ك
إصحاح
G3164
G3165.
G3166
المعنى المختصر للكلمة
mé: me
اللفظ الأصلي μέ
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق (meh)
تكرار الورود في الكتاب 1727 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

me

الإنجليزية — KJV Translation Tags
I me my

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἡμεῖς (86×) μοι (84×) ἡμῖν (54×) τοῦ ; κυρίου ; ἡμῶν (44×) μοι· (25×) ἡμῶν (23×) με (18×) ἡμᾶς (14×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (1727 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَقَالَ لَهُ الرَّبُّ: اذْهَبْ. لأَنَّ هذَا لِي إِنَاءٌ مُخْتَارٌ لِيَحْمِلَ اسْمِي أَمَامَ أُمَمٍ وَمُلُوكٍ وَبَنِي إِسْرَائِيلَ.
Εἶπεν ; δὲ πρὸς ; αὐτὸν ὁ ; κύριος· πορεύου, ὅτι οὗτος ἐστίν ; μοι σκεῦος ἐκλογῆς τοῦ ; βαστάσαι τὸ ; ὄνομά ; μου ἐνώπιον ἐθνῶν καὶ ; βασιλέων υἱῶν ; τε Ἰσραήλ.
فَقَالَ لَهُ الرَّبُّ: اذْهَبْ. لأَنَّ هذَا لِي إِنَاءٌ مُخْتَارٌ لِيَحْمِلَ اسْمِي أَمَامَ أُمَمٍ وَمُلُوكٍ وَبَنِي إِسْرَائِيلَ.
Εἶπεν ; δὲ πρὸς ; αὐτὸν ὁ ; κύριος· πορεύου, ὅτι οὗτος ἐστίν ; μοι σκεῦος ἐκλογῆς τοῦ ; βαστάσαι τὸ ; ὄνομά ; μου ἐνώπιον ἐθνῶν καὶ ; βασιλέων υἱῶν ; τε Ἰσραήλ.
لأَنِّي سَأُرِيهِ كَمْ يَنْبَغِي أَنْ يَتَأَلَّمَ مِنْ أَجْلِ اسْمِي.
ἐγὼ ; γὰρ ὑποδείξω ; αὐτῷ ὅσα δεῖ παθεῖν.¶ ὑπὲρ τοῦ ; ὀνόματός ; μου
فَمَضَى حَنَانِيَّا وَدَخَلَ الْبَيْتَ وَوَضَعَ عَلَيْهِ يَدَيْهِ وَقَالَ: أَيُّهَا الأَخُ شَاوُلُ، قَدْ أَرْسَلَنِي الرَّبُّ يَسُوعُ الَّذِي ظَهَرَ لَكَ فِي الطَّرِيقِ الَّذِي جِئْتَ فِيهِ، لِكَيْ تُبْصِرَ وَتَمْتَلِئَ مِنَ الرُّوحِ الْقُدُسِ.
Ἀπῆλθεν ; δὲ Ἁνανίας καὶ ; εἰσῆλθεν εἰς ; τὴν ; οἰκίαν, καὶ ; ἐπιθεὶς ἐπ᾽ ; αὐτὸν τὰς ; χεῖρας εἶπεν· ἀδελφέ, Σαοὺλ ἀπέσταλκέν ; με, ὁ ; κύριος Ἰησοῦς ὁ ; ὀφθείς σοι ἐν τῇ ; ὁδῷ ᾗ ἤρχου, ὅπως ἀναβλέψῃς καὶ ; πλησθῇς πνεύματος ἁγίου.
فَلِذلِكَ جِئْتُ مِنْ دُونِ مُنَاقَضَةٍ إِذِ اسْتَدْعَيْتُمُونِي. فَأَسْتَخْبِرُكُمْ: لأَيِّ سَبَبٍ اسْتَدْعَيْتُمُونِي..
διὸ ; καὶ ἦλθον ἀναντιρρήτως μεταπεμφθείς. οὖν, ; πυνθάνομαι τίνι λόγῳ μετεπέμψασθέ ; με;¶
فَقَالَ كَرْنِيلِيُوسُ: مُنْذُ أَرْبَعَةِ أَيَّامٍ إِلَى هذِهِ السَّاعَةِ كُنْتُ صَائِمًا. وَفِي السَّاعَةِ التَّاسِعَةِ كُنْتُ أُصَلِّي فِي بَيْتِي، وَإِذَا رَجُلٌ قَدْ وَقَفَ أَمَامِي بِلِبَاسٍ لاَمِعٍ
Καὶ ; ἔφη· ὁ ; Κορνήλιος ἀπὸ τετάρτης ἡμέρας μέχρι ταύτης τῆς ; ὥρας ἤμην νηστεύων καὶ ; τὴν ὥραν ἐνάτην προσευχόμενος ἐν τῷ ; οἴκῳ ; μου, καὶ ; ἰδοὺ ἀνὴρ ἔστη ἐνώπιόν ; μου ἐν ; ἐσθῆτι λαμπρᾷ
فَقَالَ كَرْنِيلِيُوسُ: مُنْذُ أَرْبَعَةِ أَيَّامٍ إِلَى هذِهِ السَّاعَةِ كُنْتُ صَائِمًا. وَفِي السَّاعَةِ التَّاسِعَةِ كُنْتُ أُصَلِّي فِي بَيْتِي، وَإِذَا رَجُلٌ قَدْ وَقَفَ أَمَامِي بِلِبَاسٍ لاَمِعٍ
Καὶ ; ἔφη· ὁ ; Κορνήλιος ἀπὸ τετάρτης ἡμέρας μέχρι ταύτης τῆς ; ὥρας ἤμην νηστεύων καὶ ; τὴν ὥραν ἐνάτην προσευχόμενος ἐν τῷ ; οἴκῳ ; μου, καὶ ; ἰδοὺ ἀνὴρ ἔστη ἐνώπιόν ; μου ἐν ; ἐσθῆτι λαμπρᾷ
فَأَرْسَلْتُ إِلَيْكَ حَالاً. وَأَنْتَ فَعَلْتَ حَسَنًا إِذْ جِئْتَ. وَالآنَ نَحْنُ جَمِيعًا حَاضِرُونَ أَمَامَ اللهِ لِنَسْمَعَ جَمِيعَ مَا أَمَرَكَ بِهِ اللهُ.
οὖν ; ἔπεμψα πρὸς ; σέ, ἐξαυτῆς σύ ; τε ἐποίησας καλῶς παραγενόμενος. νῦν ; οὖν ἡμεῖς πάντες πάρεσμεν ἐνώπιον τοῦ ; θεοῦ ἀκοῦσαι πάντα προστεταγμένα ; σοι ὑπὸ τοῦ ; θεοῦ
وَنَحْنُ شُهُودٌ بِكُلِّ مَا فَعَلَ فِي كُورَةِ الْيَهُودِيَّةِ وَفِي أُورُشَلِيمَ. الَّذِي أَيْضًا قَتَلُوهُ مُعَلِّقِينَ إِيَّاهُ عَلَى خَشَبَةٍ.
καὶ ; ἡμεῖς ἐσμεν ; μάρτυρες πάντων ὧν ἐποίησεν ἔν τε ; τῇ ; χώρᾳ τῶν ; Ἰουδαίων καὶ ; ἐν Ἰερουσαλήμ· ὃν καὶ ἀνεῖλαν κρεμάσαντες ἐπὶ ξύλου.
لَيْسَ لِجَمِيعِ الشَّعْبِ، بَلْ لِشُهُودٍ اللهُ فَانْتَخَبَهُمْ. لَنَا نَحْنُ الَّذِينَ أَكَلْنَا وَشَرِبْنَا مَعَهُ بَعْدَ قِيَامَتِهِ مِنَ الأَمْوَاتِ.
οὐ παντὶ τῷ ; λαῷ, ἀλλὰ μάρτυσιν τοῦ ; θεοῦ τοῖς ; προκεχειροτονημένοις ἡμῖν, οἵτινες συνεφάγομεν καὶ ; συνεπίομεν αὐτῷ μετὰ τὸ ; ἀναστῆναι ; αὐτὸν ἐκ νεκρῶν·
وَأَوْصَانَا أَنْ نَكْرِزَ لِلشَّعْبِ، وَنَشْهَدَ بِأَنَّ هذَا هُوَ الْمُعَيَّنُ مِنَ اللهِ دَيَّانًا لِلأَحْيَاءِ وَالأَمْوَاتِ.
καὶ ; παρήγγειλεν ; ἡμῖν κηρύξαι τῷ ; λαῷ καὶ ; διαμαρτύρασθαι ὅτι αὐτός ἐστιν ὁ ; ὡρισμένος ὑπὸ τοῦ ; θεοῦ κριτὴς ζώντων καὶ ; νεκρῶν.
أَتُرَى يَسْتَطِيعُ أَحَدٌ أَنْ يَمْنَعَ الْمَاءَ حَتَّى لاَ يَعْتَمِدَ هؤُلاَءِ الَّذِينَ قَبِلُوا الرُّوحَ الْقُدُسَ كَمَا نَحْنُ أَيْضًا.
μήτι δύναται τις κωλῦσαί τὸ ; ὕδωρ τοῦ μὴ βαπτισθῆναι τούτους, οἵτινες ἔλαβον τὸ ; πνεῦμα τὸ ; ἅγιον καθὼς ἡμεῖς; καὶ
وَسَمِعْتُ صَوْتًا قَائِلاً لِي: قُمْ يَا بُطْرُسُ، اذْبَحْ وَكُلْ.
ἤκουσα ; δὲ φωνῆς λεγούσης μοι· ἀναστὰς Πέτρε, θῦσον καὶ ; φάγε.
فَقُلْتُ: كَلاَّ يَا رَبُّ. لأَنَّهُ لَمْ يَدْخُلْ فَمِي دَنِسٌ أَوْ نَجِسٌ.
εἶπον ; δέ· μηδαμῶς, κύριε· ὅτι οὐδέποτε εἰσῆλθεν τὸ ; στόμα ; μου. κοινὸν ἢ ἀκάθαρτον
فَأَجَابَنِي صَوْتٌ ثَانِيَةً مِنَ السَّمَاءِ: مَا طَهَّرَهُ اللهُ لاَ تُنَجِّسْهُ أَنْتَ.
ἀπεκρίθη ; δὲ ; μοι φωνὴ ἐκ ; δευτέρου ἐκ τοῦ ; οὐρανοῦ· ἃ ἐκαθάρισεν, ὁ ; θεὸς μὴ κοίνου. σὺ
وَإِذَا ثَلاَثَةُ رِجَال قَدْ وَقَفُوا لِلْوَقْتِ عِنْدَ الْبَيْتِ الَّذِي كُنْتُ فِيهِ، مُرْسَلِينَ إِلَيَّ مِنْ قَيْصَرِيَّةَ.
καὶ ; ἰδοὺ τρεῖς ἄνδρες ἐπέστησαν ἐξαυτῆς ἐπὶ τὴν ; οἰκίαν ᾗ ἤμην ἐν ἀπεσταλμένοι πρός ; με. ἀπὸ Καισαρείας
فَقَالَ لِي الرُّوحُ أَنْ أَذْهَبَ مَعَهُمْ غَيْرَ مُرْتَابٍ فِي شَيْءٍ. وَذَهَبَ مَعِي أَيْضًا هؤُلاَءِ الإِخْوَةُ السِّتَّةُ. فَدَخَلْنَا بَيْتَ الرَّجُلِ،
εἶπεν ; δὲ μοι τὸ ; πνεῦμά συνελθεῖν αὐτοῖς μηδὲν διακρινόμενον ἦλθον ; δὲ σὺν ; ἐμοὶ καὶ οἱ ; οὗτοι, ἀδελφοὶ ἓξ εἰσήλθομεν ; καὶ τὸν ; οἶκον τοῦ ; ἀνδρός.
فَأَخْبَرَنَا كَيْفَ رَأَى الْمَلاَكَ فِي بَيْتِهِ قَائِمًا وَقَائِلاً لَهُ: أَرْسِلْ إِلَى يَافَا رِجَالاً، وَاسْتَدْعِ سِمْعَانَ الْمُلَقَّبَ بُطْرُسَ،
ἀπήγγειλεν ; τε; ἡμῖν πῶς εἶδεν τὸν ; ἄγγελον ἐν τῷ ; οἴκῳ ; αὐτοῦ σταθέντα καὶ ; εἰπόντα αὐτῷ· ἀπόστειλον εἰς Ἰόππην ἄνδρας καὶ ; μετάπεμψαι Σίμωνα τὸν ; ἐπικαλούμενον Πέτρον,
فَلَمَّا ابْتَدَأْتُ أَتَكَلَّمُ، حَلَّ الرُّوحُ الْقُدُسُ عَلَيْهِمْ كَمَا عَلَيْنَا أَيْضًا فِي الْبُدَاءَةِ.
ἐν ; δὲ ; τῷ ἄρξασθαί ; με λαλεῖν ἐπέπεσεν τὸ ; πνεῦμα τὸ ; ἅγιον ἐπ᾽ ; αὐτούς, ὥσπερ ἐφ᾽ ; ἡμᾶς καὶ ἐν ἀρχῇ.
فَلَمَّا ابْتَدَأْتُ أَتَكَلَّمُ، حَلَّ الرُّوحُ الْقُدُسُ عَلَيْهِمْ كَمَا عَلَيْنَا أَيْضًا فِي الْبُدَاءَةِ.
ἐν ; δὲ ; τῷ ἄρξασθαί ; με λαλεῖν ἐπέπεσεν τὸ ; πνεῦμα τὸ ; ἅγιον ἐπ᾽ ; αὐτούς, ὥσπερ ἐφ᾽ ; ἡμᾶς καὶ ἐν ἀρχῇ.
فَإِنْ كَانَ اللهُ قَدْ أَعْطَاهُمُ الْمَوْهِبَةَ كَمَا لَنَا أَيْضًا بِالسَّوِيَّةِ مُؤْمِنِينَ بِالرَّبِّ يَسُوعَ الْمَسِيحِ، فَمَنْ أَنَا. أَقَادِرٌ أَنْ أَمْنَعَ اللهَ..
οὖν ; εἰ ὁ ; θεὸς ἔδωκεν ; αὐτοῖς δωρεὰν ὡς ἡμῖν, καὶ τὴν ; ἴσην πιστεύσασιν ἐπὶ ; τὸν ; κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, δὲ ; τίς ἐγὼ ἤμην ; δυνατὸς κωλῦσαι τὸν ; θεόν;¶
وَقَالَ لَهُ الْمَلاَكُ: تَمَنْطَقْ وَالْبَسْ نَعْلَيْكَ. فَفَعَلَ هكَذَا. فَقَالَ لَهُ: الْبَسْ رِدَاءَكَ وَاتْبَعْنِي.
εἶπεν ; τε πρὸς ; αὐτόν· ὁ ; ἄγγελος Περίζωσαι καὶ ; ὑπόδησαι τὰ ; σανδάλιά ; σου. ἐποίησεν οὕτως. καὶ ; λέγει αὐτῷ· περιβαλοῦ τὸ ; ἱμάτιόν ; σου καὶ ; ἀκολούθει ; μοι.
وَبَيْنَمَا هُمْ يَخْدِمُونَ الرَّبَّ وَيَصُومُونَ، قَالَ الرُّوحُ الْقُدُسُ: أَفْرِزُوا لِي بَرْنَابَا وَشَاوُلَ لِلْعَمَلِ الَّذِي دَعَوْتُهُمَا إِلَيْهِ.
δὲ αὐτῶν λειτουργούντων τῷ ; κυρίῳ καὶ ; νηστευόντων εἶπεν τὸ ; πνεῦμα τὸ ; ἅγιον· ἀφορίσατε μοι τὸν ; Βαρναβᾶν καὶ ; τὸν ; Σαῦλον εἰς ; τὸ ; ἔργον ὃ προσκέκλημαι ; αὐτούς.
إِلهُ شَعْبِ إِسْرَائِيلَ هذَا اخْتَارَ آبَاءَنَا، وَرَفَعَ الشَّعْبَ فِي الْغُرْبَةِ فِي أَرْضِ مِصْرَ، وَبِذِرَاعٍ مُرْتَفِعَةٍ أَخْرَجَهُمْ مِنْهَا.
ὁ ; θεὸς τοῦ ; λαοῦ Ἰσραὴλ τούτου ἐξελέξατο τοὺς ; πατέρας ; ἡμῶν καὶ ; ὕψωσεν τὸν ; λαὸν ἐν τῇ ; παροικίᾳ ἐν γῇ Αἰγύπτῳ καὶ ; μετὰ ; βραχίονος ὑψηλοῦ ἐξήγαγεν ; αὐτοὺς ἐξ ; αὐτῆς·
ثُمَّ عَزَلَهُ وَأَقَامَ لَهُمْ دَاوُدَ مَلِكًا، الَّذِي شَهِدَ لَهُ أَيْضًا، إِذْ قَالَ: وَجَدْتُ دَاوُدَ بْنَ يَسَّى رَجُلاً حَسَبَ قَلْبِي، الَّذِي سَيَصْنَعُ كُلَّ مَشِيئَتِي.
καὶ μεταστήσας ; αὐτὸν ἤγειρεν αὐτοῖς τὸν ; Δαυὶδ εἰς ; βασιλέα, ᾧ μαρτυρήσας· καὶ εἶπεν εὗρον Δαυὶδ τὸν ; τοῦ Ἰεσσαί, ἄνδρα κατὰ τὴν ; καρδίαν ; μου, ὃς ποιήσει πάντα τὰ ; θελήματά ; μου.
ثُمَّ عَزَلَهُ وَأَقَامَ لَهُمْ دَاوُدَ مَلِكًا، الَّذِي شَهِدَ لَهُ أَيْضًا، إِذْ قَالَ: وَجَدْتُ دَاوُدَ بْنَ يَسَّى رَجُلاً حَسَبَ قَلْبِي، الَّذِي سَيَصْنَعُ كُلَّ مَشِيئَتِي.
καὶ μεταστήσας ; αὐτὸν ἤγειρεν αὐτοῖς τὸν ; Δαυὶδ εἰς ; βασιλέα, ᾧ μαρτυρήσας· καὶ εἶπεν εὗρον Δαυὶδ τὸν ; τοῦ Ἰεσσαί, ἄνδρα κατὰ τὴν ; καρδίαν ; μου, ὃς ποιήσει πάντα τὰ ; θελήματά ; μου.
وَنَحْنُ نُبَشِّرُكُمْ بِالْمَوْعِدِ الَّذِي صَارَ لآبَائِنَا،
καὶ ; ἡμεῖς ὑμᾶς ; εὐαγγελιζόμεθα τὴν ; ἐπαγγελίαν γενομένην, πρὸς ; τοὺς ; πατέρας
إِنَّ اللهَ قَدْ أَكْمَلَ هذَا لَنَا نَحْنُ أَوْلاَدَهُمْ، إِذْ أَقَامَ يَسُوعَ كَمَا هُوَ مَكْتُوبٌ أَيْضًا فِي الْمَزْمُورِ الثَّانِي: أَنْتَ ابْنِي أَنَا الْيَوْمَ وَلَدْتُكَ.
ὅτι ὁ ; θεὸς ἐκπεπλήρωκεν ταύτην ἡμῖν τοῖς ; τέκνοις ; αὐτῶν ἀναστήσας Ἰησοῦν, ὡς γέγραπται καὶ ἐν τῷ ; ψαλμῷ τῷ ; δευτέρῳ· εἶ ; σύ, υἱός ; μου ἐγὼ σήμερον γεγέννηκά ; σε.
إِنَّ اللهَ قَدْ أَكْمَلَ هذَا لَنَا نَحْنُ أَوْلاَدَهُمْ، إِذْ أَقَامَ يَسُوعَ كَمَا هُوَ مَكْتُوبٌ أَيْضًا فِي الْمَزْمُورِ الثَّانِي: أَنْتَ ابْنِي أَنَا الْيَوْمَ وَلَدْتُكَ.
ὅτι ὁ ; θεὸς ἐκπεπλήρωκεν ταύτην ἡμῖν τοῖς ; τέκνοις ; αὐτῶν ἀναστήσας Ἰησοῦν, ὡς γέγραπται καὶ ἐν τῷ ; ψαλμῷ τῷ ; δευτέρῳ· εἶ ; σύ, υἱός ; μου ἐγὼ σήμερον γεγέννηκά ; σε.
لأَنْ هكَذَا أَوْصَانَا الرَّبُّ: قَدْ أَقَمْتُكَ نُورًا لِلأُمَمِ، لِتَكُونَ أَنْتَ خَلاَصًا إِلَى أَقْصَى الأَرْضِ.
γὰρ οὕτως ἐντέταλται ; ἡμῖν ὁ ; κύριος· τέθεικά ; σε εἰς ; φῶς ἐθνῶν εἶναί σε εἰς ; σωτηρίαν ἕως ἐσχάτου τῆς ; γῆς.¶