ك
إصحاح
G3497
G3498. nekrós
G3499
المعنى المختصر للكلمة
nekrós: dead (literally or figuratively
اللفظ الأصلي νεκρός
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق nekrós (nek-ros)
تكرار الورود في الكتاب 126 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

from an apparently primary (a corpse);

المعنى والشرح المفصل
1 dead (literally or figuratively
2 also as noun)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
dead

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

νεκρῶν (38×) νεκρῶν, (12×) τῶν ; νεκρῶν (6×) τοὺς ; νεκροὺς (6×) νεκροὶ (6×) νεκρὸς (5×) τῶν ; νεκρῶν, (4×) νεκρῶν. (4×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (126 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَقَالَ لَهُ يَسُوعُ: اتْبَعْنِي، وَدَعِ الْمَوْتَى يَدْفِنُونَ مَوْتَاهُمْ.
δὲ ; εἶπεν αὐτῷ· Ὁ ; Ἰησοῦς ἀκολούθει ; μοι, καὶ ; ἄφες τοὺς ; νεκροὺς θάψαι τοὺς ; ἑαυτῶν ; νεκρούς.¶
فَقَالَ لَهُ يَسُوعُ: اتْبَعْنِي، وَدَعِ الْمَوْتَى يَدْفِنُونَ مَوْتَاهُمْ.
δὲ ; εἶπεν αὐτῷ· Ὁ ; Ἰησοῦς ἀκολούθει ; μοι, καὶ ; ἄφες τοὺς ; νεκροὺς θάψαι τοὺς ; ἑαυτῶν ; νεκρούς.¶
اِشْفُوا مَرْضَى. طَهِّرُوا بُرْصًا. أَقِيمُوا مَوْتَى. أَخْرِجُوا شَيَاطِينَ. مَجَّانًا أَخَذْتُمْ، مَجَّانًا أَعْطُوا.
θεραπεύετε, ἀσθενοῦντας καθαρίζετε, λεπροὺς ἐγείρετε, νεκροὺς ἐκβάλλετε· δαιμόνια δωρεὰν ἐλάβετε, δωρεὰν δότε.¶
اَلْعُمْيُ يُبْصِرُونَ، وَالْعُرْجُ يَمْشُونَ، وَالْبُرْصُ يُطَهَّرُونَ، وَالصُّمُّ يَسْمَعُونَ، وَالْمَوْتَى يَقُومُونَ، وَالْمَسَاكِينُ يُبَشَّرُونَ.
τυφλοὶ ἀναβλέπουσιν, καὶ ; χωλοὶ περιπατοῦσιν, λεπροὶ καθαρίζονται, καὶ ; κωφοὶ ἀκούουσιν, νεκροὶ ἐγείρονται, καὶ ; πτωχοὶ εὐαγγελίζονται·
فَقَالَ لِغِلْمَانِهِ: هذَا هُوَ يُوحَنَّا الْمَعْمَدَانُ قَدْ قَامَ مِنَ الأَمْوَاتِ. وَلِذلِكَ تُعْمَلُ بِهِ الْقُوَّاتُ.
καὶ ; εἶπεν τοῖς ; παισὶν ; αὐτοῦ· οὗτός ἐστιν Ἰωάννης ὁ ; βαπτιστής· αὐτὸς ; ἠγέρθη ἀπὸ τῶν ; νεκρῶν, καὶ ; διὰ ἐνεργοῦσιν ἐν ; αὐτῷ. δυνάμεις ; αἱ
وَفِيمَا هُمْ نَازِلُونَ مِنَ الْجَبَلِ أَوْصَاهُمْ يَسُوعُ قَائِلاً: لاَ تُعْلِمُوا أَحَدًا بِمَا رَأَيْتُمْ حَتَّى يَقُومَ ابْنُ الإِنْسَانِ مِنَ الأَمْوَاتِ.
Καὶ αὐτῶν καταβαινόντων ἀπὸ τοῦ ; ὄρους ἐνετείλατο ; αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς λέγων· μηδενὶ ; εἴπητε τὸ ; ὅραμα ἕως ; οὗ ἀναστῇ ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου ἐκ νεκρῶν
متى 22: 31 Mat.22.31
وَأَمَّا مِنْ جِهَةِ قِيَامَةِ الأَمْوَاتِ، أَفَمَا قَرَأْتُمْ مَا قِيلَ لَكُمْ مِنْ قِبَلِ اللهِ الْقَائِلِ:
δὲ περὶ τῆς ; ἀναστάσεως τῶν ; νεκρῶν οὐκ ἀνέγνωτε τὸ ῥηθὲν ὑμῖν ὑπὸ τοῦ ; θεοῦ λέγοντος·
متى 22: 32 Mat.22.32
أَنَا إِلهُ إِبْرَاهِيمَ وَإِلهُ إِسْحَاقَ وَإِلهُ يَعْقُوبَ. لَيْسَ اللهُ إِلهَ أَمْوَاتٍ بَلْ إِلهُ أَحْيَاءٍ.
ἐγώ ; εἰμι ὁ ; θεὸς Ἀβραὰμ καὶ ; ὁ ; θεὸς Ἰσαὰκ καὶ ; ὁ ; θεὸς Ἰακώβ; οὐκ ; ἔστιν ὁ ; θεὸς θεὸς νεκρῶν ἀλλὰ ζώντων.¶
متى 23: 27 Mat.23.27
وَيْلٌ لَكُمْ أَيُّهَا الْكَتَبَةُ وَالْفَرِّيسِيُّونَ الْمُرَاؤُونَ. لأَنَّكُمْ تُشْبِهُونَ قُبُورًا مُبَيَّضَةً تَظْهَرُ مِنْ خَارِجٍ جَمِيلَةً، وَهِيَ مِنْ دَاخِل مَمْلُوءَةٌ عِظَامَ أَمْوَاتٍ وَكُلَّ نَجَاسَةٍ.
Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ ; Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι παρομοιάζετε τάφοις κεκονιαμένοις φαίνονται ; οἵτινες ἔξωθεν ὡραῖοι, δὲ ἔσωθεν γέμουσιν ὀστέων νεκρῶν καὶ ; πάσης ἀκαθαρσίας.
متى 27: 64 Mat.27.64
فَمُرْ بِضَبْطِ الْقَبْرِ إِلَى الْيَوْمِ الثَّالِثِ، لِئَلاَّ يَأْتِيَ تَلاَمِيذُهُ لَيْلاً وَيَسْرِقُوهُ، وَيَقُولُوا لِلشَّعْبِ: إِنَّهُ قَامَ مِنَ الأَمْوَاتِ، فَتَكُونَ الضَّلاَلَةُ الأَخِيرَةُ أَشَرَّ مِنَ الأُولَى.
κέλευσον ; οὖν ἀσφαλισθῆναι τὸν ; τάφον ἕως τῆς ; ἡμέρας, τρίτης μήποτε ἐλθόντες οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ νυκτὸς κλέψωσιν ; αὐτὸν εἴπωσιν ; καὶ τῷ ; λαῷ· ἠγέρθη ἀπὸ τῶν ; νεκρῶν. καὶ ; ἔσται πλάνη ; ἡ ἐσχάτη χείρων τῆς πρώτης.¶
فَمِنْ خَوْفِهِ ارْتَعَدَ الْحُرَّاسُ وَصَارُوا كَأَمْوَاتٍ.
δὲ ; ἀπὸ τοῦ ; φόβου ; αὐτοῦ ἐσείσθησαν οἱ ; τηροῦντες καὶ ; ἐγένοντο ὡσεὶ; νεκροί.¶
وَاذْهَبَا سَرِيعًا قُولاَ لِتَلاَمِيذِهِ: إِنَّهُ قَدْ قَامَ مِنَ الأَمْوَاتِ. هَا هُوَ يَسْبِقُكُمْ إِلَى الْجَلِيلِ. هُنَاكَ تَرَوْنَهُ. هَا أَنَا قَدْ قُلْتُ لَكُمَا.
καὶ ; πορευθεῖσαι ταχὺ εἴπατε τοῖς ; μαθηταῖς ; αὐτοῦ ὅτι ἠγέρθη ἀπὸ τῶν ; νεκρῶν, καὶ ; ἰδοὺ προάγει εἰς τὴν ; Γαλιλαίαν· ἐκεῖ αὐτὸν ; ὄψεσθε. ἰδοὺ εἶπον ὑμῖν.¶
فَسَمِعَ هِيرُودُسُ الْمَلِكُ، لأَنَّ اسْمَهُ صَارَ مَشْهُورًا. وَقَالَ: إِنَّ يُوحَنَّا الْمَعْمَدَانَ قَامَ مِنَ الأَمْوَاتِ وَلِذلِكَ تُعْمَلُ بِهِ الْقُوَّاتُ.
Καὶ ; ἤκουσεν Ἡρῴδης· ὁ ; βασιλεὺς γὰρ τὸ ; ὄνομα ; αὐτοῦ. ἐγένετο φανερὸν καὶ ; ἔλεγεν ὅτι Ἰωάννης ὁ ; βαπτίζων ἠγέρθη ἐκ νεκρῶν, καὶ ; διὰ ; τοῦτο ἐνεργοῦσιν ἐν ; αὐτῷ. αἱ ; δυνάμεις
وَلكِنْ لَمَّا سَمِعَ هِيرُودُسُ قَالَ: هذَا هُوَ يُوحَنَّا الَّذِي قَطَعْتُ أَنَا رَأْسَهُ. إِنَّهُ قَامَ مِنَ الأَمْوَاتِ.
δὲ ἀκούσας ὁ ; Ἡρῴδης εἶπεν οὗτος ἐστιν Ἰωάννην, ὃν ἀπεκεφάλισα ; ἐγὼ ὅτι· ; αὐτὸς ἠγέρθη ἐκ νεκρῶν.
وَفِيمَا هُمْ نَازِلُونَ مِنَ الْجَبَلِ، أَوْصَاهُمْ أَنْ لاَ يُحَدِّثُوا أَحَدًا بِمَا أَبْصَرُوا، إِلاَّ مَتَى قَامَ ابْنُ الإِنْسَانِ مِنَ الأَمْوَاتِ.
καταβαινόντων ; δὲ ; αὐτῶν ἀπὸ τοῦ ; ὄρους διεστείλατο ; αὐτοῖς ἵνα μηδενὶ ; διηγήσωνται ἃ εἶδον εἰ ; μὴ ὅταν ἀναστῇ. ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου ἐκ νεκρῶν
فَحَفِظُوا الْكَلِمَةَ لأَنْفُسِهِمْ يَتَسَاءَلُونَ: مَا هُوَ الْقِيَامُ مِنَ الأَمْوَاتِ.
καὶ ; ἐκράτησαν τὸν ; λόγον πρὸς ; ἑαυτοὺς συζητοῦντες τί ἐστιν τὸ ; ἀναστῆναι. ἐκ νεκρῶν
فَصَرَخَ وَصَرَعَهُ شَدِيدًا وَخَرَجَ. فَصَارَ كَمَيْتٍ، حَتَّى قَالَ كَثِيرُونَ: إِنَّهُ مَاتَ..
καὶ ; κράξαν καὶ ; σπαράξαν; αὐτόν πολλὰ ἐξῆλθεν, καὶ ; ἐγένετο ὡσεὶ ; νεκρὸς ὥστε λέγειν πολλοὺς ὅτι ἀπέθανεν.
لأَنَّهُمْ مَتَى قَامُوا مِنَ الأَمْوَاتِ لاَ يُزَوِّجُونَ وَلاَ يُزَوَّجُونَ، بَلْ يَكُونُونَ كَمَلاَئِكَةٍ فِي السَّمَاوَاتِ.
γὰρ ὅταν ἀναστῶσιν, ἐκ νεκρῶν οὔτε γαμοῦσιν οὔτε γαμίζονται ἀλλ᾽ εἰσὶν ὡς ; ἄγγελοι ἐν τοῖς ; οὐρανοῖς.
وَأَمَّا مِنْ جِهَةِ الأَمْوَاتِ إِنَّهُمْ يَقُومُونَ: أَفَمَا قَرَأْتُمْ فِي كِتَابِ مُوسَى، فِي أَمْرِ الْعُلَّيْقَةِ، كَيْفَ كَلَّمَهُ اللهُ قَائِلاً: أَنَا إِلهُ إِبْرَاهِيمَ وَإِلهُ إِسْحَاقَ وَإِلهُ يَعْقُوبَ.
δὲ περὶ τῶν ; νεκρῶν ὅτι ἐγείρονται, οὐκ ἀνέγνωτε ἐν τῇ ; βίβλῳ Μωϋσέως ἐπὶ ; τῆς; βάτου ὡς εἶπεν ; αὐτῷ ὁ ; θεὸς λέγων· ἐγὼ ὁ ; θεὸς Ἀβραὰμ καὶ ; ὁ ; θεὸς Ἰσαὰκ καὶ ; ὁ ; θεὸς Ἰακώβ;
لَيْسَ هُوَ إِلهَ أَمْوَاتٍ بَلْ إِلهُ أَحْيَاءٍ. فَأَنْتُمْ إِذًا تَضِلُّونَ كَثِيرًا..
οὐκ ἔστιν ὁ ; θεὸς νεκρῶν ἀλλὰ θεὸς ζώντων· ὑμεῖς οὖν πλανᾶσθε.¶ πολὺ
فَجَلَسَ الْمَيْتُ وَابْتَدَأَ يَتَكَلَّمُ، فَدَفَعَهُ إِلَى أُمِّهِ.
καὶ ; ἀνεκάθισεν ὁ ; νεκρὸς καὶ ; ἤρξατο λαλεῖν. καὶ ; ἔδωκεν ; αὐτὸν τῇ μητρὶ ; αὐτοῦ.
فَأَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهُماَ: اذْهَبَا وَأَخْبِرَا يُوحَنَّا بِمَا رَأَيْتُمَا وَسَمِعْتُمَا: إِنَّ الْعُمْيَ يُبْصِرُونَ، وَالْعُرْجَ يَمْشُونَ، وَالْبُرْصَ يُطَهَّرُونَ، وَالصُّمَّ يَسْمَعُونَ، وَالْمَوْتَى يَقُومُونَ، وَالْمَسَاكِينَ يُبَشَّرُونَ.
καὶ ; ἀποκριθεὶς ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· πορευθέντες ἀπαγγείλατε Ἰωάννῃ ἃ εἴδετε καὶ ; ἠκούσατε· ὅτι τυφλοὶ ἀναβλέπουσιν, χωλοὶ περιπατοῦσιν, λεπροὶ καθαρίζονται, κωφοὶ ἀκούουσιν, νεκροὶ ἐγείρονται, πτωχοὶ εὐαγγελίζονται,
فَسَمِعَ هِيرُودُسُ رَئِيسُ الرُّبْعِ بِجَمِيعِ مَا كَانَ مِنْهُ، وَارْتَابَ، لأَنَّ قَوْمًا كَانُوا يَقُولُونَ: إِنَّ يُوحَنَّا قَدْ قَامَ مِنَ الأَمْوَاتِ.
Ἤκουσεν ; δὲ Ἡρῴδης ὁ ; τετραάρχης πάντα τὰ γινόμενα ὑπ᾽ ; αὐτοῦ καὶ ; διηπόρει διὰ ὑπό ; τινων τὸ ; λέγεσθαι ὅτι Ἰωάννης ἐγήγερται ἐκ νεκρῶν,
فَقَالَ لَهُ يَسُوعُ: دَعِ الْمَوْتَى يَدْفِنُونَ مَوْتَاهُمْ، وَأَمَّا أَنْتَ فَاذْهَبْ وَنَادِ بِمَلَكُوتِ اللهِ.
Εἶπεν ; δὲ αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς· ἄφες τοὺς ; νεκροὺς θάψαι τοὺς ; ἑαυτῶν ; νεκρούς. δὲ σὺ ἀπελθὼν διάγγελλε τὴν ; βασιλείαν τοῦ ; θεοῦ.¶
فَقَالَ لَهُ يَسُوعُ: دَعِ الْمَوْتَى يَدْفِنُونَ مَوْتَاهُمْ، وَأَمَّا أَنْتَ فَاذْهَبْ وَنَادِ بِمَلَكُوتِ اللهِ.
Εἶπεν ; δὲ αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς· ἄφες τοὺς ; νεκροὺς θάψαι τοὺς ; ἑαυτῶν ; νεκρούς. δὲ σὺ ἀπελθὼν διάγγελλε τὴν ; βασιλείαν τοῦ ; θεοῦ.¶
لأَنَّ ابْنِي هذَا كَانَ مَيِّتًا فَعَاشَ، وَكَانَ ضَالاًّ فَوُجِدَ. فَابْتَدَأُوا يَفْرَحُونَ.
ὅτι ὁ ; υἱός ; μου οὗτος ἦν νεκρὸς καὶ ; ἀνέζησεν, καὶ ; ἦν ἀπολωλὼς καὶ ; εὑρέθη. καὶ ; ἤρξαντο εὐφραίνεσθαι.¶
وَلكِنْ كَانَ يَنْبَغِي أَنْ نَفْرَحَ وَنُسَرَّ، لأَنَّ أَخَاكَ هذَا كَانَ مَيِّتًا فَعَاشَ، وَكَانَ ضَالُا فَوُجِدَ.
δὲ ἔδει, εὐφρανθῆναι καὶ ; χαρῆναι ὅτι ὁ ; ἀδελφός ; σου οὗτος ἦν νεκρὸς καὶ ; ἀνέζησεν καὶ ; ἦν ἀπολωλὼς καὶ ; εὑρέθη.¶
فَقَالَ: لاَ، يَا أَبِي إِبْرَاهِيمَ، بَلْ إِذَا مَضَى إِلَيْهِمْ وَاحِدٌ مِنَ الأَمْوَاتِ يَتُوبُونَ.
ὁ ; δὲ ; εἶπεν· οὐχί, πάτερ Ἀβραάμ, ἀλλ᾽ ἐάν πορευθῇ πρὸς ; αὐτούς, τις ἀπὸ νεκρῶν μετανοήσουσιν.
فَقَالَ لَهُ: إِنْ كَانُوا لاَ يَسْمَعُونَ مِنْ مُوسَى وَالأَنْبِيَاءِ، وَلاَ إِنْ قَامَ وَاحِدٌ مِنَ الأَمْوَاتِ يُصَدِّقُونَ.
εἶπεν ; δὲ αὐτῷ· εἰ οὐκ ἀκούουσιν, Μωϋσέως καὶ ; τῶν ; προφητῶν οὐδὲ ἐάν ἀναστῇ τις ἐκ νεκρῶν πεισθήσονται.¶
وَلكِنَّ الَّذِينَ حُسِبُوا أَهْلاً لِلْحُصُولِ عَلَى ذلِكَ الدَّهْرِ وَالْقِيَامَةِ مِنَ الأَمْوَاتِ، لاَ يُزَوِّجُونَ وَلاَ يُزَوَّجُونَ،
δὲ οἱ καταξιωθέντες τυχεῖν ἐκείνου τοῦ ; αἰῶνος καὶ ; τῆς ; ἀναστάσεως ἐκ τῆς ; νεκρῶν οὔτε γαμοῦσιν οὔτε ἐκγαμίσκονται