ك
إصحاح
G3172
G3173. mégas
G3174
المعنى المختصر للكلمة
mégas: big (literally or figuratively, in a very wide application)
اللفظ الأصلي μέγας
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق mégas (meg-as)
تكرار الورود في الكتاب 228 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

big (literally or figuratively, in a very wide application)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
(+ fear) exceedingly great(-est) high large loud mighty + (be) sore (afraid) strong X to years

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

μεγάλῃ (24×) μέγας (20×) μεγάλη (19×) μείζων (14×) μέγα (13×) μεγάλην (13×) μέγαν (9×) μεγάλης (8×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (228 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَلَمَّا رَأَوْا النَّجْمَ فَرِحُوا فَرَحًا عَظِيمًا جِدًّا.
δὲ ἰδόντες τὸν ; ἀστέρα ἐχάρησαν χαρὰν μεγάλην σφόδρα,
الشَّعْبُ الْجَالِسُ فِي ظُلْمَةٍ أَبْصَرَ نُورًا عَظِيمًا، وَالْجَالِسُونَ فِي كُورَةِ الْمَوْتِ وَظِلاَلِهِ أَشْرَقَ عَلَيْهِمْ نُورٌ.
ὁ ; λαὸς ὁ ; καθήμενος ἐν σκότει εἶδεν φῶς μέγα, καὶ ; τοῖς ; καθημένοις ἐν χώρᾳ θανάτου καὶ ; σκιᾷ ἀνέτειλεν αὐτοῖς.¶ φῶς
فَمَنْ نَقَضَ إِحْدَى هذِهِ الْوَصَايَا الصُّغْرَى وَعَلَّمَ النَّاسَ هكَذَا، يُدْعَى أَصْغَرَ فِي مَلَكُوتِ السَّمَاوَاتِ. وَأَمَّا مَنْ عَمِلَ وَعَلَّمَ، فَهذَا يُدْعَى عَظِيمًا فِي مَلَكُوتِ السَّمَاوَاتِ.
Ὃς ; ἐὰν ; οὖν λύσῃ μίαν τούτων τῶν ; ἐντολῶν τῶν ; ἐλαχίστων καὶ ; διδάξῃ τοὺς ; ἀνθρώπους, οὕτως κληθήσεται ἐλάχιστος ἐν τῇ ; βασιλείᾳ τῶν ; οὐρανῶν. δ᾽ ὃς ; ἂν ποιήσῃ καὶ ; διδάξῃ, οὗτος κληθήσεται μέγας ἐν τῇ ; βασιλείᾳ τῶν ; οὐρανῶν.
وَلاَ بِالأَرْضِ لأَنَّهَا مَوْطِئُ قَدَمَيْهِ، وَلاَ بِأُورُشَلِيمَ لأَنَّهَا مَدِينَةُ الْمَلِكِ الْعَظِيمِ.
μήτε ἐν ; τῇ ; γῇ ὅτι ; ἐστιν ὑποπόδιόν τῶν ; ποδῶν ; αὐτοῦ, μήτε εἰς ; Ἱεροσόλυμα ὅτι ; ἐστὶν πόλις τοῦ ; βασιλέως, μεγάλου
فَنَزَلَ الْمَطَرُ، وَجَاءَتِ الأَنْهَارُ، وَهَبَّتِ الرِّيَاحُ، وَصَدَمَتْ ذلِكَ الْبَيْتَ فَسَقَطَ، وَكَانَ سُقُوطُهُ عَظِيمًا..
καὶ ; κατέβη ἡ ; βροχὴ καὶ ; ἦλθον οἱ ; ποταμοὶ καὶ ; ἔπνευσαν οἱ ; ἄνεμοι, καὶ ; προσέκοψαν τῇ οἰκίᾳ καὶ ; ἔπεσεν· καὶ ; ἦν ἡ ; πτῶσις ; αὐτῆς μεγάλη.¶
وَإِذَا اضْطِرَابٌ عَظِيمٌ قَدْ حَدَثَ فِي الْبَحْرِ حَتَّى غَطَّتِ الأَمْوَاجُ السَّفِينَةَ، وَكَانَ هُوَ نَائِمًا.
καὶ ; ἰδοὺ σεισμὸς μέγας ἐγένετο ἐν τῇ ; θαλάσσῃ ὥστε καλύπτεσθαι ὑπὸ ; κυμάτων· ; τῶν τὸ ; πλοῖον δὲ αὐτὸς ἐκάθευδεν.
فَقَالَ لَهُمْ: مَا بَالُكُمْ خَائِفِينَ يَا قَلِيلِي الإِيمَانِ. ثُمَّ قَامَ وَانْتَهَرَ الرِّيَاحَ وَالْبَحْرَ، فَصَارَ هُدُوٌّ عَظِيمٌ.
καὶ ; λέγει αὐτοῖς· τί ; ἐστε, δειλοί ὀλιγόπιστοι; τότε ἐγερθεὶς ἐπετίμησεν τοῖς ; ἀνέμοις καὶ ; τῇ ; θαλάσσῃ, καὶ ; ἐγένετο γαλήνη μεγάλη.¶
متى 11: 11 Mat.11.11
اَلْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: لَمْ يَقُمْ بَيْنَ الْمَوْلُودِينَ مِنَ النِّسَاءِ أَعْظَمُ مِنْ يُوحَنَّا الْمَعْمَدَانِ، وَلكِنَّ الأَصْغَرَ فِي مَلَكُوتِ السَّمَاوَاتِ أَعْظَمُ مِنْهُ.
Ἀμὴν λέγω ὑμῖν· οὐκ ἐγήγερται ἐν γεννητοῖς γυναικῶν μείζων Ἰωάννου βαπτιστοῦ· ; τοῦ δὲ ὁ ; μικρότερος ἐν τῇ ; βασιλείᾳ τῶν ; οὐρανῶν μείζων ; ἐστιν. αὐτοῦ
متى 15: 28 Mat.15.28
حِينَئِذٍ أَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهَا: يَا امْرَأَةُ، عَظِيمٌ إِيمَانُكِ. لِيَكُنْ لَكِ كَمَا تُرِيدِينَ. فَشُفِيَتِ ابْنَتُهَا مِنْ تِلْكَ السَّاعَةِ.
Τότε ἀποκριθεὶς ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῇ· ὦ γύναι, μεγάλη σου ; ἡ ; πίστις· γενηθήτω σοι ὡς θέλεις. ἰάθη ; καὶ θυγάτηρ ; αὐτῆς ; ἡ ἀπὸ ἐκείνης.¶ τῆς ; ὥρας
فَمَنْ وَضَعَ نَفْسَهُ مِثْلَ هذَا الْوَلَدِ فَهُوَ الأَعْظَمُ فِي مَلَكُوتِ السَّمَاوَاتِ.
ὅστις ; οὖν ταπεινώσῃ ἑαυτὸν ὡς τοῦτο, τὸ ; παιδίον οὗτός ; ἐστιν ὁ ; μείζων ἐν τῇ ; βασιλείᾳ τῶν ; οὐρανῶν.
متى 20: 25 Mat.20.25
فَدَعَاهُمْ يَسُوعُ وَقَالَ: أَنْتُمْ تَعْلَمُونَ أَنَّ رُؤَسَاءَ الأُمَمِ يَسُودُونَهُمْ، وَالْعُظَمَاءَ يَتَسَلَّطُونَ عَلَيْهِمْ.
δὲ ; προσκαλεσάμενος ; αὐτοὺς Ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν· οἴδατε ὅτι οἱ ; ἄρχοντες τῶν ; ἐθνῶν κατακυριεύουσιν ; αὐτῶν, καὶ ; οἱ ; μεγάλοι κατεξουσιάζουσιν αὐτῶν.
متى 20: 26 Mat.20.26
فَلاَ يَكُونُ هكَذَا فِيكُمْ. بَلْ مَنْ أَرَادَ أَنْ يَكُونَ فِيكُمْ عَظِيمًا فَلْيَكُنْ لَكُمْ خَادِمًا،
οὐχ ; δέ ἔσται οὕτως ἐν ; ὑμῖν, ἀλλ᾽ ὃς ἐὰν ; θέλῃ γενέσθαι, ἐν ; ὑμῖν μέγας ἔστω ὑμῶν διάκονος·
متى 20: 31 Mat.20.31
فَانْتَهَرَهُمَا الْجَمْعُ لِيَسْكُتَا، فَكَانَا يَصْرَخَانِ أَكْثَرَ قَائِلَيْنِ: ارْحَمْنَا يَا سَيِّدُ، يَا ابْنَ دَاوُدَ.
δὲ ; ἐπετίμησεν ; αὐτοῖς Ὁ ; ὄχλος ἵνα ; σιωπήσωσιν. οἱ ; δὲ ; ἔκραζον μεῖζον λέγοντες· ἐλέησον ; ἡμᾶς κύριε, υἱὸς Δαυίδ.¶
متى 22: 36 Mat.22.36
يَا مُعَلِّمُ، أَيَّةُ وَصِيَّةٍ هِيَ الْعُظْمَى فِي النَّامُوسِ.
διδάσκαλε, ποία ἐντολὴ μεγάλη ἐν τῷ ; νόμῳ;
متى 22: 38 Mat.22.38
هذِهِ هِيَ الْوَصِيَّةُ الأُولَى وَالْعُظْمَى.
αὕτη ἐστὶν ἐντολή. πρώτη μεγάλη
متى 23: 19 Mat.23.19
أَيُّهَا الْجُهَّالُ وَالْعُمْيَانُ. أَيُّمَا أَعْظَمُ: أَلْقُرْبَانُ أَمِ الْمَذْبَحُ الَّذِي يُقَدِّسُ الْقُرْبَانَ.
μωροὶ καὶ ; τυφλοί, τί ; γὰρ μεῖζον, τὸ ; δῶρον ἢ τὸ ; θυσιαστήριον τὸ ἁγιάζον τὸ ; δῶρον;
متى 24: 21 Mat.24.21
لأَنَّهُ يَكُونُ حِينَئِذٍ ضِيقٌ عَظِيمٌ لَمْ يَكُنْ مِثْلُهُ مُنْذُ ابْتِدَاءِ الْعَالَمِ إِلَى الآنَ وَلَنْ يَكُونَ.
γὰρ ἔσται τότε θλῖψις μεγάλη οὐ γέγονεν οἵα ἀπ᾽ ἀρχῆς κόσμου ἕως τοῦ ; νῦν οὐδ᾽ ; οὐ ; μὴ γένηται.
متى 24: 24 Mat.24.24
لأَنَّهُ سَيَقُومُ مُسَحَاءُ كَذَبَةٌ وَأَنْبِيَاءُ كَذَبَةٌ وَيُعْطُونَ آيَاتٍ عَظِيمَةً وَعَجَائِبَ، حَتَّى يُضِلُّوا لَوْ أَمْكَنَ الْمُخْتَارِينَ أَيْضًا.
γὰρ ἐγερθήσονται ψευδόχριστοι καὶ ; ψευδοπροφῆται καὶ ; δώσουσιν σημεῖα μεγάλα καὶ ; τέρατα ὥστε πλανῆσαι εἰ δυνατὸν τοὺς ; ἐκλεκτούς. καὶ
متى 24: 31 Mat.24.31
فَيُرْسِلُ مَلاَئِكَتَهُ بِبُوق عَظِيمِ الصَّوْتِ، فَيَجْمَعُونَ مُخْتَارِيهِ مِنَ الأَرْبَعِ الرِّيَاحِ، مِنْ أَقْصَاءِ السَّمَاوَاتِ إِلَى أَقْصَائِهَا.
καὶ ; ἀποστελεῖ τοὺς ; ἀγγέλους ; αὐτοῦ μετὰ ; σάλπιγγος μεγάλης, φωνῆς καὶ ; ἐπισυνάξουσιν τοὺς ; ἐκλεκτοὺς ; αὐτοῦ ἐκ τῶν ; τεσσάρων ἀνέμων, ἀπ᾽ ἄκρων οὐρανῶν ἕως ἄκρων ; αὐτῶν.¶
متى 27: 46 Mat.27.46
وَنَحْوَ السَّاعَةِ التَّاسِعَةِ صَرَخَ يَسُوعُ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ قَائِلاً: إِيلِي، إِيلِي، لِمَا شَبَقْتَنِي. أَيْ: إِلهِي، إِلهِي، لِمَاذَا تَرَكْتَنِي.
περὶ ; δὲ τὴν ; ὥραν ἐνάτην ἀνεβόησεν ὁ ; Ἰησοῦς φωνῇ μεγάλῃ λέγων· ηλι ηλι, λεμα σαβαχθανι; τοῦτ᾽ ; ἔστιν· θεέ ; μου θεέ ; μου, ἱνατί με ; ἐγκατέλιπες;¶
متى 27: 50 Mat.27.50
فَصَرَخَ يَسُوعُ أَيْضًا بِصَوْتٍ عَظِيمٍ، وَأَسْلَمَ الرُّوحَ.
κράξας ; δὲ Ἰησοῦς ; Ὁ πάλιν φωνῇ μεγάλῃ ἀφῆκεν τὸ ; πνεῦμα.¶
متى 27: 60 Mat.27.60
وَوَضَعَهُ فِي قَبْرِهِ الْجَدِيدِ الَّذِي كَانَ قَدْ نَحَتَهُ فِي الصَّخْرَةِ، ثُمَّ دَحْرَجَ حَجَرًا كَبِيرًا عَلَى بَاب الْقَبْرِ وَمَضَى.
καὶ ; ἔθηκεν ; αὐτὸ ἐν τῷ ; αὐτοῦ ; μνημείῳ καινῷ ὃ ἐλατόμησεν ἐν τῇ ; πέτρᾳ, καὶ προσκυλίσας λίθον μέγαν τῇ θύρᾳ τοῦ ; μνημείου ἀπῆλθεν.
وَإِذَا زَلْزَلَةٌ عَظِيمَةٌ حَدَثَتْ، لأَنَّ مَلاَكَ الرَّبِّ نَزَلَ مِنَ السَّمَاءِ وَجَاءَ وَدَحْرَجَ الْحَجَرَ عَنِ الْبَابِ، وَجَلَسَ عَلَيْهِ.
καὶ ; ἰδοὺ σεισμὸς μέγας· ἐγένετο γὰρ ἄγγελος κυρίου καταβὰς ἐξ οὐρανοῦ προσελθὼν ἀπεκύλισεν τὸν ; λίθον ἀπὸ τῆς ; θύρας καὶ ; ἐκάθητο ἐπάνω ; αὐτοῦ.
فَخَرَجَتَا سَرِيعًا مِنَ الْقَبْرِ بِخَوْفٍ وَفَرَحٍ عَظِيمٍ، رَاكِضَتَيْنِ لِتُخْبِرَا تَلاَمِيذَهُ.
ἐξελθοῦσαι; Καὶ ταχὺ ἀπὸ τοῦ ; μνημείου μετὰ ; φόβου καὶ ; χαρᾶς μεγάλης ἔδραμον ἀπαγγεῖλαι τοῖς ; μαθηταῖς ; αὐτοῦ.¶
فَصَرَعَهُ الرُّوحُ النَّجِسُ وَصَاحَ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ وَخَرَجَ مِنْهُ.
καὶ ; σπαράξαν ; αὐτὸν τὸ ; πνεῦμα τὸ ; ἀκάθαρτον καὶ ; κράξαν φωνῇ μεγάλῃ ἐξῆλθεν ἐξ ; αὐτοῦ.
وَلكِنْ مَتَى زُرِعَتْ تَطْلُعُ وَتَصِيرُ أَكْبَرَ جَمِيعِ الْبُقُولِ، وَتَصْنَعُ أَغْصَانًا كَبِيرَةً، حَتَّى تَسْتَطِيعَ طُيُورُ السَّمَاءِ أَنْ تَتَآوَى تَحْتَ ظِلِّهَا.
καὶ ὅταν σπαρῇ, ἀναβαίνει καὶ ; γίνεται μείζων πάντων τῶν ; λαχάνων καὶ ; ποιεῖ κλάδους μεγάλους ὥστε δύνασθαι τὰ ; πετεινὰ τοῦ ; οὐρανοῦ κατασκηνοῦν.¶ ὑπὸ σκιὰν ; αὐτοῦ ; τὴν
وَلكِنْ مَتَى زُرِعَتْ تَطْلُعُ وَتَصِيرُ أَكْبَرَ جَمِيعِ الْبُقُولِ، وَتَصْنَعُ أَغْصَانًا كَبِيرَةً، حَتَّى تَسْتَطِيعَ طُيُورُ السَّمَاءِ أَنْ تَتَآوَى تَحْتَ ظِلِّهَا.
καὶ ὅταν σπαρῇ, ἀναβαίνει καὶ ; γίνεται μείζων πάντων τῶν ; λαχάνων καὶ ; ποιεῖ κλάδους μεγάλους ὥστε δύνασθαι τὰ ; πετεινὰ τοῦ ; οὐρανοῦ κατασκηνοῦν.¶ ὑπὸ σκιὰν ; αὐτοῦ ; τὴν
فَحَدَثَ نَوْءُ رِيحٍ عَظِيمٌ، فَكَانَتِ الأَمْوَاجُ تَضْرِبُ إِلَى السَّفِينَةِ حَتَّى صَارَتْ تَمْتَلِئُ.
καὶ ; γίνεται λαῖλαψ ἀνέμου, μεγάλη τὰ ; δὲ ; κύματα ἐπέβαλλεν εἰς τὸ ; πλοῖον ὥστε ἤδη γεμίζεσθαι ; αὐτὸ
فَقَامَ وَانْتَهَرَ الرِّيحَ، وَقَالَ لِلْبَحْرِ: اسْكُتْ. اِبْكَمْ.. فَسَكَنَتِ الرِّيحُ وَصَارَ هُدُوءٌ عَظِيمٌ.
καὶ ; διεγερθεὶς ἐπετίμησεν τῷ ; ἀνέμῳ καὶ ; εἶπεν τῇ ; θαλάσσῃ· σιώπα, πεφίμωσο. καὶ ; ἐκόπασεν ὁ ; ἄνεμος, καὶ ; ἐγένετο γαλήνη μεγάλη.¶
فَخَافُوا خَوْفًا عَظِيمًا، وَقَالُوا بَعْضُهُمْ لِبَعْضٍ: مَنْ هُوَ هذَا. فَإِنَّ الرِّيحَ أَيْضًا وَالْبَحْرَ يُطِيعَانِهِ..
καὶ ; ἐφοβήθησαν φόβον μέγαν καὶ ; ἔλεγον πρὸς ; ἀλλήλους· τίς ; ἄρα ἐστιν οὗτός ὅτι ὁ ; ἄνεμος καὶ καὶ ; ἡ ; θάλασσα ὑπακούουσιν; αὐτῷ;¶