴν λέγω ὑμῖν· ἐφ᾽ ; ὅσον οὐκ ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ; ἐλαχίστων, ἐμοὶ οὐδὲ ἐποιήσατε.
متى 26: 11 Mat.26.11
لأَنَّ الْفُقَرَاءَ مَعَكُمْ فِي كُلِّ حِينٍ، وَأَمَّا أَنَا فَلَسْتُ مَعَكُمْ فِي كُلِّ حِينٍ.
γὰρ πτωχοὺς ; τοὺς μεθ᾽ ; ἑαυτῶν, πάντοτε δὲ ἐμὲ οὐ ἔχετε. πάντοτε
متى 26: 24 Mat.26.24
إِنَّ ابْنَ الإِنْسَانِ مَاضٍ كَمَا هُوَ مَكْتُوبٌ عَنْهُ، وَلكِنْ وَيْلٌ لِذلِكَ الرَّجُلِ الَّذِي بِهِ يُسَلَّمُ ابْنُ الإِنْسَانِ. كَانَ خَيْرًا لِذلِكَ الرَّجُلِ لَوْ لَمْ يُولَدْ..
μὲν ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου ὑπάγει καθὼς γέγραπται περὶ ; αὐτοῦ, δὲ οὐαὶ τῷ ; ἐκείνῳ ἀνθρώπῳ οὗ δι᾽ παραδίδοται· ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου ἦν ; αὐτῷ καλὸν ἐκεῖνος. ὁ ; ἄνθρωπος εἰ οὐκ ἐγεννήθη
متى 26: 39 Mat.26.39
ثُمَّ تَقَدَّمَ قَلِيلاً وَخَرَّ عَلَى وَجْهِهِ، يُصَلِّي قَائِلاً: يَا أَبَتَاهُ، إِنْ أَمْكَنَ فَلْتَعْبُرْ عَنِّي هذِهِ الْكَأْسُ، وَلكِنْ لَيْسَ كَمَا أُرِيدُ أَنَا بَلْ كَمَا تُرِيدُ أَنْتَ.
Καὶ προελθὼν μικρὸν ἔπεσεν ἐπὶ πρόσωπον ; αὐτοῦ προσευχόμενος καὶ ; λέγων· πάτερ ; μου, εἰ δυνατόν ; ἐστιν, παρελθάτω ἀπ᾽ ; ἐμοῦ τοῦτο· τὸ ; ποτήριον πλὴν οὐχ ὡς θέλω ἐγὼ ἀλλ᾽ ὡς σύ.
متى 26: 40 Mat.26.40
ثُمَّ جَاءَ إِلَى التَّلاَمِيذِ فَوَجَدَهُمْ نِيَامًا، فَقَالَ لِبُطْرُسَ: أَهكَذَا مَا قَدَرْتُمْ أَنْ تَسْهَرُوا مَعِي سَاعَةً وَاحِدَةً.
καὶ ἔρχεται πρὸς τοὺς ; μαθητὰς καὶ ; εὑρίσκει ; αὐτοὺς καθεύδοντας καὶ ; λέγει τῷ ; Πέτρῳ· οὕτως οὐκ ἰσχύσατε γρηγορῆσαι μετ᾽ ; ἐμοῦ; ὥραν μίαν
متى 26: 42 Mat.26.42
فَمَضَى أَيْضًا ثَانِيَةً وَصَلَّى قَائِلاً: يَا أَبَتَاهُ، إِنْ لَمْ يُمْكِنْ أَنْ تَعْبُرَ عَنِّي هذِهِ الْكَأْسُ إِلاَّ أَنْ أَشْرَبَهَا، فَلْتَكُنْ مَشِيئَتُكَ.
ἀπελθὼν ; ἐκ Πάλιν δευτέρου προσηύξατο λέγων· πάτερ ; μου, εἰ οὐ δύναται παρελθεῖν ἀπ᾽ ; ἐμοῦ τοῦτο τὸ ; ποτήριον ἐὰν ; μὴ αὐτὸ ; πίω, γενηθήτω τὸ ; θέλημά ; σου.
متى 26: 53 Mat.26.53
أَتَظُنُّ أَنِّي لاَ أَسْتَطِيعُ الآنَ أَنْ أَطْلُبَ إِلَى أَبِي فَيُقَدِّمَ لِي أَكْثَرَ مِنِ اثْنَيْ عَشَرَ جَيْشًا مِنَ الْمَلاَئِكَةِ.
ἢ ; δοκεῖς ὅτι οὐ δύναμαι ἄρτι παρακαλέσαι τὸν ; πατέρα ; μου, καὶ ; παραστήσει μοι πλείους ἢ δώδεκα λεγεῶνας ἀγγέλων;
متى 26: 55 Mat.26.55
فِي تِلْكَ السَّاعَةِ قَالَ يَسُوعُ لِلْجُمُوعِ: كَأَنَّهُ عَلَى لِصٍّ خَرَجْتُمْ بِسُيُوفٍ وَعِصِيٍّ لِتَأْخُذُونِي. كُلَّ يَوْمٍ كُنْتُ أَجْلِسُ مَعَكُمْ أُعَلِّمُ فِي الْهَيْكَلِ وَلَمْ تُمْسِكُونِي.
Ἐν ἐκείνῃ τῇ ; ὥρᾳ εἶπεν ὁ ; Ἰησοῦς τοῖς ; ὄχλοις· ὡς ἐπὶ λῃστὴν ἐξήλθατε μετὰ ; μαχαιρῶν καὶ ; ξύλων συλλαβεῖν ; με; καθ᾽ ἡμέραν ἐκαθεζόμην πρὸς ; ὑμᾶς διδάσκων, ἐν τῷ ; ἱερῷ καὶ ; οὐκ ἐκρατήσατέ ; με.
متى 26: 60 Mat.26.60
فَلَمْ يَجِدُوا. وَمَعَ أَنَّهُ جَاءَ شُهُودُ زُورٍ كَثِيرُونَ، لَمْ يَجِدُوا. وَلكِنْ أَخِيرًا تَقَدَّمَ شَاهِدَا زُورٍ
καὶ ; οὐχ εὗρον καὶ ; προσελθόντων ψευδομαρτύρων πολλῶν οὐχ εὗρον. δὲ ὕστερον προσελθόντες δύο ; ψευδομάρτυρες
متى 26: 60 Mat.26.60
فَلَمْ يَجِدُوا. وَمَعَ أَنَّهُ جَاءَ شُهُودُ زُورٍ كَثِيرُونَ، لَمْ يَجِدُوا. وَلكِنْ أَخِيرًا تَقَدَّمَ شَاهِدَا زُورٍ
καὶ ; οὐχ εὗρον καὶ ; προσελθόντων ψευδομαρτύρων πολλῶν οὐχ εὗρον. δὲ ὕστερον προσελθόντες δύο ; ψευδομάρτυρες
متى 26: 70 Mat.26.70
فَأَنْكَرَ قُدَّامَ الْجَمِيعِ قَائِلاً: لَسْتُ أَدْرِي مَا تَقُولِينَ.
ὁ ; δὲ ; ἠρνήσατο ἔμπροσθεν αὐτῶν ; πάντων λέγων· οὐκ οἶδα τί λέγεις.
متى 26: 72 Mat.26.72
فَأَنْكَرَ أَيْضًا بِقَسَمٍ: إِنِّي لَسْتُ أَعْرِفُ الرَّجُلَ.
καὶ ; ἠρνήσατο πάλιν μετὰ ; ὅρκου ὅτι ; οὐκ οἶδα τὸν ; ἄνθρωπον.
متى 26: 74 Mat.26.74
فَابْتَدَأَ حِينَئِذٍ يَلْعَنُ وَيَحْلِفُ: إِنِّي لاَ أَعْرِفُ الرَّجُلَ. وَلِلْوَقْتِ صَاحَ الدِّيكُ.
ἤρξατο τότε καταθεματίζειν καὶ ; ὀμνύειν ὅτι οὐκ οἶδα τὸν ; ἄνθρωπον. καὶ ; εὐθέως ἐφώνησεν. ἀλέκτωρ
فَأَخَذَ رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ الْفِضَّةَ وَقَالُوا: لاَ يَحِلُّ أَنْ نُلْقِيَهَا فِي الْخِزَانَةِ لأَنَّهَا ثَمَنُ دَمٍ.
δὲ ; λαβόντες Οἱ ; ἀρχιερεῖς τὰ ; ἀργύρια εἶπαν· οὐκ ἔξεστιν βαλεῖν ; αὐτὰ εἰς τὸν ; κορβανᾶν ἐπεὶ ; ἐστιν.¶ τιμὴ αἵματός
متى 27: 13 Mat.27.13
فَقَالَ لَهُ بِيلاَطُسُ: أَمَا تَسْمَعُ كَمْ يَشْهَدُونَ عَلَيْكَ.
Τότε ; λέγει αὐτῷ ὁ ; Πιλᾶτος· οὐκ ἀκούεις πόσα καταμαρτυροῦσιν; σου
متى 27: 14 Mat.27.14
فَلَمْ يُجِبْهُ وَلاَ عَنْ كَلِمَةٍ وَاحِدَةٍ، حَتَّى تَعَجَّبَ الْوَالِي جِدًّا.
καὶ ; οὐκ ἀπεκρίθη ; αὐτῷ πρὸς ; οὐδὲ ῥῆμα ἓν ὥστε θαυμάζειν τὸν ; ἡγεμόνα λίαν.¶
متى 27: 34 Mat.27.34
أَعْطَوْهُ خَّلاً مَمْزُوجًا بِمَرَارَةٍ لِيَشْرَبَ. وَلَمَّا ذَاقَ لَمْ يُرِدْ أَنْ يَشْرَبَ.
ἔδωκαν ; αὐτῷ ὄξος μεμιγμένον, μετὰ ; χολῆς πιεῖν καὶ γευσάμενος οὐκ ἤθελεν πιεῖν.
متى 27: 42 Mat.27.42
خَلَّصَ آخَرِينَ وَأَمَّا نَفْسُهُ فَمَا يَقْدِرُ أَنْ يُخَلِّصَهَا. إِنْ كَانَ هُوَ مَلِكَ إِسْرَائِيلَ فَلْيَنْزِلِ الآنَ عَنِ الصَّلِيب فَنُؤْمِنَ بِهِ.
ἔσωσεν, ἄλλους ἑαυτὸν οὐ δύναται σῶσαι. εἰ ἐστιν, βασιλεὺς Ἰσραήλ καταβάτω νῦν ἀπὸ τοῦ ; σταυροῦ, καὶ ; πιστεύσομεν ἐπ᾽ ; αὐτῷ
لَيْسَ هُوَ ههُنَا، لأَنَّهُ قَامَ كَمَا قَالَ. هَلُمَّا انْظُرَا الْمَوْضِعَ الَّذِي كَانَ الرَّبُّ مُضْطَجِعًا فِيهِ.
οὐκ ἔστιν ὧδε· γὰρ ἠγέρθη καθὼς εἶπεν. δεῦτε ἴδετε τὸν ; τόπον ὅπου ὁ ; κύριος. ἔκειτο
وَكَانَ يَكْرِزُ قَائِلاً: يَأْتِي بَعْدِي مَنْ هُوَ أَقْوَى مِنِّي، الَّذِي لَسْتُ أَهْلاً أَنْ أَنْحَنِيَ وَأَحُلَّ سُيُورَ حِذَائِهِ.
καὶ ; ἐκήρυσσεν λέγων· ἔρχεται ὀπίσω ; μου, ὁ ἰσχυρότερός μου οὗ οὐκ εἰμὶ ; ἱκανὸς κύψας λῦσαι τὸν ; ἱμάντα τῶν ; ὑποδημάτων
فَبُهِتُوا مِنْ تَعْلِيمِهِ لأَنَّهُ كَانَ يُعَلِّمُهُمْ كَمَنْ لَهُ سُلْطَانٌ وَلَيْسَ كَالْكَتَبَةِ.
καὶ ; ἐξεπλήσσοντο ἐπὶ τῇ ; διδαχῇ ; αὐτοῦ· γὰρ ἦν αὐτοὺς ; διδάσκων ὡς ἔχων ἐξουσίαν καὶ ; οὐχ ὡς ; οἱ ; γραμματεῖς.¶
فَشَفَى كَثِيرِينَ كَانُوا مَرْضَى بِأَمْرَاضٍ مُخْتَلِفَةٍ، وَأَخْرَجَ شَيَاطِينَ كَثِيرَةً، وَلَمْ يَدَعِ الشَّيَاطِينَ يَتَكَلَّمُونَ لأَنَّهُمْ عَرَفُوهُ.
καὶ ; ἐθεράπευσεν πολλοὺς ἔχοντας κακῶς νόσοις ποικίλαις καὶ ; ἐξέβαλεν δαιμόνια πολλὰ καὶ ; οὐκ ἤφιεν τὰ ; δαιμόνια λαλεῖν ὅτι ᾔδεισαν ; αὐτόν
فَلَمَّا سَمِعَ يَسُوعُ قَالَ لَهُمْ: لاَ يَحْتَاجُ الأَصِحَّاءُ إِلَى طَبِيبٍ بَلِ الْمَرْضَى. لَمْ آتِ لأَدْعُوَ أَبْرَارًا بَلْ خُطَاةً إِلَى التَّوْبَةِ.
Καὶ ἀκούσας ὁ ; Ἰησοῦς λέγει αὐτοῖς· οὐ χρείαν ; ἔχουσιν οἱ ; ἰσχύοντες ἰατροῦ ἀλλ᾽ οἱ ; κακῶς ; ἔχοντες· οὐκ ἦλθον καλέσαι δικαίους ἀλλ᾽ ἁμαρτωλούς εἰς μετάνοιαν.¶
فَلَمَّا سَمِعَ يَسُوعُ قَالَ لَهُمْ: لاَ يَحْتَاجُ الأَصِحَّاءُ إِلَى طَبِيبٍ بَلِ الْمَرْضَى. لَمْ آتِ لأَدْعُوَ أَبْرَارًا بَلْ خُطَاةً إِلَى التَّوْبَةِ.
Καὶ ἀκούσας ὁ ; Ἰησοῦς λέγει αὐτοῖς· οὐ χρείαν ; ἔχουσιν οἱ ; ἰσχύοντες ἰατροῦ ἀλλ᾽ οἱ ; κακῶς ; ἔχοντες· οὐκ ἦλθον καλέσαι δικαίους ἀλλ᾽ ἁμαρτωλούς εἰς μετάνοιαν.¶
وَكَانَ تَلاَمِيذُ يُوحَنَّا وَالْفَرِّيسِيِّينَ يَصُومُونَ، فَجَاءُوا وَقَالُوا لَهُ: لِمَاذَا يَصُومُ تَلاَمِيذُ يُوحَنَّا وَالْفَرِّيسِيِّينَ، وَأَمَّا تَلاَمِيذُكَ فَلاَ يَصُومُونَ.
Καὶ ; ἦσαν οἱ ; μαθηταὶ Ἰωάννου καὶ ; οἱ ; τῶν ; Φαρισαίων νηστεύοντες καὶ ; ἔρχονται καὶ ; λέγουσιν αὐτῷ· διὰ ; τί νηστεύουσιν, μαθηταὶ Ἰωάννου καὶ ; οἱ ; Φαρισαίων ; τῶν δὲ σοὶ ; μαθηταὶ οὐ νηστεύουσιν;¶
فَقَالَ لَهُمْ يَسُوعُ: هَلْ يَسْتَطِيعُ بَنُو الْعُرْسِ أَنْ يَصُومُوا وَالْعَرِيسُ مَعَهُمْ. مَا دَامَ الْعَرِيسُ مَعَهُمْ لاَ يَسْتَطِيعُونَ أَنْ يَصُومُوا.
Καὶ ; εἶπεν αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· μὴ ; δύνανται οἱ ; υἱοὶ τοῦ ; νυμφῶνος νηστεύειν; ἐν ; ᾧ ; ὁ ; νυμφίος μετ᾽ ; αὐτῶν ὅσον ; χρόνον τὸν ; νυμφίον ἔχουσιν ; μετ᾽ ; ἑαυτῶν οὐ δύνανται νηστεύειν.
فَقَالَ لَهُ الْفَرِّيسِيُّونَ: انْظُرْ. لِمَاذَا يَفْعَلُونَ فِي السَّبْتِ مَا لاَ يَحِلُّ.
καὶ ; ἔλεγον αὐτῷ· οἱ ; Φαρισαῖοι ἴδε τί ποιοῦσιν ἐν τοῖς ; σάββασιν ὃ οὐκ ἔξεστιν;¶
كَيْفَ دَخَلَ بَيْتَ اللهِ فِي أَيَّامِ أَبِيَأَثَارَ رَئِيسِ الْكَهَنَةِ، وَأَكَلَ خُبْزَ التَّقْدِمَةِ الَّذِي لاَ يَحِلُّ أَكْلُهُ إِلاَّ لِلْكَهَنَةِ، وَأَعْطَى الَّذِينَ كَانُوا مَعَهُ أَيْضًا.
πῶς εἰσῆλθεν εἰς ; τὸν ; οἶκον τοῦ ; θεοῦ ἐπὶ Ἀβιαθὰρ τοῦ ; ἀρχιερέως καὶ ; ἔφαγεν τοὺς ; ἄρτους τῆς ; προθέσεως οὓς οὐκ ἔξεστιν φαγεῖν εἰ ; μὴ τοῖς; ἱερεῦσιν καὶ ; ἔδωκεν τοῖς οὖσιν; σὺν ; αὐτῷ καὶ