المعنى المختصر للكلمة
mégas:
big (literally or
figuratively, in a very wide application)
اللفظ الأصلي
μέγας
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
mégas
(meg-as)
تكرار الورود في الكتاب
228
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
big (literally or figuratively, in a very wide application)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
(+ fear) exceedingly
great(-est)
high
large
loud
mighty
+ (be) sore (afraid)
strong
X to years
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
μεγάλῃ (24×)
μέγας (20×)
μεγάλη (19×)
μείζων (14×)
μέγα (13×)
μεγάλην (13×)
μέγαν (9×)
μεγάλης (8×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (228 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
أعمال الرسل 4: 33
Act.4.33
وَبِقُوَّةٍ عَظِيمَةٍ كَانَ الرُّسُلُ يُؤَدُّونَ الشَّهَادَةَ بِقِيَامَةِ الرَّبِّ يَسُوعَ، وَنِعْمَةٌ عَظِيمَةٌ كَانَتْ عَلَى جَمِيعِهِمْ،
καὶ ; δυνάμει μεγάλῃ οἱ ; ἀπόστολοι ἀπεδίδουν τὸ ; μαρτύριον ἀναστάσεως ; τῆς τοῦ ; κυρίου Ἰησοῦ, χάρις ; τε μεγάλη ἦν ἐπὶ αὐτούς. ; πάντας
أعمال الرسل 5: 5
Act.5.5
فَلَمَّا سَمِعَ حَنَانِيَّا هذَا الْكَلاَمَ وَقَعَ وَمَاتَ. وَصَارَ خَوْفٌ عَظِيمٌ عَلَى جَمِيعِ الَّذِينَ سَمِعُوا بِذلِكَ.
δὲ ἀκούων Ἁνανίας τούτους τοὺς ; λόγους πεσὼν ἐξέψυξεν. καὶ ; ἐγένετο φόβος μέγας ἐπὶ πάντας τοὺς ἀκούοντας ταῦτα·
أعمال الرسل 5: 11
Act.5.11
فَصَارَ خَوْفٌ عَظِيمٌ عَلَى جَمِيعِ الْكَنِيسَةِ وَعَلَى جَمِيعِ الَّذِينَ سَمِعُوا بِذلِكَ.
καὶ ; ἐγένετο φόβος μέγας ἐφ᾽ ὅλην τὴν ; ἐκκλησίαν καὶ ; ἐπὶ πάντας τοὺς ἀκούοντας ταῦτα.¶
أعمال الرسل 6: 8
Act.6.8
وَأَمَّا اسْتِفَانُوسُ فَإِذْ كَانَ مَمْلُوًّا إِيمَانًا وَقُوَّةً، كَانَ يَصْنَعُ عَجَائِبَ وَآيَاتٍ عَظِيمَةً فِي الشَّعْبِ.
δὲ Στέφανος πλήρης πίστεως καὶ ; δυνάμεως ἐποίει τέρατα καὶ ; σημεῖα μεγάλα ἐν τῷ ; λαῷ.¶
أعمال الرسل 7: 11
Act.7.11
ثُمَّ أَتَى جُوعٌ عَلَى كُلِّ أَرْضِ مِصْرَ وَكَنْعَانَ، وَضِيقٌ عَظِيمٌ، فَكَانَ آبَاؤُنَا لاَ يَجِدُونَ قُوتًا.
δὲ ἦλθεν λιμὸς ἐφ᾽ ὅλην τὴν ; γῆν Αἰγύπτου καὶ ; Χανάαν καὶ ; θλῖψις μεγάλη καὶ οἱ ; πατέρες ; ἡμῶν.¶ οὐχ ηὕρισκον χορτάσματα
أعمال الرسل 7: 57
Act.7.57
فَصَاحُوا بِصَوْتٍ عَظِيمٍ وَسَدُّوا آذَانَهُمْ، وَهَجَمُوا عَلَيْهِ بِنَفْسٍ وَاحِدَةٍ،
κράξαντες ; δὲ φωνῇ μεγάλῃ συνέσχον τὰ ; ὦτα ; αὐτῶν καὶ ; ὥρμησαν ἐπ᾽ ; αὐτόν· ὁμοθυμαδὸν
أعمال الرسل 7: 60
Act.7.60
ثُمَّ جَثَا عَلَى رُكْبَتَيْهِ وَصَرَخَ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ: يَا رَبُّ، لاَ تُقِمْ لَهُمْ هذِهِ الْخَطِيَّةَ. وَإِذْ قَالَ هذَا رَقَدَ.
θεὶς τὰ ; γόνατα ἔκραξεν φωνῇ μεγάλῃ· κύριε, μὴ στήσῃς αὐτοῖς ταύτην τὴν ; ἁμαρτίαν. καὶ ; εἰπὼν τοῦτο ἐκοιμήθη.
أعمال الرسل 8: 1
Act.8.1
وَكَانَ شَاوُلُ رَاضِيًا بِقَتْلِهِ. وَحَدَثَ فِي ذلِكَ الْيَوْمِ اضْطِهَادٌ عَظِيمٌ عَلَى الْكَنِيسَةِ الَّتِي فِي أُورُشَلِيمَ، فَتَشَتَّتَ الْجَمِيعُ فِي كُوَرِ الْيَهُودِيَّةِ وَالسَّامِرَةِ، مَا عَدَا الرُّسُلَ.
ἦν Σαῦλος συνευδοκῶν τῇ ; ἀναιρέσει ; αὐτοῦ.¶ Ἐγένετο ; δὲ ἐν ἐκείνῃ τῇ ; ἡμέρᾳ διωγμὸς μέγας ἐπὶ τὴν ; ἐκκλησίαν τὴν ἐν Ἱεροσολύμοις· τε; διεσπάρησαν πάντες κατὰ τὰς ; χώρας τῆς ; Ἰουδαίας καὶ ; Σαμαρείας πλὴν τῶν ; ἀποστόλων.¶
أعمال الرسل 8: 2
Act.8.2
وَحَمَلَ رِجَالٌ أَتْقِيَاءُ اسْتِفَانُوسَ وَعَمِلُوا عَلَيْهِ مَنَاحَةً عَظِيمَةً.
συνεκόμισαν ; δὲ ἄνδρες εὐλαβεῖς Στέφανον καὶ ; ἐποιήσαντο ἐπ᾽ ; αὐτῷ.¶ κοπετὸν μέγαν
أعمال الرسل 8: 7
Act.8.7
لأَنَّ كَثِيرِينَ مِنَ الَّذِينَ بِهِمْ أَرْوَاحٌ نَجِسَةٌ كَانَتْ تَخْرُجُ صَارِخَةً بِصَوْتٍ عَظِيمٍ. وَكَثِيرُونَ مِنَ الْمَفْلُوجِينَ وَالْعُرْجِ شُفُوا.
γὰρ Πολλῶν τῶν ἐχόντων πνεύματα ἀκάθαρτα ἐξήρχετο βοῶντα φωνῇ μεγάλῃ πολλοὶ ; δὲ παραλελυμένοι καὶ ; χωλοὶ ἐθεραπεύθησαν·
أعمال الرسل 8: 8
Act.8.8
فَكَانَ فَرَحٌ عَظِيمٌ فِي تِلْكَ الْمَدِينَةِ.
Καὶ ; ἐγένετο χαρὰ μεγάλη ἐν ἐκείνῃ.¶ τῇ ; πόλει
أعمال الرسل 8: 9
Act.8.9
وَكَانَ قَبْلاً فِي الْمَدِينَةِ رَجُلٌ اسْمُهُ سِيمُونُ، يَسْتَعْمِلُ السِّحْرَ وَيُدْهِشُ شَعْبَ السَّامِرَةِ، قِائِلاً إِنَّهُ شَيْءٌ عَظِيمٌ..
δέ ; προϋπῆρχεν ἐν τῇ ; πόλει Ἀνὴρ ; τις ὀνόματι Σίμων μαγεύων καὶ ; ἐξιστάνων τὸ ; ἔθνος τῆς ; Σαμαρείας λέγων εἶναί ; τινα ; ἑαυτὸν μέγαν·
أعمال الرسل 8: 10
Act.8.10
وَكَانَ الْجَمِيعُ يَتْبَعُونَهُ مِنَ الصَّغِيرِ إِلَى الْكَبِيرِ قَائِلِينَ: هذَا هُوَ قُوَّةُ اللهِ الْعَظِيمَةُ.
πάντες ᾧ ; προσεῖχον ἀπὸ μικροῦ ἕως μεγάλου λέγοντες· οὗτός ἐστιν ἡ ; δύναμις τοῦ ; θεοῦ ἡ ; μεγάλη.
أعمال الرسل 8: 10
Act.8.10
وَكَانَ الْجَمِيعُ يَتْبَعُونَهُ مِنَ الصَّغِيرِ إِلَى الْكَبِيرِ قَائِلِينَ: هذَا هُوَ قُوَّةُ اللهِ الْعَظِيمَةُ.
πάντες ᾧ ; προσεῖχον ἀπὸ μικροῦ ἕως μεγάλου λέγοντες· οὗτός ἐστιν ἡ ; δύναμις τοῦ ; θεοῦ ἡ ; μεγάλη.
أعمال الرسل 8: 13
Act.8.13
وَسِيمُونُ أَيْضًا نَفْسُهُ آمَنَ. وَلَمَّا اعْتَمَدَ كَانَ يُلاَزِمُ فِيلُبُّسَ، رَأَى آيَاتٍ وَقُوَّاتٍ عَظِيمَةً تُجْرَى انْدَهَشَ.
ὁ ; δὲ ; Σίμων καὶ αὐτὸς ἐπίστευσεν, καὶ βαπτισθεὶς ἦν προσκαρτερῶν τῷ ; Φιλίππῳ, θεωρῶν τε ; σημεῖα καὶ ; δυνάμεις μεγάλας γινομένας ἐξίστατο.¶
أعمال الرسل 10: 11
Act.10.11
فَرَأَى السَّمَاءَ مَفْتُوحَةً، وَإِنَاءً نَازِلاً عَلَيْهِ مِثْلَ مُلاَءَةٍ عَظِيمَةٍ مَرْبُوطَةٍ بِأَرْبَعَةِ أَطْرَافٍ وَمُدَّلاَةٍ عَلَى الأَرْضِ.
καὶ ; θεωρεῖ τὸν ; οὐρανὸν ἀνεῳγμένον σκεῦός ; τι ; καὶ καταβαῖνον ἐπ᾽ ; αὐτὸν ὡς ὀθόνην μεγάλην δεδεμένον τέσσαρσιν ἀρχαῖς καὶ ; καθιέμενον ἐπὶ τῆς ; γῆς·
أعمال الرسل 11: 5
Act.11.5
أَنَا كُنْتُ فِي مَدِينَةِ يَافَا أُصَلِّي، فَرَأَيْتُ فِي غَيْبَةٍ رُؤْيَا: إِنَاءً نَازِلاً مِثْلَ مُلاَءَةٍ عَظِيمَةٍ مُدَّلاَةٍ بِأَرْبَعَةِ أَطْرَافٍ مِنَ السَّمَاءِ، فَأَتَى إِلَيَّ.
ἐγὼ ἤμην ἐν πόλει Ἰόππῃ προσευχόμενος καὶ ; εἶδον ἐν ἐκστάσει ὅραμα σκεῦός ; τι καταβαῖνον ὡς ὀθόνην μεγάλην καθιεμένην τέσσαρσιν ἀρχαῖς ἐκ τοῦ ; οὐρανοῦ, καὶ ; ἦλθεν ἄχρι ; ἐμοῦ·
أعمال الرسل 11: 28
Act.11.28
وَقَامَ وَاحِدٌ مِنْهُمُ اسْمُهُ أَغَابُوسُ، وَأَشَارَ بِالرُّوحِ أَنَّ جُوعًا عَظِيمًا كَانَ عَتِيدًا أَنْ يَصِيرَ عَلَى جَمِيعِ الْمَسْكُونَةِ، الَّذِي صَارَ أَيْضًا فِي أَيَّامِ كُلُودِيُوسَ قَيْصَرَ.
ἀναστὰς ; δὲ εἷς ἐξ ; αὐτῶν ὀνόματι Ἅγαβος ἐσήμανεν διὰ ; τοῦ ; πνεύματος λιμὸν μέγαν ἔσεσθαι ; μέλλειν ἐφ᾽ ὅλην τὴν ; οἰκουμένην, ὅστις ἐγένετο καὶ ἐπὶ Κλαυδίου Καίσαρος.
أعمال الرسل 14: 10
Act.14.10
قَالَ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ: قُمْ عَلَى رِجْلَيْكَ مُنْتَصِبًا.. فَوَثَبَ وَصَارَ يَمْشِي.
εἶπεν τῇ ; φωνῇ· μεγάλῃ ἀνάστηθι ἐπὶ τοὺς ; πόδας ; σου ὀρθός. καὶ ; ἥλλετο καὶ ; περιεπάτει.
أعمال الرسل 15: 3
Act.15.3
فَهؤُلاَءِ بَعْدَ مَا شَيَّعَتْهُمُ الْكَنِيسَةُ اجْتَازُوا فِي فِينِيقِيَةَ وَالسَّامِرَةِ يُخْبِرُونَهُمْ بِرُجُوعِ الأُمَمِ، وَكَانُوا يُسَبِّبُونَ سُرُورًا عَظِيمًا لِجَمِيعِ الإِخْوَةِ.
Οἱ ; μὲν ; οὖν προπεμφθέντες ὑπὸ ; τῆς ; ἐκκλησίας διήρχοντο τήν ; Φοινίκην καὶ ; Σαμάρειαν ἐκδιηγούμενοι ἐπιστροφὴν ; τὴν ἐθνῶν ; τῶν καὶ ; ἐποίουν χαρὰν μεγάλην πᾶσιν τοῖς ; ἀδελφοῖς.
أعمال الرسل 16: 26
Act.16.26
فَحَدَثَ بَغْتَةً زَلْزَلَةٌ عَظِيمَةٌ حَتَّى تَزَعْزَعَتْ أَسَاسَاتُ السِّجْنِ، فَانْفَتَحَتْ فِي الْحَالِ الأَبْوَابُ كُلُّهَا، وَانْفَكَّتْ قُيُودُ الْجَمِيعِ.
δὲ ; ἐγένετο ἄφνω σεισμὸς μέγας ὥστε σαλευθῆναι τὰ ; θεμέλια τοῦ ; δεσμωτηρίου· ἠνεῴχθησαν ; τε παραχρῆμα αἱ ; θύραι πᾶσαι, καὶ ; ἀνέθη. τὰ ; δεσμὰ πάντων
أعمال الرسل 16: 28
Act.16.28
فَنَادَى بُولُسُ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ قَائِلاً: لاَ تَفْعَلْ بِنَفْسِكَ شَيْئًا رَدِيًّا. لأَنَّ جَمِيعَنَا ههُنَا..
Ἐφώνησεν ; δὲ ὁ ; Παῦλος φωνῇ μεγάλῃ λέγων· μηδὲν πράξῃς σεαυτῷ κακόν· γάρ ἅπαντες ἐσμεν ; ἐνθάδε.
أعمال الرسل 19: 27
Act.19.27
فَلَيْسَ نَصِيبُنَا هذَا وَحْدَهُ خَطَرٍ مِنْ أَنْ يَحْصُلَ فِي إِهَانَةٍ، بَلْ أَيْضًا هَيْكَلُ أَرْطَامِيسَ، الإِلهَةِ الْعَظِيمَةِ، أَنْ يُحْسَبَ لاَ شَيْءَ، وَأَنْ سَوْفَ تُهْدَمُ عَظَمَتُهَا، هِيَ الَّتِي يَعْبُدُهَا جَمِيعُ أَسِيَّا وَالْمَسْكُونَةِ.
οὐ ; μόνον τὸ ; μέρος τοῦτο μόνον κινδυνεύει ἐλθεῖν εἰς ἀπελεγμὸν ἀλλὰ καὶ τὸ ; ἱερὸν Ἀρτέμιδος τῆς ; θεᾶς μεγάλης λογισθῆναι, εἰς ; οὐθὲν δὲ ; καὶ μέλλειν ; καθαιρεῖσθαι μεγαλειότητα; αὐτῆς ἣν σέβεται.¶ ὅλη ἡ ; Ἀσία καὶ ; ἡ ; οἰκουμένη
أعمال الرسل 19: 28
Act.19.28
فَلَمَّا سَمِعُوا امْتَلأُوا غَضَبًا، وَطَفِقُوا يَصْرُخُونَ قَائِلِينَ: عَظِيمَةٌ هِيَ أَرْطَامِيسُ الأَفَسُسِيِّينَ..
δὲ Ἀκούσαντες καὶ ; γενόμενοι ; πλήρεις θυμοῦ ἔκραζον λέγοντες· μεγάλη Ἄρτεμις Ἐφεσίων.
أعمال الرسل 19: 34
Act.19.34
فَلَمَّا عَرَفُوا أَنَّهُ يَهُودِيٌّ، صَارَ صَوْتٌ وَاحِدٌ مِنَ الْجَمِيعِ صَارِخِينَ نَحْوَ مُدَّةِ سَاعَتَيْنِ: عَظِيمَةٌ هِيَ أَرْطَامِيسُ الأَفَسُسِيِّينَ..
δὲ ἐπιγνόντων ὅτι ; ἐστιν, Ἰουδαῖός ἐγένετο φωνὴ μία ἐκ πάντων κραζόντων· ὡς ἐπὶ δύο ; ὥρας μεγάλη ἡ ; Ἄρτεμις Ἐφεσίων.
أعمال الرسل 19: 35
Act.19.35
ثُمَّ سَكَّنَ الْكَاتِبُ الْجَمْعَ وَقَالَ: أَيُّهَا الرِّجَالُ الأَفَسُسِيُّونَ، مَنْ هُوَ الإِنْسَانُ الَّذِي لاَ يَعْلَمُ أَنَّ مَدِينَةَ الأَفَسُسِيِّينَ مُتَعَبِّدَةٌ لأَرْطَامِيسَ الإِلهَةِ الْعَظِيمَةِ وَالتِّمْثَالِ الَّذِي هَبَطَ مِنْ زَفْسَ.
δὲ καταστείλας ὁ ; γραμματεὺς τὸν ; ὄχλον φησίν· ἄνδρες Ἐφέσιοι, τίς ; γάρ ἐστιν ἄνθρωπος ὃς οὐ γινώσκει τὴν ; πόλιν Ἐφεσίων νεωκόρον τῆς ; Ἀρτέμιδος θεᾶς μεγάλης καὶ ; τοῦ ; διοπετοῦς;
أعمال الرسل 23: 9
Act.23.9
فَحَدَثَ صِيَاحٌ عَظِيمٌ، وَنَهَضَ كَتَبَةُ قِسْمِ الْفَرِّيسِيِّينَ وَطَفِقُوا يُخَاصِمُونَ قَائِلِينَ: لَسْنَا نَجِدُ شَيْئًا رَدِيًّا فِي هذَا الإِنْسَانِ. وَإِنْ كَانَ رُوحٌ أَوْ مَلاَكٌ قَدْ كَلَّمَهُ فَلاَ نُحَارِبَنَّ اللهَ.
Ἐγένετο ; δὲ κραυγὴ μεγάλη· ἀναστάντες ; καὶ οἱ; γραμματεῖς τοῦ ; μέρους τῶν ; Φαρισαίων διεμάχοντο λέγοντες· οὐδὲν ; εὑρίσκομεν κακὸν ἐν τούτῳ· τῷ ; ἀνθρώπῳ εἰ δὲ πνεῦμα ἢ ἄγγελος ἐλάλησεν ; αὐτῷ μὴ θεομαχῶμεν;
أعمال الرسل 26: 22
Act.26.22
فَإِذْ حَصَلْتُ عَلَى مَعُونَةٍ مِنَ اللهِ، بَقِيتُ إِلَى هذَا الْيَوْمِ، شَاهِدًا لِلصَّغِيرِ وَالْكَبِيرِ. وَأَنَا لاَ أَقُولُ شَيْئًا غَيْرَ مَا تَكَلَّمَ الأَنْبِيَاءُ وَمُوسَى أَنَّهُ عَتِيدٌ أَنْ يَكُونَ:
οὖν ; τυχὼν ἐπικουρίας παρὰ τοῦ ; θεοῦ ἕστηκα ἄχρι ταύτης τῆς ; ἡμέρας μαρτυρούμενος μικρῷ τε ; καὶ ; μεγάλῳ, οὐδὲν ; λέγων ἐκτὸς ὧν ἐλάλησαν τε ; οἱ ; προφῆται καὶ ; Μωϋσῆς, μελλόντων γίνεσθαι
أعمال الرسل 26: 24
Act.26.24
وَبَيْنَمَا هُوَ يَحْتَجُّ بِهذَا، قَالَ فَسْتُوسُ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ: أَنْتَ تَهْذِي يَا بُولُسُ. الْكُتُبُ الْكَثِيرَةُ تُحَوِّلُكَ إِلَى الْهَذَيَانِ..
δὲ αὐτοῦ ἀπολογουμένου ἔφη ὁ ; Φῆστος τῇ ; φωνῇ μεγάλῃ μαίνῃ Παῦλε· τὰ ; γράμματα ; σε πολλά περιτρέπει. εἰς μανίαν
رومية 9: 2
Rom.9.2
إِنَّ لِي حُزْنًا عَظِيمًا وَوَجَعًا فِي قَلْبِي لاَ يَنْقَطِعُ.
ὅτι μοί ; ἐστιν λύπη μεγάλη καὶ ; ὀδύνη τῇ ; καρδίᾳ ; μου. ἀδιάλειπτος