ك
إصحاح
G3172
G3173. mégas
G3174
المعنى المختصر للكلمة
mégas: big (literally or figuratively, in a very wide application)
اللفظ الأصلي μέγας
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق mégas (meg-as)
تكرار الورود في الكتاب 228 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

big (literally or figuratively, in a very wide application)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
(+ fear) exceedingly great(-est) high large loud mighty + (be) sore (afraid) strong X to years

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

μεγάλῃ (24×) μέγας (20×) μεγάλη (19×) μείζων (14×) μέγα (13×) μεγάλην (13×) μέγαν (9×) μεγάλης (8×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (228 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَصَرَخَ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ وَقَالَ: مَا لِي وَلَكَ يَا يَسُوعُ ابْنَ اللهِ الْعَلِيِّ. أَسْتَحْلِفُكَ بِاللهِ أَنْ لاَ تُعَذِّبَنِي.
καὶ ; κράξας φωνῇ μεγάλῃ εἶπεν τί ἐμοὶ καὶ ; σοί, Ἰησοῦ, υἱὲ τοῦ ; θεοῦ τοῦ ; ὑψίστου; ὁρκίζω ; σε τὸν ; θεόν, μή με ; βασανίσῃς.
وَكَانَ هُنَاكَ عِنْدَ الْجِبَالِ قَطِيعٌ كَبِيرٌ مِنَ الْخَنَازِيرِ يَرْعَى،
ἦν ; δὲ ἐκεῖ πρὸς τὰ; ὄρη ἀγέλη μεγάλη χοίρων βοσκομένη·
وَلِلْوَقْتِ قَامَتِ الصَّبِيَّةُ وَمَشَتْ، لأَنَّهَا كَانَتِ ابْنَةَ اثْنَتَيْ عَشْرَةَ سَنَةً. فَبُهِتُوا بَهَتًا عَظِيمًا.
καὶ ; εὐθὺς ἀνέστη τὸ ; κοράσιον καὶ ; περιεπάτει· γὰρ ἦν δώδεκα. ἐτῶν καὶ ; ἐξέστησαν ἐκστάσει μεγάλῃ.
فَسَكَتُوا، لأَنَّهُمْ تَحَاجُّوا فِي الطَّرِيقِ بَعْضُهُمْ مَعَ بَعْضٍ فِي مَنْ هُوَ أَعْظَمُ.
οἱ ; δὲ ; ἐσιώπων· γὰρ διελέχθησαν ἐν τῇ ; ὁδῷ πρὸς ; ἀλλήλους τίς μείζων.¶
فَلاَ يَكُونُ هكَذَا فِيكُمْ. بَلْ مَنْ أَرَادَ أَنْ يَصِيرَ فِيكُمْ عَظِيمًا، يَكُونُ لَكُمْ خَادِمًا،
οὐχ ; δέ ἔσται οὕτως ἐν ; ὑμῖν, ἀλλ᾽ ὃς ; ἐὰν θέλῃ γενέσθαι ἐν ; ὑμῖν, μέγας ἔσται ὑμῶν διάκονος·
وَثَانِيَةٌ مِثْلُهَا هِيَ: تُحِبُّ قَرِيبَكَ كَنَفْسِكَ. لَيْسَ وَصِيَّةٌ أُخْرَى أَعْظَمَ مِنْ هَاتَيْنِ.
καὶ ; δευτέρα ὁμοία αὕτη· ἀγαπήσεις τὸν ; πλησίον ; σου ὡς ; σεαυτόν. οὐκ ; ἔστιν. ἐντολὴ ἄλλη μείζων τούτων
فَأَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهُ: أَتَنْظُرُ هذِهِ الأَبْنِيَةَ الْعَظِيمَةَ. لاَ يُتْرَكُ حَجَرٌ عَلَى حَجَرٍ لاَ يُنْقَضُ.
Καὶ ; ἀποκριθεὶς ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· βλέπεις ταύτας τὰς ; οἰκοδομάς; μεγάλας οὐ ; μὴ ἀφεθῇ λίθος ἐπὶ λίθῷ ὃς ; οὐ ; μὴ καταλυθῇ.¶
فَهُوَ يُرِيكُمَا عِلِّيَّةً كَبِيرَةً مَفْرُوشَةً مُعَدَّةً. هُنَاكَ أَعِدَّا لَنَا.
καὶ ; αὐτὸς ὑμῖν ; δείξει ἀνάγαιον μέγα ἐστρωμένον ἕτοιμον· ἐκεῖ ἑτοιμάσατε ἡμῖν.
وَفِي السَّاعَةِ التَّاسِعَةِ صَرَخَ يَسُوعُ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ قَائِلاً: إِلُوِي، إِلُوِي، لِمَا شَبَقْتَنِي. اَلَّذِي تَفْسِيرُهُ: إِلهِي، إِلهِي، لِمَاذَا تَرَكْتَنِي.
καὶ ; τῇ τῇ ; ὥρᾳ ἐνάτῃ ἐβόησεν ὁ ; Ἰησοῦς φωνῇ μεγάλῃ λέγων· ελωι ελωι, λεμα σαβαχθανι; ὅ ; ἐστιν μεθερμηνευόμενον· ὁ ; θεός ; μου ὁ ; θεός ; μου, εἰς ; τί ἐγκατέλιπές ; με;
فَصَرَخَ يَسُوعُ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ وَأَسْلَمَ الرُّوحَ.
δὲ ; ἀφεὶς ὁ ; Ἰησοῦς φωνὴν μεγάλην ἐξέπνευσεν.¶
فَتَطَلَّعْنَ وَرَأَيْنَ أَنَّ الْحَجَرَ قَدْ دُحْرِجَ. لأَنَّهُ كَانَ عَظِيمًا جِدًّا.
καὶ ; ἀναβλέψασαι θεωροῦσιν ὅτι ὁ ; λίθος· ἀποκεκύλισται γὰρ ἦν μέγας σφόδρα.
لأَنَّهُ يَكُونُ عَظِيمًا أَمَامَ الرَّبِّ، وَخَمْرًا وَمُسْكِرًا لاَ يَشْرَبُ، وَمِنْ بَطْنِ أُمِّهِ يَمْتَلِئُ مِنَ الرُّوحِ الْقُدُسِ.
γὰρ ἔσται μέγας ἐνώπιον τοῦ ; κυρίου, καὶ ; οἶνον καὶ ; σίκερα οὐ ; μὴ πίῃ, καὶ ; ἔτι ; ἐκ κοιλίας μητρὸς ; αὐτοῦ. πλησθήσεται πνεύματος ἁγίου
هذَا يَكُونُ عَظِيمًا، وَابْنَ الْعَلِيِّ يُدْعَى، وَيُعْطِيهِ الرَّبُّ الإِلهُ كُرْسِيَّ دَاوُدَ أَبِيهِ،
οὗτος ἔσται μέγας καὶ ; υἱὸς ὑψίστου κληθήσεται, καὶ ; δώσει ; αὐτῷ κύριος ὁ ; θεὸς τὸν ; θρόνον Δαυὶδ τοῦ ; πατρὸς ; αὐτοῦ,
وَصَرَخَتْ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ وَقَالَتْ: مُبَارَكَةٌ أَنْتِ فِي النِّسَاءِ وَمُبَارَكَةٌ هِيَ ثَمَرَةُ بَطْنِكِ.
καὶ ; ἀνεφώνησεν φωνῇ μεγάλῃ καὶ ; εἶπεν· εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξίν, καὶ ; εὐλογημένος ὁ ; καρπὸς τῆς ; κοιλίας ; σου.
وَإِذَا مَلاَكُ الرَّبِّ وَقَفَ بِهِمْ، وَمَجْدُ الرَّبِّ أَضَاءَ حَوْلَهُمْ، فَخَافُوا خَوْفًا عَظِيمًا.
καὶ ; ἰδού ἄγγελος κυρίου ἐπέστη αὐτοῖς, καὶ ; δόξα κυρίου περιέλαμψεν αὐτούς, καὶ ; ἐφοβήθησαν φόβον μέγαν.
فَقَالَ لَهُمُ الْمَلاَكُ: لاَ تَخَافُوا. فَهَا أَنَا أُبَشِّرُكُمْ بِفَرَحٍ عَظِيمٍ يَكُونُ لِجَمِيعِ الشَّعْبِ:
καὶ ; εἶπεν αὐτοῖς ὁ ; ἄγγελος· μὴ φοβεῖσθε· ἰδοὺ ; γὰρ εὐαγγελίζομαι ; ὑμῖν χαρὰν μεγάλην ἥτις ; ἔσται παντὶ τῷ ; λαῷ
وَبِالْحَقِّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّ أَرَامِلَ كَثِيرَةً كُنَّ فِي إِسْرَائِيلَ فِي أَيَّامِ إِيلِيَّا حِينَ أُغْلِقَتِ السَّمَاءُ مُدَّةَ ثَلاَثِ سِنِينَ وَسِتَّةِ أَشْهُرٍ، لَمَّا كَانَ جُوعٌ عَظِيمٌ فِي الأَرْضِ كُلِّهَا،
ἐπ᾽ ; ἀληθείας ; δὲ λέγω ὑμῖν· χῆραι πολλαὶ ἦσαν ἐν τῷ ; Ἰσραὴλ ἐν ταῖς ; ἡμέραις Ἠλίου ὅτε ἐκλείσθη ὁ ; οὐρανὸς ἐπὶ τρία ἔτη καὶ ; ἕξ, μῆνας ὡς ἐγένετο λιμὸς μέγας ἐπὶ τὴν ; γῆν· πᾶσαν
وَكَانَ فِي الْمَجْمَعِ رَجُلٌ بِهِ رُوحُ شَيْطَانٍ نَجِسٍ، فَصَرَخَ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ
καὶ ; ἦν ἐν τῇ ; συναγωγῇ ἄνθρωπος ἔχων πνεῦμα δαιμονίου ἀκαθάρτου, καὶ ; ἀνέκραξεν φωνῇ μεγάλῃ·
وَلَمَّا قَامَ مِنَ الْمَجْمَعِ دَخَلَ بَيْتَ سِمْعَانَ. وَكَانَتْ حَمَاةُ سِمْعَانَ قَدْ أَخَذَتْهَا حُمَّى شَدِيدَةٌ. فَسَأَلُوهُ مِنْ أَجْلِهَا.
δὲ Ἀναστὰς ἐκ τῆς ; συναγωγῆς εἰσῆλθεν εἰς ; τὴν ; οἰκίαν Σίμωνος. δὲ ; ἦν ἡ ; πενθερὰ τοῦ ; Σίμωνος συνεχομένη πυρετῷ μεγάλῳ, καὶ ; ἠρώτησαν ; αὐτὸν περὶ ; αὐτῆς.
وَصَنَعَ لَهُ لاَوِي ضِيَافَةً كَبِيرَةً فِي بَيْتِهِ. وَالَّذِينَ كَانُوا مُتَّكِئِينَ مَعَهُمْ كَانُوا جَمْعًا كَثِيرًا مِنْ عَشَّارِينَ وَآخَرِينَ.
καὶ ; ἐποίησεν αὐτῷ ὁ ; Λευὶς δοχὴν μεγάλην ἐν τῇ ; οἰκίᾳ ; αὐτοῦ, καὶ ; οἳ ἦσαν κατακείμενοι. μετ᾽ ; αὐτῶν ἦν ὄχλος πολὺς τελωνῶν καὶ ; ἄλλων
وَأَمَّا الَّذِي يَسْمَعُ وَلاَ يَعْمَلُ، فَيُشْبِهُ إِنْسَانًا بَنَى بَيْتَهُ عَلَى الأَرْضِ مِنْ دُونِ أَسَاسٍ، فَصَدَمَهُ النَّهْرُ فَسَقَطَ حَالاً، وَكَانَ خَرَابُ ذلِكَ الْبَيْتِ عَظِيمًا..
δὲ Ὁ ἀκούσας καὶ ; μὴ ποιήσας ὅμοιός ; ἐστιν ἀνθρώπῳ οἰκοδομήσαντι οἰκίαν ἐπὶ τὴν ; γῆν χωρὶς θεμελίου ᾗ ; προσέρηξεν ὁ ; ποταμός, ἔπεσεν εὐθὺς καὶ ; ἐγένετο τὸ ; ῥῆγμα τῆς ; ἐκείνης οἰκίας μέγα.¶
فَأَخَذَ الْجَمِيعَ خَوْفٌ، وَمَجَّدُوا اللهَ قَائِلِينَ: قَدْ قَامَ فِينَا نَبِيٌّ عَظِيمٌ، وَافْتَقَدَ اللهُ شَعْبَهُ.
ἔλαβεν ; δὲ ἅπαντας φόβος καὶ ; ἐδόξαζον τὸν ; θεὸν λέγοντες ὅτι ; ἐγήγερται ἐν ; ἡμῖν, προφήτης μέγας καὶ ; ὅτι ; ἐπεσκέψατο ὁ ; θεὸς τὸν ; λαὸν ; αὐτοῦ.
لأَنِّي أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّهُ بَيْنَ الْمَوْلُودِينَ مِنَ النِّسَاءِ لَيْسَ نَبِيٌّ أَعْظَمَ مِنْ يُوحَنَّا الْمَعْمَدَانِ، وَلكِنَّ الأَصْغَرَ فِي مَلَكُوتِ اللهِ أَعْظَمُ مِنْهُ.
γὰρ Λέγω ὑμῖν· ἐν γεννητοῖς γυναικῶν οὐδείς ; ἐστιν. προφήτης μείζων βαπτιστοῦ δὲ μικρότερος ἐν τῇ ; βασιλείᾳ τοῦ ; θεοῦ μείζων ; ἐστιν. αὐτοῦ
فَلَمَّا رَأَى يَسُوعَ صَرَخَ وَخَرَّ لَهُ، وَقَالَ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ: مَا لِي وَلَكَ يَا يَسُوعُ ابْنَ اللهِ الْعَلِيِّ. أَطْلُبُ مِنْكَ أَنْ لاَ تُعَذِّبَنِي..
δὲ ἰδὼν τὸν ; Ἰησοῦν καὶ ; ἀνακράξας προσέπεσεν αὐτῷ καὶ ; εἶπεν· φωνῇ μεγάλῃ τί ἐμοὶ καὶ ; σοί, Ἰησοῦ, υἱὲ τοῦ ; θεοῦ τοῦ ; ὑψίστου; δέομαί σου, μή με ; βασανίσῃς.
فَطَلَبَ إِلَيْهِ كُلُّ جُمْهُورِ كُورَةِ الْجَدَرِيِّينَ أَنْ يَذْهَبَ عَنْهُمْ، لأَنَّهُ اعْتَرَاهُمْ خَوْفٌ عَظِيمٌ. فَدَخَلَ السَّفِينَةَ وَرَجَعَ.
καὶ ; ἠρώτησαν αὐτὸν ἅπαν τὸ ; πλῆθος τῆς ; περιχώρου τῶν ; Γαδαρηνῶν ἀπελθεῖν ἀπ᾽ ; αὐτῶν, ὅτι συνείχοντο.¶ φόβῳ μεγάλῳ ἐμβὰς εἰς ; τὸ ; πλοῖον ὑπέστρεψεν.
وَدَاخَلَهُمْ فِكْرٌ مَنْ عَسَى أَنْ يَكُونَ أَعْظَمَ فِيهِمْ.
Εἰσῆλθεν ; δὲ ; ἐν ; αὐτοῖς διαλογισμὸς ; τὸ τίς ἂν εἴη μείζων αὐτῶν.
وَقَالَ لَهُمْ: مَنْ قَبِلَ هذَا الْوَلَدَ بِاسْمِي يَقْبَلُنِي، وَمَنْ قَبِلَنِي يَقْبَلُ الَّذِي أَرْسَلَنِي، لأَنَّ الأَصْغَرَ فِيكُمْ جَمِيعًا هُوَ يَكُونُ عَظِيمًا
καὶ ; εἶπεν αὐτοῖς· ὃς ; ἐὰν δέξηται τοῦτο τὸ ; παιδίον ἐπὶ ; τῷ ; ὀνόματί ; μου, ἐμὲ ; δέχεται· καὶ ; ὃς ; ἐὰν ἐμὲ ; δέξηται, δέχεται τὸν ἀποστείλαντά ; με. γὰρ μικρότερος ; ὑπάρχων ἐν ; ὑμῖν πᾶσιν οὗτός ; ἔσται μέγας.
وَقَالَ: أَعْمَلُ هذَا: أَهْدِمُ مَخَازِنِي وَأَبْنِي أَعْظَمَ، وَأَجْمَعُ هُنَاكَ جَمِيعَ غَّلاَتِي وَخَيْرَاتِي،
καὶ ; εἶπεν· ποιήσω· τοῦτο καθελῶ μου ; τὰς ; ἀποθήκας καὶ ; οἰκοδομήσω μείζονας καὶ ; συνάξω ἐκεῖ πάντα τὰ; γενήματά; μου καὶ ; τὰ ; ἀγαθά ; μου
يُشْبِهُ حَبَّةَ خَرْدَل أَخَذَهَا إِنْسَانٌ وَأَلْقَاهَا فِي بُسْتَانِهِ، فَنَمَتْ وَصَارَتْ شَجَرَةً كَبِيرَةً، وَتَآوَتْ طُيُورُ السَّمَاءِ فِي أَغْصَانِهَا.
ὁμοία ; ἐστὶν κόκκῳ σινάπεως ὃν ; λαβὼν ἄνθρωπος ἔβαλεν εἰς κῆπον ; ἑαυτοῦ, καὶ ; ηὔξησεν καὶ ; ἐγένετο εἰς ; δένδρον μέγα, καὶ ; κατεσκήνωσεν τὰ ; πετεινὰ τοῦ ; οὐρανοῦ ἐν τοῖς ; κλάδοις ; αὐτοῦ.¶
فَقَالَ لَهُ: إِنْسَانٌ صَنَعَ عَشَاءً عَظِيمًا وَدَعَا كَثِيرِينَ،
Ὁ ; δὲ ; εἶπεν αὐτῷ· ἄνθρωπός ; τις ἐποίησεν δεῖπνον μέγα καὶ ; ἐκάλεσεν πολλούς·