المعنى المختصر للكلمة
mé:
me
اللفظ الأصلي
μέ
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
mé
(meh)
تكرار الورود في الكتاب
1727
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
مشتق من:
G1691
ἐμέ
•
em-eh
•
«بِي»
•
(me)
المعنى والشرح المفصل
me
الإنجليزية — KJV Translation Tags
I
me
my
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
ἡμεῖς (86×)
μοι (84×)
ἡμῖν (54×)
τοῦ ; κυρίου ; ἡμῶν (44×)
μοι· (25×)
ἡμῶν (23×)
με (18×)
ἡμᾶς (14×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (1727 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
يوحنا 19: 7
Jhn.19.7
أَجَابَهُ الْيَهُودُ: لَنَا نَامُوسٌ، وَحَسَبَ نَامُوسِنَا يَجِبُ أَنْ يَمُوتَ، لأَنَّهُ جَعَلَ نَفْسَهُ ابْنَ اللهِ.
ἀπεκρίθησαν ; αὐτῷ οἱ ; Ἰουδαῖοι· ἡμεῖς ; ἔχομεν, νόμον καὶ ; κατὰ τὸν ; νόμον ; ἡμῶν ὀφείλει ἀποθανεῖν, ὅτι ἐποίησεν.¶ ἑαυτὸν υἱὸν θεοῦ
يوحنا 19: 11
Jhn.19.11
أَجَابَ يَسُوعُ: لَمْ يَكُنْ لَكَ عَلَيَّ سُلْطَانٌ الْبَتَّةَ، لَوْ لَمْ تَكُنْ قَدْ أُعْطِيتَ مِنْ فَوْقُ. لِذلِكَ الَّذِي أَسْلَمَنِي إِلَيْكَ لَهُ خَطِيَّةٌ أَعْظَمُ.
ἀπεκρίθη ὁ; Ἰησοῦς· οὐκ εἶχες κατ᾽ ; ἐμοῦ ἐξουσίαν οὐδεμίαν, εἰ ; μὴ ἦν δεδομένον ; σοι ἄνωθεν· διὰ ; τοῦτο ὁ παραδιδούς; μέ σοι ἔχει. ἁμαρτίαν μείζονα
يوحنا 19: 24
Jhn.19.24
فَقَالَ بَعْضُهُمْ لِبَعْضٍ: لاَ نَشُقُّهُ، بَلْ نَقْتَرِعُ عَلَيْهِ لِمَنْ يَكُونُ. لِيَتِمَّ الْكِتَابُ الْقَائِلُ: اقْتَسَمُوا ثِيَابِي بَيْنَهُمْ، وَعَلَى لِبَاسِي أَلْقَوْا قُرْعَةً. هذَا فَعَلَهُ الْعَسْكَرُ.
εἶπαν ; οὖν πρὸς ἀλλήλους· μὴ σχίσωμεν ; αὐτόν, ἀλλὰ λάχωμεν περὶ ; αὐτοῦ τίνος ἔσται· ἵνα ; πληρωθῇ ἡ ; γραφὴ ἡ ; λέγουσα· διεμερίσαντο τὰ ; ἱμάτιά ; μου ἑαυτοῖς καὶ ; ἐπὶ τὸν ; ἱματισμόν ; μου ἔβαλον κλῆρον.¶ ταῦτα ἐποίησαν, Οἱ ; στρατιῶται
يوحنا 19: 24
Jhn.19.24
فَقَالَ بَعْضُهُمْ لِبَعْضٍ: لاَ نَشُقُّهُ، بَلْ نَقْتَرِعُ عَلَيْهِ لِمَنْ يَكُونُ. لِيَتِمَّ الْكِتَابُ الْقَائِلُ: اقْتَسَمُوا ثِيَابِي بَيْنَهُمْ، وَعَلَى لِبَاسِي أَلْقَوْا قُرْعَةً. هذَا فَعَلَهُ الْعَسْكَرُ.
εἶπαν ; οὖν πρὸς ἀλλήλους· μὴ σχίσωμεν ; αὐτόν, ἀλλὰ λάχωμεν περὶ ; αὐτοῦ τίνος ἔσται· ἵνα ; πληρωθῇ ἡ ; γραφὴ ἡ ; λέγουσα· διεμερίσαντο τὰ ; ἱμάτιά ; μου ἑαυτοῖς καὶ ; ἐπὶ τὸν ; ἱματισμόν ; μου ἔβαλον κλῆρον.¶ ταῦτα ἐποίησαν, Οἱ ; στρατιῶται
يوحنا 20: 13
Jhn.20.13
فَقَالاَ لَهَا: يَا امْرَأَةُ، لِمَاذَا تَبْكِينَ. قَالَتْ لَهُمَا: إِنَّهُمْ أَخَذُوا سَيِّدِي، وَلَسْتُ أَعْلَمُ أَيْنَ وَضَعُوهُ..
καὶ ; λέγουσιν ; ἐκεῖνοι· αὐτῇ γύναι, τί κλαίεις; λέγει αὐτοῖς· ὅτι ; ἦραν τὸν ; κύριόν ; μου, καὶ ; οὐκ οἶδα ποῦ ἔθηκαν ; αὐτόν.¶
يوحنا 20: 15
Jhn.20.15
قَالَ لَهَا يَسُوعُ: يَا امْرَأَةُ، لِمَاذَا تَبْكِينَ. مَنْ تَطْلُبِينَ. فَظَنَّتْ تِلْكَ أَنَّهُ الْبُسْتَانِيُّ، فَقَالَتْ لَهُ: يَا سَيِّدُ، إِنْ كُنْتَ أَنْتَ قَدْ حَمَلْتَهُ فَقُلْ لِي أَيْنَ وَضَعْتَهُ، وَأَنَا آخُذُهُ.
λέγει αὐτῇ ὁ ; Ἰησοῦς· γύναι, τί κλαίεις; τίνα ζητεῖς; δοκοῦσα ἐκείνη ὅτι ; ἐστιν ὁ ; κηπουρός λέγει αὐτῷ· κύριε, εἰ σὺ ἐβάστασας ; αὐτόν, εἰπέ μοι ποῦ ἔθηκας ; αὐτόν, κἀγὼ αὐτὸν ; ἀρῶ.
يوحنا 20: 17
Jhn.20.17
قَالَ لَهَا يَسُوعُ: لاَ تَلْمِسِينِي لأَنِّي لَمْ أَصْعَدْ بَعْدُ إِلَى أَبِي. وَلكِنِ اذْهَبِي إِلَى إِخْوَتِي وَقُولِي لَهُمْ: إِنِّي أَصْعَدُ إِلَى أَبِي وَأَبِيكُمْ وَإِلهِي وَإِلهِكُمْ.
λέγει αὐτῇ ὁ ; Ἰησοῦς· μή μου ; ἅπτου· γὰρ οὔπω ; ἀναβέβηκα πρὸς τὸν ; πατέρα ; μου. δὲ πορεύου πρὸς τοὺς ; ἀδελφούς ; μου καὶ ; εἰπὲ αὐτοῖς· ἀναβαίνω πρὸς τὸν ; πατέρα ; μου καὶ ; πατέρα ; ὑμῶν καὶ ; θεόν ; μου καὶ ; θεὸν ; ὑμῶν.¶
يوحنا 20: 17
Jhn.20.17
قَالَ لَهَا يَسُوعُ: لاَ تَلْمِسِينِي لأَنِّي لَمْ أَصْعَدْ بَعْدُ إِلَى أَبِي. وَلكِنِ اذْهَبِي إِلَى إِخْوَتِي وَقُولِي لَهُمْ: إِنِّي أَصْعَدُ إِلَى أَبِي وَأَبِيكُمْ وَإِلهِي وَإِلهِكُمْ.
λέγει αὐτῇ ὁ ; Ἰησοῦς· μή μου ; ἅπτου· γὰρ οὔπω ; ἀναβέβηκα πρὸς τὸν ; πατέρα ; μου. δὲ πορεύου πρὸς τοὺς ; ἀδελφούς ; μου καὶ ; εἰπὲ αὐτοῖς· ἀναβαίνω πρὸς τὸν ; πατέρα ; μου καὶ ; πατέρα ; ὑμῶν καὶ ; θεόν ; μου καὶ ; θεὸν ; ὑμῶν.¶
يوحنا 20: 17
Jhn.20.17
قَالَ لَهَا يَسُوعُ: لاَ تَلْمِسِينِي لأَنِّي لَمْ أَصْعَدْ بَعْدُ إِلَى أَبِي. وَلكِنِ اذْهَبِي إِلَى إِخْوَتِي وَقُولِي لَهُمْ: إِنِّي أَصْعَدُ إِلَى أَبِي وَأَبِيكُمْ وَإِلهِي وَإِلهِكُمْ.
λέγει αὐτῇ ὁ ; Ἰησοῦς· μή μου ; ἅπτου· γὰρ οὔπω ; ἀναβέβηκα πρὸς τὸν ; πατέρα ; μου. δὲ πορεύου πρὸς τοὺς ; ἀδελφούς ; μου καὶ ; εἰπὲ αὐτοῖς· ἀναβαίνω πρὸς τὸν ; πατέρα ; μου καὶ ; πατέρα ; ὑμῶν καὶ ; θεόν ; μου καὶ ; θεὸν ; ὑμῶν.¶
يوحنا 20: 17
Jhn.20.17
قَالَ لَهَا يَسُوعُ: لاَ تَلْمِسِينِي لأَنِّي لَمْ أَصْعَدْ بَعْدُ إِلَى أَبِي. وَلكِنِ اذْهَبِي إِلَى إِخْوَتِي وَقُولِي لَهُمْ: إِنِّي أَصْعَدُ إِلَى أَبِي وَأَبِيكُمْ وَإِلهِي وَإِلهِكُمْ.
λέγει αὐτῇ ὁ ; Ἰησοῦς· μή μου ; ἅπτου· γὰρ οὔπω ; ἀναβέβηκα πρὸς τὸν ; πατέρα ; μου. δὲ πορεύου πρὸς τοὺς ; ἀδελφούς ; μου καὶ ; εἰπὲ αὐτοῖς· ἀναβαίνω πρὸς τὸν ; πατέρα ; μου καὶ ; πατέρα ; ὑμῶν καὶ ; θεόν ; μου καὶ ; θεὸν ; ὑμῶν.¶
يوحنا 20: 21
Jhn.20.21
فَقَالَ لَهُمْ يَسُوعُ أَيْضًا: سَلاَمٌ لَكُمْ. كَمَا أَرْسَلَنِي الآبُ أُرْسِلُكُمْ أَنَا.
Εἶπεν ; οὖν αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς πάλιν· εἰρήνη ὑμῖν· καθὼς ἀπέσταλκέν ; με ὁ ; πατὴρ πέμπω ; ὑμᾶς. κἀγὼ
يوحنا 20: 25
Jhn.20.25
فَقَالَ لَهُ التَّلاَمِيذُ الآخَرُونَ: قَدْ رَأَيْنَا الرَّبَّ.. فَقَالَ لَهُمْ: إِنْ لَمْ أُبْصِرْ فِي يَدَيْهِ أَثَرَ الْمَسَامِيرِ، وَأَضَعْ إِصْبِعِي فِي أَثَرِ الْمَسَامِيرِ، وَأَضَعْ يَدِي فِي جَنْبِهِ، لاَ أُومِنْ.
ἔλεγον ; οὖν αὐτῷ οἱ ; μαθηταί· ἄλλοι ἑωράκαμεν τὸν ; κύριον. ὁ ; δὲ ; εἶπεν αὐτοῖς· ἐὰν μὴ ἴδω ἐν ταῖς ; χερσὶν ; αὐτοῦ τὸν ; τύπον τῶν ; ἥλων καὶ ; βάλω τὸν ; δάκτυλόν ; μου εἰς τὸν ; τύπον τῶν ; ἥλων καὶ ; βάλω μου ; τὴν ; χεῖρα εἰς τὴν ; πλευρὰν ; αὐτοῦ, οὐ ; μὴ πιστεύσω.¶
يوحنا 20: 27
Jhn.20.27
ثُمَّ قَالَ لِتُومَا: هَاتِ إِصْبِعَكَ إِلَى هُنَا وَأَبْصِرْ يَدَيَّ، وَهَاتِ يَدَكَ وَضَعْهَا فِي جَنْبِي، وَلاَ تَكُنْ غَيْرَ مُؤْمِنٍ بَلْ مُؤْمِنًا.
εἶτα λέγει τῷ ; Θωμᾷ· φέρε τὸν ; δάκτυλόν ; σου ὧδε καὶ ; ἴδε τὰς ; χεῖράς ; μου, καὶ ; φέρε τὴν ; χεῖρά ; σου καὶ ; βάλε εἰς τὴν ; πλευράν ; μου, καὶ ; μὴ γίνου ἄπιστος ἀλλὰ πιστός.¶
يوحنا 20: 27
Jhn.20.27
ثُمَّ قَالَ لِتُومَا: هَاتِ إِصْبِعَكَ إِلَى هُنَا وَأَبْصِرْ يَدَيَّ، وَهَاتِ يَدَكَ وَضَعْهَا فِي جَنْبِي، وَلاَ تَكُنْ غَيْرَ مُؤْمِنٍ بَلْ مُؤْمِنًا.
εἶτα λέγει τῷ ; Θωμᾷ· φέρε τὸν ; δάκτυλόν ; σου ὧδε καὶ ; ἴδε τὰς ; χεῖράς ; μου, καὶ ; φέρε τὴν ; χεῖρά ; σου καὶ ; βάλε εἰς τὴν ; πλευράν ; μου, καὶ ; μὴ γίνου ἄπιστος ἀλλὰ πιστός.¶
يوحنا 20: 28
Jhn.20.28
أَجَابَ تُومَا وَقَالَ لَهُ: رَبِّي وَإِلهِي..
Καὶ ; ἀπεκρίθη ὁ ; Θωμᾶς καὶ ; εἶπεν αὐτῷ· ὁ ; κύριός ; μου καὶ ; ὁ ; θεός ; μου.
يوحنا 20: 28
Jhn.20.28
أَجَابَ تُومَا وَقَالَ لَهُ: رَبِّي وَإِلهِي..
Καὶ ; ἀπεκρίθη ὁ ; Θωμᾶς καὶ ; εἶπεν αὐτῷ· ὁ ; κύριός ; μου καὶ ; ὁ ; θεός ; μου.
يوحنا 20: 29
Jhn.20.29
قَالَ لَهُ يَسُوعُ: لأَنَّكَ رَأَيْتَنِي يَا تُومَا آمَنْتَ. طُوبَى لِلَّذِينَ آمَنُوا وَلَمْ يَرَوْا.
λέγει αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς· ὅτι ἑώρακάς ; με Θωμᾷ πεπίστευκας· μακάριοι οἱ πιστεύσαντες.¶ μὴ ; καὶ ἰδόντες
يوحنا 21: 3
Jhn.21.3
قَالَ لَهُمْ سِمْعَانُ بُطْرُسُ: أَنَا أَذْهَبُ لأَتَصَيَّدَ. قَالُوا لَهُ: نَذْهَبُ نَحْنُ أَيْضًا مَعَكَ. فَخَرَجُوا وَدَخَلُوا السَّفِينَةَ لِلْوَقْتِ. وَفِي تِلْكَ اللَّيْلَةِ لَمْ يُمْسِكُوا شَيْئًا.
λέγει αὐτοῖς Σίμων Πέτρος· ὑπάγω ἁλιεύειν. λέγουσιν αὐτῷ· ἐρχόμεθα ἡμεῖς καὶ σὺν ; σοί. ἐξῆλθον ; καὶ ἀνέβησαν εἰς ; τὸ ; πλοῖον εὐθύς, ; καὶ ἐν ἐκείνῃ τῇ ; νυκτὶ ἐπίασαν ; οὐδέν.
يوحنا 21: 15
Jhn.21.15
فَبَعْدَ مَا تَغَدَّوْا قَالَ يَسُوعُ لِسِمْعَانَ بُطْرُسَ: يَا سِمْعَانُ بْنَ يُونَا، أَتُحِبُّنِي أَكْثَرَ مِنْ هؤُلاَءِ. قَالَ لَهُ: نَعَمْ يَا رَبُّ أَنْتَ تَعْلَمُ أَنِّي أُحِبُّكَ. قَالَ لَهُ: ارْعَ خِرَافِي.
Ὅτε οὖν ἠρίστησαν, λέγει ὁ ; Ἰησοῦς· τῷ ; Σίμωνι Πέτρῳ Σίμων Ἰωνᾶ ἀγαπᾷς ; με πλέον τούτων; λέγει αὐτῷ· ναὶ κύριε, σὺ οἶδας ὅτι φιλῶ ; σε. λέγει αὐτῷ· βόσκε τὰ ; ἀρνία ; μου.
يوحنا 21: 15
Jhn.21.15
فَبَعْدَ مَا تَغَدَّوْا قَالَ يَسُوعُ لِسِمْعَانَ بُطْرُسَ: يَا سِمْعَانُ بْنَ يُونَا، أَتُحِبُّنِي أَكْثَرَ مِنْ هؤُلاَءِ. قَالَ لَهُ: نَعَمْ يَا رَبُّ أَنْتَ تَعْلَمُ أَنِّي أُحِبُّكَ. قَالَ لَهُ: ارْعَ خِرَافِي.
Ὅτε οὖν ἠρίστησαν, λέγει ὁ ; Ἰησοῦς· τῷ ; Σίμωνι Πέτρῳ Σίμων Ἰωνᾶ ἀγαπᾷς ; με πλέον τούτων; λέγει αὐτῷ· ναὶ κύριε, σὺ οἶδας ὅτι φιλῶ ; σε. λέγει αὐτῷ· βόσκε τὰ ; ἀρνία ; μου.
يوحنا 21: 16
Jhn.21.16
قَالَ لَهُ أَيْضًا ثَانِيَةً: يَا سِمْعَانُ بْنَ يُونَا، أَتُحِبُّنِي. قَالَ لَهُ: نَعَمْ يَا رَبُّ، أَنْتَ تَعْلَمُ أَنِّي أُحِبُّكَ. قَالَ لَهُ: ارْعَ غَنَمِي.
λέγει αὐτῷ πάλιν δεύτερον· Σίμων Ἰωνᾶ ἀγαπᾷς ; με; λέγει αὐτῷ· ναὶ κύριε, σὺ οἶδας ὅτι φιλῶ ; σε. λέγει αὐτῷ· ποίμαινε τὰ ; πρόβατά ; μου.
يوحنا 21: 16
Jhn.21.16
قَالَ لَهُ أَيْضًا ثَانِيَةً: يَا سِمْعَانُ بْنَ يُونَا، أَتُحِبُّنِي. قَالَ لَهُ: نَعَمْ يَا رَبُّ، أَنْتَ تَعْلَمُ أَنِّي أُحِبُّكَ. قَالَ لَهُ: ارْعَ غَنَمِي.
λέγει αὐτῷ πάλιν δεύτερον· Σίμων Ἰωνᾶ ἀγαπᾷς ; με; λέγει αὐτῷ· ναὶ κύριε, σὺ οἶδας ὅτι φιλῶ ; σε. λέγει αὐτῷ· ποίμαινε τὰ ; πρόβατά ; μου.
يوحنا 21: 17
Jhn.21.17
قَالَ لَهُ ثَالِثَةً: يَا سِمْعَانُ بْنَ يُونَا، أَتُحِبُّنِي. فَحَزِنَ بُطْرُسُ لأَنَّهُ قَالَ لَهُ ثَالِثَةً: أَتُحِبُّنِي. فَقَالَ لَهُ: يَا رَبُّ، أَنْتَ تَعْلَمُ كُلَّ شَيْءٍ. أَنْتَ تَعْرِفُ أَنِّي أُحِبُّكَ. قَالَ لَهُ يَسُوعُ: ارْعَ غَنَمِي.
λέγει αὐτῷ τὸ ; τρίτον· Σίμων Ἰωνᾶ φιλεῖς ; με; ἐλυπήθη ὁ ; Πέτρος ὅτι εἶπεν αὐτῷ τὸ ; τρίτον· φιλεῖς ; με; καὶ ; εἶπεν αὐτῷ· κύριε, σὺ οἶδας, πάντα σὺ γινώσκεις ὅτι φιλῶ ; σε. λέγει αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς· βόσκε τὰ ; πρόβατά ; μου.
يوحنا 21: 17
Jhn.21.17
قَالَ لَهُ ثَالِثَةً: يَا سِمْعَانُ بْنَ يُونَا، أَتُحِبُّنِي. فَحَزِنَ بُطْرُسُ لأَنَّهُ قَالَ لَهُ ثَالِثَةً: أَتُحِبُّنِي. فَقَالَ لَهُ: يَا رَبُّ، أَنْتَ تَعْلَمُ كُلَّ شَيْءٍ. أَنْتَ تَعْرِفُ أَنِّي أُحِبُّكَ. قَالَ لَهُ يَسُوعُ: ارْعَ غَنَمِي.
λέγει αὐτῷ τὸ ; τρίτον· Σίμων Ἰωνᾶ φιλεῖς ; με; ἐλυπήθη ὁ ; Πέτρος ὅτι εἶπεν αὐτῷ τὸ ; τρίτον· φιλεῖς ; με; καὶ ; εἶπεν αὐτῷ· κύριε, σὺ οἶδας, πάντα σὺ γινώσκεις ὅτι φιλῶ ; σε. λέγει αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς· βόσκε τὰ ; πρόβατά ; μου.
يوحنا 21: 17
Jhn.21.17
قَالَ لَهُ ثَالِثَةً: يَا سِمْعَانُ بْنَ يُونَا، أَتُحِبُّنِي. فَحَزِنَ بُطْرُسُ لأَنَّهُ قَالَ لَهُ ثَالِثَةً: أَتُحِبُّنِي. فَقَالَ لَهُ: يَا رَبُّ، أَنْتَ تَعْلَمُ كُلَّ شَيْءٍ. أَنْتَ تَعْرِفُ أَنِّي أُحِبُّكَ. قَالَ لَهُ يَسُوعُ: ارْعَ غَنَمِي.
λέγει αὐτῷ τὸ ; τρίτον· Σίμων Ἰωνᾶ φιλεῖς ; με; ἐλυπήθη ὁ ; Πέτρος ὅτι εἶπεν αὐτῷ τὸ ; τρίτον· φιλεῖς ; με; καὶ ; εἶπεν αὐτῷ· κύριε, σὺ οἶδας, πάντα σὺ γινώσκεις ὅτι φιλῶ ; σε. λέγει αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς· βόσκε τὰ ; πρόβατά ; μου.
يوحنا 21: 19
Jhn.21.19
قَالَ هذَا مُشِيرًا إِلَى أَيَّةِ مِيتَةٍ كَانَ مُزْمِعًا أَنْ يُمَجِّدَ اللهَ وَلَمَّا قَالَ هذَا قَالَ لَهُ: اتْبَعْنِي.
δὲ ; εἶπεν τοῦτο σημαίνων ποίῳ θανάτῳ δοξάσει τὸν ; θεόν. καὶ ; εἰπὼν τοῦτο λέγει αὐτῷ· ἀκολούθει ; μοι.¶
أعمال الرسل 1: 4
Act.1.4
وَفِيمَا هُوَ مُجْتَمِعٌ مَعَهُمْ أَوْصَاهُمْ أَنْ لاَ يَبْرَحُوا مِنْ أُورُشَلِيمَ، بَلْ يَنْتَظِرُوا مَوْعِدَ الآبِ الَّذِي سَمِعْتُمُوهُ مِنِّي،
καὶ ; συναλιζόμενος παρήγγειλεν ; αὐτοῖς μὴ χωρίζεσθαι, ἀπὸ Ἱεροσολύμων ἀλλὰ περιμένειν τὴν ; ἐπαγγελίαν τοῦ ; πατρὸς ἣν ἠκούσατέ μου·
أعمال الرسل 1: 17
Act.1.17
إِذْ كَانَ مَعْدُودًا بَيْنَنَا وَصَارَ لَهُ نَصِيبٌ فِي هذِهِ الْخِدْمَةِ.
ὅτι ἦν κατηριθμημένος σὺν; ἡμῖν ἔλαχεν τὸν ; κλῆρον τῆς ταύτης. διακονίας
أعمال الرسل 1: 21
Act.1.21
فَيَنْبَغِي أَنَّ الرِّجَالَ الَّذِينَ اجْتَمَعُوا مَعَنَا كُلَّ الزَّمَانِ الَّذِي فِيهِ دَخَلَ إِلَيْنَا الرَّبُّ يَسُوعُ وَخَرَجَ،
δεῖ οὖν ἀνδρῶν τῶν συνελθόντων ἡμῖν ἐν ; παντὶ χρόνῳ ᾧ ἐν εἰσῆλθεν ἐφ᾽ ; ἡμᾶς ὁ ; κύριος Ἰησοῦς, ἐξῆλθεν
أعمال الرسل 1: 21
Act.1.21
فَيَنْبَغِي أَنَّ الرِّجَالَ الَّذِينَ اجْتَمَعُوا مَعَنَا كُلَّ الزَّمَانِ الَّذِي فِيهِ دَخَلَ إِلَيْنَا الرَّبُّ يَسُوعُ وَخَرَجَ،
δεῖ οὖν ἀνδρῶν τῶν συνελθόντων ἡμῖν ἐν ; παντὶ χρόνῳ ᾧ ἐν εἰσῆλθεν ἐφ᾽ ; ἡμᾶς ὁ ; κύριος Ἰησοῦς, ἐξῆλθεν