ك
إصحاح
G3497
G3498. nekrós
G3499
المعنى المختصر للكلمة
nekrós: dead (literally or figuratively
اللفظ الأصلي νεκρός
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق nekrós (nek-ros)
تكرار الورود في الكتاب 126 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

from an apparently primary (a corpse);

المعنى والشرح المفصل
1 dead (literally or figuratively
2 also as noun)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
dead

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

νεκρῶν (38×) νεκρῶν, (12×) τῶν ; νεκρῶν (6×) τοὺς ; νεκροὺς (6×) νεκροὶ (6×) νεκρὸς (5×) τῶν ; νεκρῶν, (4×) νεκρῶν. (4×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (126 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَأَمَّا أَنَّ الْمَوْتَى يَقُومُونَ، فَقَدْ دَلَّ عَلَيْهِ مُوسَى أَيْضًا فِي أَمْرِ الْعُلَّيْقَةِ كَمَا يَقُولُ: اَلرَّبُّ إِلهُ إِبْرَاهِيمَ وَإِلهُ إِسْحَاقَ وَإِلهُ يَعْقُوبَ.
δὲ ὅτι οἱ ; νεκροί, ἐγείρονται ἐμήνυσεν Μωϋσῆς καὶ ἐπὶ τῆς ; βάτου ὡς λέγει κύριον τὸν ; θεὸν Ἀβραὰμ καὶ ; τὸν ; θεὸν Ἰσαὰκ καὶ ; τὸν ; θεὸν Ἰακώβ.
وَلَيْسَ هُوَ إِلهَ أَمْوَاتٍ بَلْ إِلهُ أَحْيَاءٍ، لأَنَّ الْجَمِيعَ عِنْدَهُ أَحْيَاءٌ.
δὲ ; οὐκ ἔστιν θεὸς νεκρῶν ἀλλὰ ζώντων· γὰρ πάντες αὐτῷ ζῶσιν.¶
وَإِذْ كُنَّ خَائِفَاتٍ وَمُنَكِّسَاتٍ وُجُوهَهُنَّ إِلَى الأَرْضِ، قَالاَ لَهُنَّ: لِمَاذَا تَطْلُبْنَ الْحَيَّ بَيْنَ الأَمْوَاتِ.
δὲ γενομένων ; αὐτῶν ἐμφόβων καὶ ; κλινουσῶν τὸ; πρόσωπον εἰς τὴν ; γῆν εἶπαν πρὸς ; αὐτάς· τί ζητεῖτε τὸν ; ζῶντα μετὰ τῶν ; νεκρῶν;
وَقَالَ لَهُمْ: هكَذَا هُوَ مَكْتُوبٌ، وَهكَذَا كَانَ يَنْبَغِي أَنَّ الْمَسِيحَ يَتَأَلَّمُ وَيَقُومُ مِنَ الأَمْوَاتِ فِي الْيَوْمِ الثَّالِثِ،
καὶ ; εἶπεν αὐτοῖς ὅτι ; οὕτως γέγραπται καὶ ; οὕτως ἔδει χριστὸν ; τὸν παθεῖν καὶ ; ἀναστῆναι ἐκ νεκρῶν τῇ ἡμέρᾳ τρίτῃ
فَلَمَّا قَامَ مِنَ الأَمْوَاتِ، تَذَكَّرَ تَلاَمِيذُهُ أَنَّهُ قَالَ هذَا، فَآمَنُوا بِالْكِتَابِ وَالْكَلاَمِ الَّذِي قَالَهُ يَسُوعُ.
οὖν ; ὅτε ἠγέρθη ἐκ νεκρῶν, ἐμνήσθησαν οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ ὅτι ἔλεγεν τοῦτο καὶ ; ἐπίστευσαν τῇ ; γραφῇ καὶ ; τῷ ; λόγῳ ᾧ εἶπεν ὁ ; Ἰησοῦς.¶
لأَنَّهُ كَمَا أَنَّ الآبَ يُقِيمُ الأَمْوَاتَ وَيُحْيِي، كَذلِكَ الابْنُ أَيْضًا يُحْيِي مَنْ يَشَاءُ.
γὰρ ὥσπερ ὁ ; πατὴρ ἐγείρει τοὺς ; νεκροὺς καὶ ; ζῳοποιεῖ, οὕτως ὁ ; υἱὸς καὶ ζῳοποιεῖ. οὓς θέλει
اَلْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّهُ تَأْتِي سَاعَةٌ وَهِيَ الآنَ، حِينَ يَسْمَعُ الأَمْوَاتُ صَوْتَ ابْنِ اللهِ، وَالسَّامِعُونَ يَحْيَوْنَ.
Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ἔρχεται ὥρα καὶ ; ἐστιν νῦν ὅτε ἀκούσονται οἱ ; νεκροὶ τῆς ; φωνῆς τοῦ ; υἱοῦ τοῦ ; θεοῦ καὶ ; οἱ ; ἀκούσαντες ζήσονται
ثُمَّ قَبْلَ الْفِصْحِ بِسِتَّةِ أَيَّامٍ أَتَى يَسُوعُ إِلَى بَيْتِ عَنْيَا، حَيْثُ كَانَ لِعَازَرُ الْمَيْتُ الَّذِي أَقَامَهُ مِنَ الأَمْوَاتِ.
οὖν πρὸ τοῦ ; πάσχα ἓξ ἡμερῶν ἦλθεν Ὁ ; Ἰησοῦς εἰς Βηθανίαν, ὅπου ἦν Λάζαρος ὁ ; τεθνηκώς ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν
فَعَلِمَ جَمْعٌ كَثِيرٌ مِنَ الْيَهُودِ أَنَّهُ هُنَاكَ، فَجَاءُوا لَيْسَ لأَجْلِ يَسُوعَ فَقَطْ، بَلْ لِيَنْظُرُوا أَيْضًا لِعَازَرَ الَّذِي أَقَامَهُ مِنَ الأَمْوَاتِ.
οὖν ; Ἔγνω ὄχλος πολὺς ἐκ τῶν ; Ἰουδαίων ὅτι ; ἐστιν, ἐκεῖ καὶ ; ἦλθον οὐ διὰ τὸν ; Ἰησοῦν μόνον ἀλλ᾽ ἵνα ; ἴδωσιν καὶ τὸν ; Λάζαρον ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν.
وَكَانَ الْجَمْعُ الَّذِي مَعَهُ يَشْهَدُ أَنَّهُ دَعَا لِعَازَرَ مِنَ الْقَبْرِ وَأَقَامَهُ مِنَ الأَمْوَاتِ.
οὖν ; ὢν ὁ ; ὄχλος ὁ ; μετ᾽ ; αὐτοῦ, Ἐμαρτύρει ὅτε ; ἐφώνησεν τὸν ; Λάζαρον ἐκ τοῦ ; μνημείου καὶ ; ἤγειρεν ; αὐτὸν ἐκ νεκρῶν.
لأَنَّهُمْ لَمْ يَكُونُوا بَعْدُ يَعْرِفُونَ الْكِتَابَ: أَنَّهُ يَنْبَغِي أَنْ يَقُومَ مِنَ الأَمْوَاتِ.
οὐδέπω ; γὰρ ᾔδεισαν γραφὴν ; τὴν ὅτι δεῖ αὐτὸν ἀναστῆναι. ἐκ νεκρῶν
هذِهِ مَرَّةٌ ثَالِثَةٌ ظَهَرَ يَسُوعُ لِتَلاَمِيذِهِ بَعْدَمَا قَامَ مِنَ الأَمْوَاتِ.
τοῦτο ; ἤδη τρίτον ἐφανερώθη ὁ ; Ἰησοῦς τοῖς ; μαθηταῖς ; αὐτοῦ ἐγερθεὶς ἐκ νεκρῶν.¶
وَرَئِيسُ الْحَيَاةِ قَتَلْتُمُوهُ، الَّذِي أَقَامَهُ اللهُ مِنَ الأَمْوَاتِ، وَنَحْنُ شُهُودٌ لِذلِكَ.
τὸν ; δὲ ; ἀρχηγὸν τῆς ; ζωῆς ἀπεκτείνατε ὃν ἤγειρεν ὁ ; θεὸς ἐκ νεκρῶν, ἡμεῖς ; ἐσμεν. μάρτυρές οὗ
مُتَضَجِّرِينَ مِنْ تَعْلِيمِهِمَا الشَّعْبَ، وَنِدَائِهِمَا فِي يَسُوعَ بِالْقِيَامَةِ مِنَ الأَمْوَاتِ.
διαπονούμενοι διὰ τὸ ; διδάσκειν ; αὐτοὺς τὸν ; λαὸν καὶ ; καταγγέλλειν ἐν τῷ ; Ἰησοῦ τὴν ; ἀνάστασιν ἐκ τὴν ; νεκρῶν·
فَلْيَكُنْ مَعْلُومًا عِنْدَ جَمِيعِكُمْ وَجَمِيعِ شَعْبِ إِسْرَائِيلَ، أَنَّهُ بِاسْمِ يَسُوعَ الْمَسِيحِ النَّاصِرِيِّ، الَّذِي صَلَبْتُمُوهُ أَنْتُمُ، الَّذِي أَقَامَهُ اللهُ مِنَ الأَمْوَاتِ، بِذَاكَ وَقَفَ هذَا أَمَامَكُمْ صَحِيحًا.
ἔστω γνωστὸν πᾶσιν ; ὑμῖν καὶ ; παντὶ τῷ ; λαῷ Ἰσραὴλ ὅτι ἐν ; τῷ ; ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ ; Ναζωραίου ὃν ἐσταυρώσατε, ὑμεῖς ὃν ἤγειρεν ὁ ; θεὸς ἐκ νεκρῶν, ἐν ; τούτῳ παρέστηκεν οὗτος ἐνώπιον ; ὑμῶν ὑγιής.
فَوَقَعَتْ فِي الْحَالِ عِنْدَ رِجْلَيْهِ وَمَاتَتْ. فَدَخَلَ الشَّبَابُ وَوَجَدُوهَا مَيْتَةً، فَحَمَلُوهَا خَارِجًا وَدَفَنُوهَا بِجَانِبِ رَجُلِهَا.
ἔπεσεν ; δὲ παραχρῆμα παρὰ τοὺς ; πόδας ; αὐτοῦ καὶ ; ἐξέψυξεν· εἰσελθόντες ; δὲ νεανίσκοι ; οἱ εὗρον ; αὐτὴν νεκράν, καὶ ; ἐξενέγκαντες ἔθαψαν πρὸς τὸν ; ἄνδρα ; αὐτῆς·
لَيْسَ لِجَمِيعِ الشَّعْبِ، بَلْ لِشُهُودٍ اللهُ فَانْتَخَبَهُمْ. لَنَا نَحْنُ الَّذِينَ أَكَلْنَا وَشَرِبْنَا مَعَهُ بَعْدَ قِيَامَتِهِ مِنَ الأَمْوَاتِ.
οὐ παντὶ τῷ ; λαῷ, ἀλλὰ μάρτυσιν τοῦ ; θεοῦ τοῖς ; προκεχειροτονημένοις ἡμῖν, οἵτινες συνεφάγομεν καὶ ; συνεπίομεν αὐτῷ μετὰ τὸ ; ἀναστῆναι ; αὐτὸν ἐκ νεκρῶν·
وَأَوْصَانَا أَنْ نَكْرِزَ لِلشَّعْبِ، وَنَشْهَدَ بِأَنَّ هذَا هُوَ الْمُعَيَّنُ مِنَ اللهِ دَيَّانًا لِلأَحْيَاءِ وَالأَمْوَاتِ.
καὶ ; παρήγγειλεν ; ἡμῖν κηρύξαι τῷ ; λαῷ καὶ ; διαμαρτύρασθαι ὅτι αὐτός ἐστιν ὁ ; ὡρισμένος ὑπὸ τοῦ ; θεοῦ κριτὴς ζώντων καὶ ; νεκρῶν.
وَلكِنَّ اللهَ أَقَامَهُ مِنَ الأَمْوَاتِ.
δὲ ὁ ; θεὸς ἤγειρεν ; αὐτὸν ἐκ νεκρῶν,
إِنَّهُ أَقَامَهُ مِنَ الأَمْوَاتِ، غَيْرَ عَتِيدٍ أَنْ يَعُودَ إِلَى فَسَادٍ، فَهكَذَا قَالَ: إِنِّي سَأُعْطِيكُمْ مَرَاحِمَ دَاوُدَ الصَّادِقَةَ.
ὅτι ; δὲ ἀνέστησεν ; αὐτὸν ἐκ νεκρῶν μηκέτι μέλλοντα ὑποστρέφειν εἰς διαφθοράν, οὕτως εἴρηκεν ὅτι ; δώσω ; ὑμῖν τὰ ; ὅσια Δαυὶδ τὰ ; πιστά.
مُوَضِّحًا وَمُبَيِّنًا أَنَّهُ كَانَ يَنْبَغِي أَنَّ الْمَسِيحَ يَتَأَلَّمُ وَيَقُومُ مِنَ الأَمْوَاتِ، وَأَنَّ: هذَا هُوَ الْمَسِيحُ يَسُوعُ الَّذِي أَنَا أُنَادِي لَكُمْ بِهِ.
διανοίγων καὶ ; παρατιθέμενος ὅτι ἔδει τὸν ; χριστὸν παθεῖν καὶ ; ἀναστῆναι ἐκ νεκρῶν καὶ ; ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ ; χριστὸς ὁ ; Ἰησοῦς ὃν ἐγὼ καταγγέλλω ; ὑμῖν.
لأَنَّهُ أَقَامَ يَوْمًا هُوَ فِيهِ مُزْمِعٌ أَنْ يَدِينَ الْمَسْكُونَةَ بِالْعَدْلِ، بِرَجُل قَدْ عَيَّنَهُ، مُقَدِّمًا لِلْجَمِيعِ إِيمَانًا إِذْ أَقَامَهُ مِنَ الأَمْوَاتِ.
διότι ἔστησεν ἡμέραν ἐν ; ᾗ μέλλει κρίνειν τὴν ; οἰκουμένην ἐν ; δικαιοσύνῃ ἐν ; ἀνδρὶ ᾧ ; ὥρισεν παρασχὼν πᾶσιν, πίστιν ἀναστήσας ; αὐτὸν ἐκ νεκρῶν.¶
وَلَمَّا سَمِعُوا بِالْقِيَامَةِ مِنَ الأَمْوَاتِ كَانَ الْبَعْضُ يَسْتَهْزِئُونَ، وَالْبَعْضُ يَقُولُونَ: سَنَسْمَعُ مِنْكَ عَنْ هذَا أَيْضًا..
δὲ Ἀκούσαντες ἀνάστασιν νεκρῶν οἱ ; μὲν ἐχλεύαζον, οἱ ; δὲ εἶπαν· ἀκουσόμεθά σου περὶ τούτου πάλιν.
وَكَانَ شَابٌّ اسْمُهُ أَفْتِيخُوسُ جَالِسًا فِي الطَّاقَةِ مُتَثَقِّلاً بِنَوْمٍ عَمِيق. بُولُسُ يُخَاطِبُ خِطَابًا طَوِيلاً، غَلَبَ عَلَيْهِ النَّوْمُ فَسَقَطَ مِنَ الطَّبَقَةِ الثَّالِثَةِ إِلَى أَسْفَلُ، وَحُمِلَ مَيِّتًا.
δέ τις ; νεανίας ὀνόματι Εὔτυχος Καθήμενος ἐπὶ τῆς ; θυρίδος, καταφερόμενος ὕπνῳ βαθεῖ, τοῦ ; Παύλου διαλεγομένου ἐπὶ ; πλεῖον, κατενεχθεὶς ἀπὸ ; τοῦ ; ὕπνου ἔπεσεν ἀπὸ τοῦ ; τριστέγου κάτω καὶ ; ἤρθη νεκρός.
وَلَمَّا عَلِمَ بُولُسُ أَنَّ قِسْمًا مِنْهُمْ صَدُّوقِيُّونَ وَالآخَرَ فَرِّيسِيُّونَ، صَرَخَ فِي الْمَجْمَعِ: أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِخْوَةُ، أَنَا فَرِّيسِيٌّ ابْنُ فَرِّيسِيٍّ. عَلَى رَجَاءِ قِيَامَةِ الأَمْوَاتِ أَنَا أُحَاكَمُ.
δὲ Γνοὺς ὁ ; Παῦλος ὅτι τὸ ; ἓν ; μέρος ; ἐστὶν Σαδδουκαίων τὸ ; δὲ ; ἕτερον Φαρισαίων ἔκραξεν ἐν τῷ ; συνεδρίῳ· ἄνδρες ἀδελφοί, ἐγὼ Φαρισαῖός υἱὸς Φαρισαίου περὶ ἐλπίδος καὶ ; ἀναστάσεως νεκρῶν ἐγὼ κρίνομαι.¶
وَلِي رَجَاءٌ بِاللهِ فِي مَا هُمْ أَيْضًا يَنْتَظِرُونَهُ: أَنَّهُ سَوْفَ تَكُونُ قِيَامَةٌ لِلأَمْوَاتِ، الأَبْرَارِ وَالأَثَمَةِ.
ἔχων ἐλπίδα εἰς ; τὸν ; θεὸν ἣν αὐτοὶ καὶ προσδέχονται, μέλλειν ; ἔσεσθαι ἀνάστασιν νεκρῶν δικαίων ; τε καὶ ; ἀδίκων·
إِلاَّ مِنْ جِهَةِ هذَا الْقَوْلِ الْوَاحِدِ الَّذِي صَرَخْتُ بِهِ وَاقِفًا بَيْنَهُمْ: أَنِّي مِنْ أَجْلِ قِيَامَةِ الأَمْوَاتِ أُحَاكَمُ مِنْكُمُ الْيَوْمَ.
ἢ περὶ ταύτης φωνῆς μιᾶς ἧς ἐκέκραξα ἑστὼς ἐν ; αὐτοῖς ὅτι ; ἐγὼ περὶ ἀναστάσεως νεκρῶν κρίνομαι ὑφ᾽; ὑμῶν.¶ σήμερον
لِمَاذَا يُعَدُّ عِنْدَكُمْ أَمْرًا لاَ يُصَدَّقُ إِنْ أَقَامَ اللهُ أَمْوَاتًا.
τί κρίνεται ; παρ᾽ ; ὑμῖν ἄπιστον εἰ ἐγείρει;¶ ὁ ; θεὸς νεκροὺς
إِنْ يُؤَلَّمِ الْمَسِيحُ، يَكُنْ هُوَ أَوَّلَ قِيَامَةِ الأَمْوَاتِ، مُزْمِعًا أَنْ يُنَادِيَ بِنُورٍ لِلشَّعْبِ وَلِلأُمَمِ.
εἰ παθητὸς ὁ ; χριστός, εἰ ; πρῶτος ἐξ ; ἀναστάσεως νεκρῶν μέλλει καταγγέλλειν φῶς τῷ ; λαῷ καὶ ; τοῖς ; ἔθνεσιν.¶
وَأَمَّا هُمْ فَكَانُوا يَنْتَظِرُونَ أَنَّهُ عَتِيدٌ أَنْ يَنْتَفِخَ أَوْ يَسْقُطَ بَغْتَةً مَيْتًا. فَإِذِ انْتَظَرُوا كَثِيرًا وَرَأَوْا أَنَّهُ لَمْ يَعْرِضْ لَهُ شَيْءٌ مُضِرٌّ، تَغَيَّرُوا وَقَالُوا: هُوَ إِلهٌ..
δὲ οἱ ; προσεδόκων αὐτὸν μέλλειν πίμπρασθαι ἢ καταπίπτειν ἄφνω νεκρόν· δὲ αὐτῶν ; προσδοκώντων πολὺ καὶ ; θεωρούντων μηδὲν γινόμενον εἰς ; αὐτὸν ἄτοπον μεταβαλλόμενοι ἔλεγον αὐτὸν ; εἶναι θεόν.¶