المعنى المختصر للكلمة
mḗ:
(adverb) not, (conjunction) lest
اللفظ الأصلي
μή
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
mḗ
(may)
تكرار الورود في الكتاب
969
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1
(adverb) not, (conjunction) lest
2
also (as an
interrogative implying a negative answer (whereas expects an
affirmative one)) whether
الإنجليزية — KJV Translation Tags
any but (that)
X forbear
+ God forbid
+
lack
lest
neither
never
no (X wise in)
none
nor
(can-)not
nothing
that not
un(-taken)
without
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
μὴ (569×)
καὶ ; μὴ (82×)
εἰ ; μὴ (76×)
οὐ ; μὴ (56×)
ἵνα ; μὴ (38×)
μή (31×)
Μὴ (19×)
καὶ ; οὐ ; μὴ (18×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (969 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
يوحنا 18: 36
Jhn.18.36
أَجَابَ يَسُوعُ: مَمْلَكَتِي لَيْسَتْ مِنْ هذَا الْعَالَمِ. لَوْ كَانَتْ مَمْلَكَتِي مِنْ هذَا الْعَالَمِ، لَكَانَ خُدَّامِي يُجَاهِدُونَ لِكَيْ لاَ أُسَلَّمَ إِلَى الْيَهُودِ. وَلكِنِ الآنَ لَيْسَتْ مَمْلَكَتِي مِنْ هُنَا.
Ἀπεκρίθη ὁ ; Ἰησοῦς· ἡ ; βασιλεία ; ἡ ; ἐμὴ οὐκ ; ἔστιν ἐκ τούτου· τοῦ ; κόσμου εἰ ἦν βασιλεία ; ἡ ; ἐμή, ἐκ τούτου τοῦ ; κόσμου ἂν οἱ ; ὑπηρέται ; οἱ ; ἐμοὶ ἠγωνίζοντο ἵνα μὴ παραδοθῶ τοῖς Ἰουδαίοις· δὲ νῦν οὐκ ἡ ; βασιλεία ; ἡ ; ἐμὴ ἔστιν ; ἐντεῦθεν.¶
يوحنا 18: 40
Jhn.18.40
فَصَرَخُوا أَيْضًا جَمِيعُهُمْ قَائِلِينَ: لَيْسَ هذَا بَلْ بَارَابَاسَ.. وَكَانَ بَارَابَاسُ لِصًّا.
ἐκραύγασαν ; οὖν πάλιν πάντες λέγοντες· μὴ τοῦτον ἀλλὰ τὸν ; Βαραββᾶν· ἦν ; δὲ ὁ ; Βαραββᾶς λῃστής.¶
يوحنا 19: 11
Jhn.19.11
أَجَابَ يَسُوعُ: لَمْ يَكُنْ لَكَ عَلَيَّ سُلْطَانٌ الْبَتَّةَ، لَوْ لَمْ تَكُنْ قَدْ أُعْطِيتَ مِنْ فَوْقُ. لِذلِكَ الَّذِي أَسْلَمَنِي إِلَيْكَ لَهُ خَطِيَّةٌ أَعْظَمُ.
ἀπεκρίθη ὁ; Ἰησοῦς· οὐκ εἶχες κατ᾽ ; ἐμοῦ ἐξουσίαν οὐδεμίαν, εἰ ; μὴ ἦν δεδομένον ; σοι ἄνωθεν· διὰ ; τοῦτο ὁ παραδιδούς; μέ σοι ἔχει. ἁμαρτίαν μείζονα
يوحنا 19: 15
Jhn.19.15
فَصَرَخُوا: خُذْهُ. خُذْهُ. اصْلِبْهُ. قَالَ لَهُمْ بِيلاَطُسُ: أَأَصْلِبُ مَلِكَكُمْ. أَجَابَ رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ: لَيْسَ لَنَا مَلِكٌ إِلاَّ قَيْصَرَ..
δὲ ; ἐκραύγασαν ἆρον ἆρον, σταύρωσον ; αὐτόν. λέγει αὐτοῖς ὁ ; Πιλᾶτος· σταυρώσω;¶ τὸν ; βασιλέα ; ὑμῶν ἀπεκρίθησαν οἱ ; ἀρχιερεῖς· οὐκ ἔχομεν βασιλέα εἰ ; μὴ Καίσαρα.¶
يوحنا 19: 21
Jhn.19.21
فَقَالَ رُؤَسَاءُ كَهَنَةِ الْيَهُودِ لِبِيلاَطُسَ: لاَ تَكْتُبْ: مَلِكُ الْيَهُودِ، بَلْ: إِنَّ ذَاكَ قَالَ: أَنَا مَلِكُ الْيَهُودِ..
ἔλεγον ; οὖν οἱ ; ἀρχιερεῖς τῶν ; Ἰουδαίων· τῷ ; Πιλάτῳ μὴ γράφε· ὁ ; βασιλεὺς τῶν ; Ἰουδαίων, ἀλλ᾽ ὅτι ἐκεῖνος εἶπεν· εἰμι βασιλεύς τῶν ; Ἰουδαίων.
يوحنا 19: 24
Jhn.19.24
فَقَالَ بَعْضُهُمْ لِبَعْضٍ: لاَ نَشُقُّهُ، بَلْ نَقْتَرِعُ عَلَيْهِ لِمَنْ يَكُونُ. لِيَتِمَّ الْكِتَابُ الْقَائِلُ: اقْتَسَمُوا ثِيَابِي بَيْنَهُمْ، وَعَلَى لِبَاسِي أَلْقَوْا قُرْعَةً. هذَا فَعَلَهُ الْعَسْكَرُ.
εἶπαν ; οὖν πρὸς ἀλλήλους· μὴ σχίσωμεν ; αὐτόν, ἀλλὰ λάχωμεν περὶ ; αὐτοῦ τίνος ἔσται· ἵνα ; πληρωθῇ ἡ ; γραφὴ ἡ ; λέγουσα· διεμερίσαντο τὰ ; ἱμάτιά ; μου ἑαυτοῖς καὶ ; ἐπὶ τὸν ; ἱματισμόν ; μου ἔβαλον κλῆρον.¶ ταῦτα ἐποίησαν, Οἱ ; στρατιῶται
يوحنا 19: 31
Jhn.19.31
ثُمَّ إِذْ كَانَ اسْتِعْدَادٌ، فَلِكَيْ لاَ تَبْقَى الأَجْسَادُ عَلَى الصَّلِيبِ فِي السَّبْتِ، لأَنَّ يَوْمَ ذلِكَ السَّبْتِ كَانَ عَظِيمًا، سَأَلَ الْيَهُودُ بِيلاَطُسَ أَنْ تُكْسَرَ سِيقَانُهُمْ وَيُرْفَعُوا.
οὖν ἐπεὶ ἦν, παρασκευὴ ἵνα μὴ μείνῃ τὰ ; σώματα ἐπὶ τοῦ ; σταυροῦ ἐν τῷ ; σαββάτῳ, γὰρ ἡ ; ἡμέρα ἐκείνου τοῦ ; σαββάτου, ἦν μεγάλη ἠρώτησαν Οἱ ; Ἰουδαῖοι, τὸν ; Πιλᾶτον ἵνα κατεαγῶσιν αὐτῶν ; τὰ ; σκέλη καὶ ; ἀρθῶσιν.
يوحنا 20: 17
Jhn.20.17
قَالَ لَهَا يَسُوعُ: لاَ تَلْمِسِينِي لأَنِّي لَمْ أَصْعَدْ بَعْدُ إِلَى أَبِي. وَلكِنِ اذْهَبِي إِلَى إِخْوَتِي وَقُولِي لَهُمْ: إِنِّي أَصْعَدُ إِلَى أَبِي وَأَبِيكُمْ وَإِلهِي وَإِلهِكُمْ.
λέγει αὐτῇ ὁ ; Ἰησοῦς· μή μου ; ἅπτου· γὰρ οὔπω ; ἀναβέβηκα πρὸς τὸν ; πατέρα ; μου. δὲ πορεύου πρὸς τοὺς ; ἀδελφούς ; μου καὶ ; εἰπὲ αὐτοῖς· ἀναβαίνω πρὸς τὸν ; πατέρα ; μου καὶ ; πατέρα ; ὑμῶν καὶ ; θεόν ; μου καὶ ; θεὸν ; ὑμῶν.¶
يوحنا 20: 25
Jhn.20.25
فَقَالَ لَهُ التَّلاَمِيذُ الآخَرُونَ: قَدْ رَأَيْنَا الرَّبَّ.. فَقَالَ لَهُمْ: إِنْ لَمْ أُبْصِرْ فِي يَدَيْهِ أَثَرَ الْمَسَامِيرِ، وَأَضَعْ إِصْبِعِي فِي أَثَرِ الْمَسَامِيرِ، وَأَضَعْ يَدِي فِي جَنْبِهِ، لاَ أُومِنْ.
ἔλεγον ; οὖν αὐτῷ οἱ ; μαθηταί· ἄλλοι ἑωράκαμεν τὸν ; κύριον. ὁ ; δὲ ; εἶπεν αὐτοῖς· ἐὰν μὴ ἴδω ἐν ταῖς ; χερσὶν ; αὐτοῦ τὸν ; τύπον τῶν ; ἥλων καὶ ; βάλω τὸν ; δάκτυλόν ; μου εἰς τὸν ; τύπον τῶν ; ἥλων καὶ ; βάλω μου ; τὴν ; χεῖρα εἰς τὴν ; πλευρὰν ; αὐτοῦ, οὐ ; μὴ πιστεύσω.¶
يوحنا 20: 25
Jhn.20.25
فَقَالَ لَهُ التَّلاَمِيذُ الآخَرُونَ: قَدْ رَأَيْنَا الرَّبَّ.. فَقَالَ لَهُمْ: إِنْ لَمْ أُبْصِرْ فِي يَدَيْهِ أَثَرَ الْمَسَامِيرِ، وَأَضَعْ إِصْبِعِي فِي أَثَرِ الْمَسَامِيرِ، وَأَضَعْ يَدِي فِي جَنْبِهِ، لاَ أُومِنْ.
ἔλεγον ; οὖν αὐτῷ οἱ ; μαθηταί· ἄλλοι ἑωράκαμεν τὸν ; κύριον. ὁ ; δὲ ; εἶπεν αὐτοῖς· ἐὰν μὴ ἴδω ἐν ταῖς ; χερσὶν ; αὐτοῦ τὸν ; τύπον τῶν ; ἥλων καὶ ; βάλω τὸν ; δάκτυλόν ; μου εἰς τὸν ; τύπον τῶν ; ἥλων καὶ ; βάλω μου ; τὴν ; χεῖρα εἰς τὴν ; πλευρὰν ; αὐτοῦ, οὐ ; μὴ πιστεύσω.¶
يوحنا 20: 27
Jhn.20.27
ثُمَّ قَالَ لِتُومَا: هَاتِ إِصْبِعَكَ إِلَى هُنَا وَأَبْصِرْ يَدَيَّ، وَهَاتِ يَدَكَ وَضَعْهَا فِي جَنْبِي، وَلاَ تَكُنْ غَيْرَ مُؤْمِنٍ بَلْ مُؤْمِنًا.
εἶτα λέγει τῷ ; Θωμᾷ· φέρε τὸν ; δάκτυλόν ; σου ὧδε καὶ ; ἴδε τὰς ; χεῖράς ; μου, καὶ ; φέρε τὴν ; χεῖρά ; σου καὶ ; βάλε εἰς τὴν ; πλευράν ; μου, καὶ ; μὴ γίνου ἄπιστος ἀλλὰ πιστός.¶
يوحنا 21: 5
Jhn.21.5
فَقَالَ لَهُمْ يَسُوعُ: يَا غِلْمَانُ أَلَعَلَّ عِنْدَكُمْ إِدَامًا.. أَجَابُوهُ: لاَ.
Λέγει ; οὖν αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· παιδία, μή ἔχετε; τι ; προσφάγιον ἀπεκρίθησαν ; αὐτῷ· οὔ.
أعمال الرسل 1: 4
Act.1.4
وَفِيمَا هُوَ مُجْتَمِعٌ مَعَهُمْ أَوْصَاهُمْ أَنْ لاَ يَبْرَحُوا مِنْ أُورُشَلِيمَ، بَلْ يَنْتَظِرُوا مَوْعِدَ الآبِ الَّذِي سَمِعْتُمُوهُ مِنِّي،
καὶ ; συναλιζόμενος παρήγγειλεν ; αὐτοῖς μὴ χωρίζεσθαι, ἀπὸ Ἱεροσολύμων ἀλλὰ περιμένειν τὴν ; ἐπαγγελίαν τοῦ ; πατρὸς ἣν ἠκούσατέ μου·
أعمال الرسل 1: 20
Act.1.20
لأَنَّهُ مَكْتُوبٌ فِي سِفْرِ الْمَزَامِيرِ: لِتَصِرْ دَارُهُ خَرَابًا وَلاَ يَكُنْ فِيهَا سَاكِنٌ. وَلْيَأْخُذْ وَظِيفَتَهُ آخَرُ.
γὰρ γέγραπται ἐν βίβλῳ ψαλμῶν· γενηθήτω ἡ ; ἔπαυλις ; αὐτοῦ ἔρημος καὶ ; μὴ ἔστω ἐν ; αὐτῇ, ὁ ; κατοικῶν καὶ ; τὴν ; λάβοι ἐπισκοπὴν ; αὐτοῦ ἕτερος.
أعمال الرسل 2: 25
Act.2.25
لأَنَّ دَاوُدَ يَقُولُ فِيهِ: كُنْتُ أَرَى الرَّبَّ أَمَامِي فِي كُلِّ حِينٍ، أَنَّهُ عَنْ يَمِينِي، لِكَيْ لاَ أَتَزَعْزَعَ.
γὰρ Δαυὶδ λέγει εἰς ; αὐτόν· προορώμην τὸν ; κύριον ἐνώπιόν ; μου διὰ παντός, ὅτι ; ἐστιν ἐκ δεξιῶν ; μού ἵνα μὴ σαλευθῶ·
أعمال الرسل 3: 23
Act.3.23
وَيَكُونُ أَنَّ كُلَّ نَفْسٍ لاَ تَسْمَعُ لِذلِكَ النَّبِيِّ تُبَادُ مِنَ الشَّعْبِ.
ἔσται ; δὲ πᾶσα ψυχὴ ἥτις ; ἂν; μὴ ἀκούσῃ τοῦ ; ἐκείνου προφήτου ἐξολεθρευθήσεται ἐκ τοῦ ; λαοῦ.
أعمال الرسل 4: 17
Act.4.17
وَلكِنْ لِئَلاَّ تَشِيعَ أَكْثَرَ فِي الشَّعْبِ، لِنُهَدِّدْهُمَا تَهْدِيدًا أَنْ لاَ يُكَلِّمَا أَحَدًا مِنَ النَّاسِ فِيمَا بَعْدُ بِهذَا الاسْمِ.
ἀλλ᾽ ἵνα ; μὴ διανεμηθῇ ἐπὶ ; πλεῖον εἰς τὸν ; λαόν, ἀπειλησώμεθα ; αὐτοῖς ἀπειλῇ λαλεῖν ; μηδενὶ ; ἀνθρώπων. μηκέτι ἐπὶ ; τούτῳ τῷ ; ὀνόματι
أعمال الرسل 4: 18
Act.4.18
فَدَعَوْهُمَا وَأَوْصَوْهُمَا أَنْ لاَ يَنْطِقَا الْبَتَّةَ، وَلاَ يُعَلِّمَا بِاسْمِ يَسُوعَ.
καὶ ; καλέσαντες ; αὐτοὺς παρήγγειλαν τὸ ; μὴ φθέγγεσθαι καθόλου μηδὲ διδάσκειν ἐπὶ ; τῷ ; ὀνόματι τοῦ ; Ἰησοῦ.¶
أعمال الرسل 4: 20
Act.4.20
لأَنَّنَا نَحْنُ لاَ يُمْكِنُنَا أَنْ لاَ نَتَكَلَّمَ بِمَا رَأَيْنَا وَسَمِعْنَا.
γὰρ ἡμεῖς οὐ δυνάμεθα μὴ λαλεῖν. ἃ εἴδαμεν καὶ ; ἠκούσαμεν
أعمال الرسل 5: 7
Act.5.7
ثُمَّ حَدَثَ بَعْدَ مُدَّةِ نَحْوِ ثَلاَثِ سَاعَاتٍ، أَنَّ امْرَأَتَهُ دَخَلَتْ، وَلَيْسَ لَهَا خَبَرُ مَا جَرَى.
ἐγένετο ; δὲ διάστημα ὡς τριῶν ὡρῶν καὶ ; ἡ ; γυνὴ ; αὐτοῦ εἰσῆλθεν. μὴ εἰδυῖα τὸ ; γεγονὸς
أعمال الرسل 5: 26
Act.5.26
حِينَئِذٍ مَضَى قَائِدُ الْجُنْدِ مَعَ الْخُدَّامِ، فَأَحْضَرَهُمْ لاَ بِعُنْفٍ، لأَنَّهُمْ كَانُوا يَخَافُونَ الشَّعْبَ لِئَلاَّ يُرْجَمُوا.
Τότε ἀπελθὼν ὁ ; στρατηγὸς σὺν τοῖς ; ὑπηρέταις ἤγαγεν; αὐτοὺς οὐ μετὰ ; βίας, γὰρ ἐφοβοῦντο τὸν ; λαὸν ἵνα ; μὴ λιθασθῶσιν.¶
أعمال الرسل 5: 28
Act.5.28
قِائِلاً: أَمَا أَوْصَيْنَاكُمْ وَصِيَّةً أَنْ لاَ تُعَلِّمُوا بِهذَا الاسْمِ. وَهَا أَنْتُمْ قَدْ مَلأْتُمْ أُورُشَلِيمَ بِتَعْلِيمِكُمْ، وَتُرِيدُونَ أَنْ تَجْلِبُوا عَلَيْنَا دَمَ هذَا الإِنْسَانِ.
λέγων· οὐ παρηγγείλαμεν ; ὑμῖν παραγγελίᾳ μὴ διδάσκειν ἐπὶ ; τούτῳ. τῷ ; ὀνόματι καὶ ; ἰδοὺ πεπληρώκατε τὴν ; Ἰερουσαλὴμ τῆς ; διδαχῆς ; ὑμῶν καὶ ; βούλεσθε ἐπαγαγεῖν ἐφ᾽ ; ἡμᾶς τὸ ; αἷμα τούτου.¶ τοῦ ; ἀνθρώπου
أعمال الرسل 5: 40
Act.5.40
فَانْقَادُوا إِلَيْهِ. وَدَعُوا الرُّسُلَ وَجَلَدُوهُمْ، وَأَوْصَوْهُمْ أَنْ لاَ يَتَكَلَّمُوا بِاسْمِ يَسُوعَ، ثُمَّ أَطْلَقُوهُمْ.
ἐπείσθησαν ; δὲ αὐτῷ, καὶ ; προσκαλεσάμενοι ἀποστόλους ; τοὺς δείραντες παρήγγειλαν μὴ λαλεῖν ἐπὶ ; τῷ ; ὀνόματι τοῦ ; Ἰησοῦ καὶ ἀπέλυσαν ; αὐτούς.¶
أعمال الرسل 7: 19
Act.7.19
فَاحْتَالَ هذَا عَلَى جِنْسِنَا وَأَسَاءَ إِلَى آبَائِنَا، حَتَّى جَعَلُوا أَطْفَالَهُمْ مَنْبُوذِينَ لِكَيْ لاَ يَعِيشُوا.
κατασοφισάμενος οὗτος τὸ ; γένος ; ἡμῶν ἐκάκωσεν τοὺς ; πατέρας ; ἡμῶν τοῦ ; ποιεῖν τὰ ; βρέφη ἔκθετα ; αὐτῶν εἰς μὴ ζῳογονεῖσθαι. ; τὸ
أعمال الرسل 7: 28
Act.7.28
أَتُرِيدُ أَنْ تَقْتُلَنِي كَمَا قَتَلْتَ أَمْسَ الْمِصْرِيَّ.
σὺ ; θέλεις μὴ ἀνελεῖν ὃν ; τρόπον ἀνεῖλες ἐχθὲς τὸν ; Αἰγύπτιον;
أعمال الرسل 7: 42
Act.7.42
فَرَجَعَ اللهُ وَأَسْلَمَهُمْ لِيَعْبُدُوا جُنْدَ السَّمَاءِ، كَمَا هُوَ مَكْتُوبٌ فِي كِتَابِ الأَنْبِيَاءِ: هَلْ قَرَّبْتُمْ لِي ذَبَائِحَ وَقَرَابِينَ أَرْبَعِينَ سَنَةً فِي الْبَرِّيَّةِ يَا بَيْتَ إِسْرَائِيلَ.
ἔστρεψεν ; δὲ ὁ ; θεὸς καὶ ; παρέδωκεν ; αὐτοὺς λατρεύειν τῇ ; στρατιᾷ οὐρανοῦ, ; τοῦ καθὼς γέγραπται ἐν βίβλῳ τῶν ; προφητῶν· μὴ προσηνέγκατέ μοι σφάγια καὶ ; θυσίας τεσσεράκοντα ἔτη ἐν τῇ ; ἐρήμῳ, οἶκος Ἰσραήλ;
أعمال الرسل 7: 60
Act.7.60
ثُمَّ جَثَا عَلَى رُكْبَتَيْهِ وَصَرَخَ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ: يَا رَبُّ، لاَ تُقِمْ لَهُمْ هذِهِ الْخَطِيَّةَ. وَإِذْ قَالَ هذَا رَقَدَ.
θεὶς τὰ ; γόνατα ἔκραξεν φωνῇ μεγάλῃ· κύριε, μὴ στήσῃς αὐτοῖς ταύτην τὴν ; ἁμαρτίαν. καὶ ; εἰπὼν τοῦτο ἐκοιμήθη.
أعمال الرسل 8: 31
Act.8.31
فَقَالَ: كَيْفَ يُمْكِنُنِي إِنْ لَمْ يُرْشِدْنِي أَحَدٌ.. وَطَلَبَ إِلَى فِيلُبُّسَ أَنْ يَصْعَدَ وَيَجْلِسَ مَعَهُ.
ὁ ; δὲ ; εἶπεν· πῶς δυναίμην, ἐὰν ; μή ὁδηγήσῃ; με; τις παρεκάλεσέν ; τε τὸν ; Φίλιππον ἀναβάντα καθίσαι σὺν ; αὐτῷ.
أعمال الرسل 9: 9
Act.9.9
وَكَانَ ثَلاَثَةَ أَيَّامٍ لاَ يُبْصِرُ، فَلَمْ يَأْكُلْ وَلَمْ يَشْرَبْ.
καὶ ; ἦν τρεῖς ἡμέρας μὴ βλέπων οὐκ ἔφαγεν οὐδὲ ἔπιεν.¶
أعمال الرسل 9: 26
Act.9.26
وَلَمَّا جَاءَ شَاوُلُ إِلَى أُورُشَلِيمَ حَاوَلَ أَنْ يَلْتَصِقَ بِالتَّلاَمِيذِ، وَكَانَ الْجَمِيعُ يَخَافُونَهُ غَيْرَ مُصَدِّقِينَ أَنَّهُ تِلْمِيذٌ.
δὲ Παραγενόμενος ὁ ; Σαῦλος εἰς Ἰερουσαλὴμ ἐπειρᾶτο κολλᾶσθαι τοῖς ; μαθηταῖς· καὶ πάντες ἐφοβοῦντο ; αὐτὸν μὴ πιστεύοντες ὅτι ; ἐστὶν μαθητής.