ك
إصحاح
G3474
G3475. mōseús
G3476
المعنى المختصر للكلمة
mōseús: Moseus, Moses, or Mouses (i.e. Mosheh), the Hebrew lawgiver
اللفظ الأصلي Μωσεύς
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق mōseús (moce-yoos)
تكرار الورود في الكتاب 79 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

Moseus, Moses, or Mouses (i.e. Mosheh), the Hebrew lawgiver

الإنجليزية — KJV Translation Tags
Moses

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

Μωϋσῆς (34×) Μωϋσέως (15×) καὶ ; Μωϋσεῖ (3×) Μωϋσέως, (3×) Μωϋσεῖ, (3×) ὁ ; Μωϋσῆς (2×) τὸν ; Μωϋσῆν (2×) τοῦ ; Μωϋσέως (2×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (79 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَقَالَ لَهُمْ يَسُوعُ: الْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: لَيْسَ مُوسَى أَعْطَاكُمُ الْخُبْزَ مِنَ السَّمَاءِ، بَلْ أَبِي يُعْطِيكُمُ الْخُبْزَ الْحَقِيقِيَّ مِنَ السَّمَاءِ،
Εἶπεν ; οὖν αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν· οὐ Μωϋσῆς δέδωκεν ; ὑμῖν τὸν ; ἄρτον ἐκ τοῦ ; οὐρανοῦ, ἀλλ᾽ ὁ ; πατήρ ; μου δίδωσιν ; ὑμῖν τὸν ; ἄρτον τὸν ; ἀληθινόν. ἐκ τοῦ ; οὐρανοῦ
أَلَيْسَ مُوسَى قَدْ أَعْطَاكُمُ النَّامُوسَ. وَلَيْسَ أَحَدٌ مِنْكُمْ يَعْمَلُ النَّامُوسَ. لِمَاذَا تَطْلُبُونَ أَنْ تَقْتُلُونِي.
οὐ Μωϋσῆς δέδωκεν ; ὑμῖν τὸν ; νόμον; καὶ ; οὐδεὶς ἐξ ; ὑμῶν ποιεῖ τὸν ; νόμον· τί ζητεῖτε με ; ἀποκτεῖναι;
لِهذَا أَعْطَاكُمْ مُوسَى الْخِتَانَ، لَيْسَ أَنَّهُ مِنْ مُوسَى، بَلْ مِنَ الآبَاءِ. فَفِي السَّبْتِ تَخْتِنُونَ الإِنْسَانَ.
διὰ ; τοῦτο δέδωκεν ; ὑμῖν Μωϋσῆς τὴν ; περιτομήν, οὐχ ὅτι ἐκ τοῦ ; Μωϋσέως ἀλλ᾽ ἐστὶν ; ἐκ τῶν ; πατέρων, καὶ ; ἐν σαββάτῳ περιτέμνετε ἄνθρωπον.
لِهذَا أَعْطَاكُمْ مُوسَى الْخِتَانَ، لَيْسَ أَنَّهُ مِنْ مُوسَى، بَلْ مِنَ الآبَاءِ. فَفِي السَّبْتِ تَخْتِنُونَ الإِنْسَانَ.
διὰ ; τοῦτο δέδωκεν ; ὑμῖν Μωϋσῆς τὴν ; περιτομήν, οὐχ ὅτι ἐκ τοῦ ; Μωϋσέως ἀλλ᾽ ἐστὶν ; ἐκ τῶν ; πατέρων, καὶ ; ἐν σαββάτῳ περιτέμνετε ἄνθρωπον.
فَإِنْ كَانَ الإِنْسَانُ يَقْبَلُ الْخِتَانَ فِي السَّبْتِ، لِئَلاَّ يُنْقَضَ نَامُوسُ مُوسَى، أَفَتَسْخَطُونَ عَلَيَّ لأَنِّي شَفَيْتُ إِنْسَانًا كُلَّهُ فِي السَّبْتِ.
εἰ ἄνθρωπος λαμβάνει περιτομὴν ἐν σαββάτῳ ἵνα ; μὴ λυθῇ ὁ ; νόμος Μωϋσέως, χολᾶτε ἐμοὶ ὅτι ὑγιῆ ; ἐποίησα ἄνθρωπον ὅλον ἐν σαββάτῳ;
وَمُوسَى فِي النَّامُوسِ أَوْصَانَا أَنَّ مِثْلَ هذِهِ تُرْجَمُ. فَمَاذَا تَقُولُ أَنْتَ.
δὲ ; Μωϋσῆς ἐν τῷ ; νόμῳ ἡμῖν ; ἐνετείλατο τὰς ; τοιαύτας λιθοβολεῖσθαι· οὖν ; τί λέγεις; σὺ
فَشَتَمُوهُ وَقَالُوا: أَنْتَ تِلْمِيذُ ذَاكَ، وَأَمَّا نَحْنُ فَإِنَّنَا تَلاَمِيذُ مُوسَى.
ἐλοιδόρησαν ; οὖν ; αὐτὸν καὶ ; εἶπον· σὺ ; εἶ μαθητὴς ἐκείνου, δὲ ἡμεῖς ἐσμὲν μαθηταί. τοῦ ; Μωϋσέως
نَحْنُ نَعْلَمُ أَنَّ مُوسَى كَلَّمَهُ اللهُ، وَأَمَّا هذَا فَمَا نَعْلَمُ مِنْ أَيْنَ هُوَ.
ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι Μωϋσεῖ λελάληκεν ὁ ; θεός, δὲ τοῦτον οὐκ οἴδαμεν πόθεν ἐστίν.
فَإِنَّ مُوسَى قَالَ لِلآبَاءِ: إِنَّ نَبِيًّا مِثْلِي سَيُقِيمُ لَكُمُ الرَّبُّ إِلهُكُمْ مِنْ إِخْوَتِكُمْ. لَهُ تَسْمَعُونَ فِي كُلِّ مَا يُكَلِّمُكُمْ بِهِ.
γὰρ ; μὲν Μωϋσῆς εἶπεν πρὸς ; τοὺς ; πατέρας ὅτι προφήτην ὡς ; ἐμέ· ἀναστήσει ὑμῖν κύριος ὁ ; θεὸς ; ὑμῶν ἐκ τῶν ; ἀδελφῶν ; ὑμῶν αὐτοῦ ἀκούσεσθε κατὰ πάντα ὅσα ; ἂν λαλήσῃ ; πρὸς ; ὑμᾶς.
حِينَئِذٍ دَسُّوا لِرِجَال يَقُولُونَ: إِنَّنَا سَمِعْنَاهُ يَتَكَلَّمُ بِكَلاَمٍ تَجْدِيفٍ عَلَى مُوسَى وَعَلَى اللهِ.
Τότε ὑπέβαλον ἄνδρας λέγοντας ὅτι ; ἀκηκόαμεν αὐτοῦ ; λαλοῦντος ῥήματα βλάσφημα εἰς Μωϋσῆν καὶ τὸν ; θεόν·
لأَنَّنَا سَمِعْنَاهُ يَقُولُ: إِنَّ يَسُوعَ النَّاصِرِيَّ هذَا سَيَنْقُضُ هذَا الْمَوْضِعَ، وَيُغَيِّرُ الْعَوَائِدَ الَّتِي سَلَّمَنَا إِيَّاهَا مُوسَى.
γὰρ αὐτοῦ ; ἀκηκόαμεν λέγοντος ὅτι Ἰησοῦς ὁ ; Ναζωραῖος οὗτος καταλύσει τοῦτον τὸν ; τόπον ἀλλάξει ; καὶ τὰ ; ἔθη ἃ παρέδωκεν ; ἡμῖν Μωϋσῆς.
وَفِي ذلِكَ الْوَقْتِ وُلِدَ مُوسَى وَكَانَ جَمِيلاً جِدًّا، فَرُبِّيَ هذَا ثَلاَثَةَ أَشْهُرٍ فِي بَيْتِ أَبِيهِ.
ἐν ᾧ καιρῷ ἐγεννήθη Μωϋσῆς καὶ ἀστεῖος τῷ ; θεῷ· ὃς ; ἀνετράφη τρεῖς μῆνας ἐν τῷ ; οἴκῳ τοῦ ; πατρός ; αὐτοῦ·
فَتَهَذَّبَ مُوسَى بِكُلِّ حِكْمَةِ الْمِصْرِيِّينَ، وَكَانَ مُقْتَدِرًا فِي الأَقْوَالِ وَالأَعْمَالِ.
καὶ ; ἐπαιδεύθη Μωϋσῆς πάσῃ σοφίᾳ Αἰγυπτίων· ἦν ; δὲ δυνατὸς ἐν λόγοις καὶ ; ἐν ; ἔργοις
فَهَرَبَ مُوسَى بِسَبَبِ هذِهِ الْكَلِمَةِ، وَصَارَ غَرِيبًا فِي أَرْضِ مَدْيَانَ، حَيْثُ وَلَدَ ابْنَيْنِ.
ἔφυγεν ; δὲ Μωϋσῆς ἐν τούτῳ τῷ ; λόγῳ καὶ ; ἐγένετο πάροικος ἐν γῇ Μαδιάμ, οὗ ἐγέννησεν υἱοὺς ; δύο.
فَلَمَّا رَأَى مُوسَى تَعَجَّبَ مِنَ الْمَنْظَرِ. وَفِيمَا هُوَ يَتَقَدَّمُ لِيَتَطَلَّعَ، صَارَ إِلَيْهِ صَوْتُ الرَّبِّ:
δὲ ἰδὼν ὁ ; Μωϋσῆς ἐθαύμαζεν τὸ ; ὅραμα· δὲ αὐτοῦ προσερχομένου κατανοῆσαι, ἐγένετο πρὸς ; αὐτόν· φωνὴ κυρίου
أَنَا إِلهُ آبَائِكَ، إِلهُ إِبْرَاهِيمَ وَإِلهُ إِسْحَاقَ وَإِلهُ يَعْقُوبَ. فَارْتَعَدَ مُوسَى وَلَمْ يَجْسُرْ أَنْ يَتَطَلَّعَ.
ἐγὼ ὁ ; θεὸς τῶν ; πατέρων ; σου, ὁ ; θεὸς Ἀβραὰμ καὶ ; ὁ ; θεὸς Ἰσαὰκ καὶ ; ὁ ; θεὸς Ἰακώβ. ἔντρομος ; δὲ ; γενόμενος Μωϋσῆς οὐκ ἐτόλμα κατανοῆσαι.
هذَا مُوسَى الَّذِي أَنْكَرُوهُ قَائِلِينَ: مَنْ أَقَامَكَ رَئِيسًا وَقَاضِيًا. هذَا أَرْسَلَهُ اللهُ رَئِيسًا وَفَادِيًا بِيَدِ الْمَلاَكِ الَّذِي ظَهَرَ لَهُ فِي الْعُلَّيْقَةِ.
Τοῦτον τὸν ; Μωϋσῆν ὃν ἠρνήσαντο εἰπόντες· τίς σε ; κατέστησεν ἄρχοντα καὶ ; δικαστήν; τοῦτον ἀπέστειλεν ὁ ; θεὸς ἄρχοντα καὶ ; λυτρωτὴν ἐν; χειρὶ ἀγγέλου τοῦ ὀφθέντος αὐτῷ ἐν τῇ ; βάτῳ.
هذَا هُوَ مُوسَى الَّذِي قَالَ لِبَنِي إِسْرَائِيلَ: نَبِيًّا مِثْلِي سَيُقِيمُ لَكُمُ الرَّبُّ إِلهُكُمْ مِنْ إِخْوَتِكُمْ. لَهُ تَسْمَعُونَ.
οὗτός ἐστιν ὁ ; Μωϋσῆς ὁ ; εἴπας τοῖς ; υἱοῖς Ἰσραήλ· προφήτην ὡς ; ἐμέ ἀναστήσει ὑμῖν κύριος ὁ ; θεὸς ; ὑμῶν ἐκ τῶν ; ἀδελφῶν ; ὑμῶν αὐτοῦ ἀκούσεσθε.
وَأَمَّا خَيْمَةُ الشَّهَادَةِ فَكَانَتْ مَعَ آبَائِنَا فِي الْبَرِّيَّةِ، كَمَا أَمَرَ الَّذِي كَلَّمَ مُوسَى أَنْ يَعْمَلَهَا عَلَى الْمِثَالِ الَّذِي كَانَ قَدْ رَآهُ،
Ἡ ; σκηνὴ τοῦ ; μαρτυρίου ἦν ἐν τοῖς ; πατράσιν ; ἡμῶν ἐν τῇ ; ἐρήμῳ, καθὼς διετάξατο ὁ λαλῶν τῷ ; Μωϋσῇ ποιῆσαι ; αὐτὴν κατὰ τὸν ; τύπον ὃν ἑωράκει·
وَبِهذَا يَتَبَرَّرُ كُلُّ مَنْ يُؤْمِنُ مِنْ كُلِّ مَا لَمْ تَقْدِرُوا أَنْ تَتَبَرَّرُوا مِنْهُ بِنَامُوسِ مُوسَى.
καὶ ; ἐν ; τούτῳ δικαιωθῆναι, πᾶς τῷ ; πιστεύων ἀπὸ πάντων ὧν οὐκ ἠδυνήθητε δικαιοῦται. ἐν ; ὁ ; νόμῳ Μωϋσέως
وَانْحَدَرَ قَوْمٌ مِنَ الْيَهُودِيَّةِ، وَجَعَلُوا يُعَلِّمُونَ الإِخْوَةَ أَنَّهُ إِنْ لَمْ تَخْتَتِنُوا حَسَبَ عَادَةِ مُوسَى، لاَ يُمْكِنُكُمْ أَنْ تَخْلُصُوا.
Καί ; κατελθόντες τινες ἀπὸ τῆς ; Ἰουδαίας ἐδίδασκον τοὺς ; ἀδελφοὺς ὅτι ἐὰν ; μὴ περιτέμνησθε τῷ ἔθει Μωϋσέως, οὐ δύνασθε σωθῆναι.
وَلكِنْ قَامَ أُنَاسٌ مِنَ الَّذِينَ كَانُوا قَدْ آمَنُوا مِنْ مَذْهَبِ الْفَرِّيسِيِّينَ، وَقَالُوا: إِنَّهُ يَنْبَغِي أَنْ يُخْتَنُوا، وَيُوصَوْا بِأَنْ يَحْفَظُوا نَامُوسَ مُوسَى.
δέ Ἐξανέστησαν τινες τῶν πεπιστευκότες, ἀπὸ τῆς ; αἱρέσεως Φαρισαίων ; τῶν λέγοντες δεῖ ; ὅτι περιτέμνειν ; αὐτοὺς παραγγέλλειν ; τε τηρεῖν τὸν ; νόμον Μωϋσέως.¶
لأَنَّ مُوسَى مُنْذُ أَجْيَال قَدِيمَةٍ، لَهُ فِي كُلِّ مَدِينَةٍ مَنْ يَكْرِزُ بِهِ، إِذْ يُقْرَأُ فِي الْمَجَامِعِ كُلَّ سَبْتٍ.
γὰρ Μωϋσῆς ἐκ γενεῶν ἀρχαίων ἔχει κατὰ πόλιν τοὺς κηρύσσοντας αὐτὸν ἀναγινωσκόμενος.¶ ἐν ταῖς ; συναγωγαῖς κατὰ ; πᾶν σάββατον
وَقَدْ أُخْبِرُوا عَنْكَ أَنَّكَ تُعَلِّمُ جَمِيعَ الْيَهُودِ الَّذِينَ بَيْنَ الأُمَمِ الارْتِدَادَ عَنْ مُوسَى، قَائِلاً أَنْ لاَ يَخْتِنُوا أَوْلاَدَهُمْ وَلاَ يَسْلُكُوا حَسَبَ الْعَوَائِدِ.
κατηχήθησαν ; δὲ περὶ ; σοῦ ὅτι ; διδάσκεις πάντας Ἰουδαίους τοὺς κατὰ τὰ ; ἔθνη ἀποστασίαν ἀπὸ Μωϋσέως λέγων μὴ ; περιτέμνειν τὰ ; τέκνα μηδὲ περιπατεῖν. τοῖς ἔθεσιν
فَإِذْ حَصَلْتُ عَلَى مَعُونَةٍ مِنَ اللهِ، بَقِيتُ إِلَى هذَا الْيَوْمِ، شَاهِدًا لِلصَّغِيرِ وَالْكَبِيرِ. وَأَنَا لاَ أَقُولُ شَيْئًا غَيْرَ مَا تَكَلَّمَ الأَنْبِيَاءُ وَمُوسَى أَنَّهُ عَتِيدٌ أَنْ يَكُونَ:
οὖν ; τυχὼν ἐπικουρίας παρὰ τοῦ ; θεοῦ ἕστηκα ἄχρι ταύτης τῆς ; ἡμέρας μαρτυρούμενος μικρῷ τε ; καὶ ; μεγάλῳ, οὐδὲν ; λέγων ἐκτὸς ὧν ἐλάλησαν τε ; οἱ ; προφῆται καὶ ; Μωϋσῆς, μελλόντων γίνεσθαι
فَعَيَّنُوا لَهُ يَوْمًا، فَجَاءَ إِلَيْهِ كَثِيرُونَ إِلَى الْمَنْزِلِ، فَطَفِقَ يَشْرَحُ لَهُمْ شَاهِدًا بِمَلَكُوتِ اللهِ، وَمُقْنِعًا إِيَّاهُمْ مِنْ نَامُوسِ مُوسَى وَالأَنْبِيَاءِ بِأَمْرِ يَسُوعَ، مِنَ الصَّبَاحِ إِلَى الْمَسَاءِ.
Ταξάμενοι ; δὲ αὐτῷ ἡμέραν ἧκον πρὸς ; αὐτὸν πλείονες, εἰς τὴν ; ξενίαν ἐξετίθετο οἷς διαμαρτυρόμενος τὴν ; βασιλείαν τοῦ ; θεοῦ, πείθων ; τε αὐτοὺς ἀπό τε ; τοῦ ; νόμου Μωϋσέως καὶ ; τῶν ; προφητῶν περὶ τοῦ ; Ἰησοῦ, ἀπὸ πρωῒ ἕως ἑσπέρας.
لكِنْ قَدْ مَلَكَ الْمَوْتُ مِنْ آدَمَ إِلَى مُوسَى، وَذلِكَ عَلَى الَّذِينَ لَمْ يُخْطِئُوا عَلَى شِبْهِ تَعَدِّي آدَمَ، الَّذِي هُوَ مِثَالُ الآتِي.
ἀλλ᾽ ἐβασίλευσεν ὁ ; θάνατος ἀπὸ Ἀδὰμ μέχρι Μωϋσέως καὶ ἐπὶ τοὺς μὴ ἁμαρτήσαντας ἐπὶ ὁμοιώματι τῆς ; παραβάσεως Ἀδὰμ ὅς ἐστιν τύπος τοῦ ; μέλλοντος.
لأَنَّهُ يَقُولُ لِمُوسَى: إِنِّي أَرْحَمُ مَنْ أَرْحَمُ، وَأَتَرَاءَفُ عَلَى مَنْ أَتَرَاءَفُ.
γὰρ λέγει· τῷ ; Μωϋσεῖ ἐλεήσω ὃν ; ἂν ἐλεῶ καὶ ; οἰκτιρήσω ὃν ; ἂν οἰκτίρω.
لأَنَّ مُوسَى يَكْتُبُ فِي الْبِرِّ الَّذِي بِالنَّامُوسِ: إِنَّ الإِنْسَانَ الَّذِي يَفْعَلُهَا سَيَحْيَا بِهَا.
γὰρ Μωϋσῆς γράφει τὴν δικαιοσύνην τὴν ἐκ ; τοῦ ; νόμου ὅτι ὁ ; ἄνθρωπος αὐτὰ ; ποιήσας ζήσεται ἐν ; αὐτοῖς.¶
لكِنِّي أَقُولُ: أَلَعَلَّ إِسْرَائِيلَ لَمْ يَعْلَمْ. أَوَّلاً مُوسَى يَقُولُ: أَنَا أُغِيرُكُمْ بِمَا لَيْسَ أُمَّةً. بِأُمَّةٍ غَبِيَّةٍ أُغِيظُكُمْ.
ἀλλὰ λέγω· μὴ Ἰσραὴλ οὐκ ἔγνω; πρῶτος Μωϋσῆς λέγει· ἐγὼ παραζηλώσω ; ὑμᾶς ἐπ᾽ οὐκ ἔθνει ἐπ᾽ ; ἔθνει ἀσυνέτῳ παροργιῶ ; ὑμᾶς.