ك
إصحاح
G3164
G3165.
G3166
المعنى المختصر للكلمة
mé: me
اللفظ الأصلي μέ
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق (meh)
تكرار الورود في الكتاب 1727 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

me

الإنجليزية — KJV Translation Tags
I me my

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἡμεῖς (86×) μοι (84×) ἡμῖν (54×) τοῦ ; κυρίου ; ἡμῶν (44×) μοι· (25×) ἡμῶν (23×) με (18×) ἡμᾶς (14×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (1727 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَلَمَّا وَافَانَا إِلَى أَسُّوسَ أَخَذْنَاهُ وَأَتَيْنَا إِلَى مِيتِيلِينِي.
ὡς ; δὲ συνέβαλεν; ἡμῖν εἰς τὴν ; Ἆσσον, ἀναλαβόντες ; αὐτὸν ἤλθομεν εἰς Μιτυλήνην·
أَخْدِمُ الرَّبَّ بِكُلِّ تَوَاضُعٍ وَدُمُوعٍ كَثِيرَةٍ، وَبِتَجَارِبَ أَصَابَتْنِي بِمَكَايِدِ الْيَهُودِ.
δουλεύων τῷ ; κυρίῳ μετὰ ; πάσης ταπεινοφροσύνης καὶ ; δακρύων πολλῶν καὶ ; πειρασμῶν τῶν ; συμβάντων ; μοι ἐν ; ταῖς ; ἐπιβουλαῖς τῶν ; Ἰουδαίων·
شَاهِدًا لِلْيَهُودِ وَالْيُونَانِيِّينَ بِالتَّوْبَةِ إِلَى اللهِ وَالإِيمَانِ الَّذِي بِرَبِّنَا يَسُوعَ الْمَسِيحِ.
διαμαρτυρόμενος Ἰουδαίοις ; τε καὶ ; Ἕλλησιν τὴν ; μετάνοιαν εἰς τὸν ; θεὸν καὶ ; πίστιν τὴν ; εἰς τὸν ; κύριον ; ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν.¶
وَالآنَ هَا أَنَا أَذْهَبُ إِلَى أُورُشَلِيمَ مُقَيَّدًا بِالرُّوحِ، لاَ أَعْلَمُ مَاذَا يُصَادِفُنِي هُنَاكَ.
Καὶ ; νῦν ἰδοὺ ἐγὼ πορεύομαι εἰς Ἰερουσαλὴμ δεδεμένος τῷ ; πνεύματι μὴ εἰδώς, τὰ συναντήσοντά ; μοι ἐν ; αὐτῇ
وَلكِنَّنِي لَسْتُ أَحْتَسِبُ لِشَيْءٍ، وَلاَ نَفْسِي ثَمِينَةٌ عِنْدِي، حَتَّى أُتَمِّمَ بِفَرَحٍ سَعْيِي وَالْخِدْمَةَ الَّتِي أَخَذْتُهَا مِنَ الرَّبِّ يَسُوعَ، لأَشْهَدَ بِبِشَارَةِ نِعْمَةِ اللهِ.
ἀλλ᾽ οὐδενὸς ; λόγον; ποιοῦμαι οὐδὲ τὴν ; ψυχὴν ; μου τιμίαν ἐμαυτῷ, ὡς τελειῶσαι μετὰ ; χαρᾶς τὸν ; δρόμον ; μου καὶ ; τὴν ; διακονίαν ἣν ἔλαβον παρὰ τοῦ ; κυρίου Ἰησοῦ, διαμαρτύρασθαι τὸ ; εὐαγγέλιον τῆς ; χάριτος τοῦ ; θεοῦ.
وَلكِنَّنِي لَسْتُ أَحْتَسِبُ لِشَيْءٍ، وَلاَ نَفْسِي ثَمِينَةٌ عِنْدِي، حَتَّى أُتَمِّمَ بِفَرَحٍ سَعْيِي وَالْخِدْمَةَ الَّتِي أَخَذْتُهَا مِنَ الرَّبِّ يَسُوعَ، لأَشْهَدَ بِبِشَارَةِ نِعْمَةِ اللهِ.
ἀλλ᾽ οὐδενὸς ; λόγον; ποιοῦμαι οὐδὲ τὴν ; ψυχὴν ; μου τιμίαν ἐμαυτῷ, ὡς τελειῶσαι μετὰ ; χαρᾶς τὸν ; δρόμον ; μου καὶ ; τὴν ; διακονίαν ἣν ἔλαβον παρὰ τοῦ ; κυρίου Ἰησοῦ, διαμαρτύρασθαι τὸ ; εὐαγγέλιον τῆς ; χάριτος τοῦ ; θεοῦ.
وَالآنَ هَا أَنَا أَعْلَمُ أَنَّكُمْ لاَ تَرَوْنَ وَجْهِي أَنْتُمْ جَمِيعًا الَّذِينَ مَرَرْتُ بَيْنَكُمْ كَارِزًا بِمَلَكُوتِ اللهِ.
καὶ ; νῦν ἰδοὺ ἐγὼ οἶδα ὅτι οὐκέτι ὄψεσθε τὸ ; πρόσωπόν ; μου ὑμεῖς πάντες, οἷς διῆλθον ἐν κηρύσσων τὴν ; βασιλείαν τοῦ ; θεοῦ.
لأَنِّي أَعْلَمُ هذَا: أَنَّهُ بَعْدَ ذِهَابِي سَيَدْخُلُ بَيْنَكُمْ ذِئَابٌ خَاطِفَةٌ لاَ تُشْفِقُ عَلَى الرَّعِيَّةِ.
Ἐγὼ ; γὰρ οἶδα τοῦτο ὅτι μετὰ τὴν ; ἄφιξίν ; μου εἰσελεύσονται εἰς ; ὑμᾶς λύκοι βαρεῖς μὴ φειδόμενοι τοῦ ; ποιμνίου,
أَنْتُمْ تَعْلَمُونَ أَنَّ حَاجَاتِي وَحَاجَاتِ الَّذِينَ مَعِي خَدَمَتْهَا هَاتَانِ الْيَدَانِ.
αὐτοὶ ; δὲ γινώσκετε ὅτι ταῖς ; χρείαις ; μου καὶ ; τοῖς μετ᾽ ; ἐμοῦ ; οὖσιν ὑπηρέτησαν αὗται. αἱ ; χεῖρες
وَلَمَّا انْفَصَلْنَا عَنْهُمْ أَقْلَعْنَا وَجِئْنَا مُتَوَجِّهِينَ بِالاسْتِقَامَةِ إِلَى كُوسَ، وَفِي الْيَوْمِ التَّالِي إِلَى رُودُسَ، وَمِنْ هُنَاكَ إِلَى بَاتَرَا.
Ὡς ; δὲ ; ἐγένετο ἀποσπασθέντας ἀπ᾽ ; αὐτῶν, ἀναχθῆναι ; ἡμᾶς ἤλθομεν εὐθυδρομήσαντες εἰς τὴν ; Κῶ, δὲ τῇ ; ἑξῆς εἰς τὴν ; Ῥόδον, κἀκεῖθεν εἰς Πάταρα.
وَلكِنْ لَمَّا اسْتَكْمَلْنَا الأَيَّامَ خَرَجْنَا ذَاهِبِينَ، وَهُمْ جَمِيعًا يُشَيِّعُونَنَا، مَعَ النِّسَاءِ وَالأَوْلاَدِ إِلَى خَارِجِ الْمَدِينَةِ. فَجَثَوْنَا عَلَى رُكَبِنَا عَلَى الشَّاطِئِ وَصَلَّيْنَا.
ὅτε ; δὲ ; ἐγένετο ἐξαρτίσαι ; ἡμᾶς τὰς ; ἡμέρας, ἐξελθόντες ἐπορευόμεθα πάντων προπεμπόντων ; ἡμᾶς σὺν γυναιξὶν καὶ ; τέκνοις ἕως ἔξω τῆς ; πόλεως, καὶ ; θέντες τὰ ; γόνατα ἐπὶ τὸν ; αἰγιαλὸν προσηυξάμεθα
وَلكِنْ لَمَّا اسْتَكْمَلْنَا الأَيَّامَ خَرَجْنَا ذَاهِبِينَ، وَهُمْ جَمِيعًا يُشَيِّعُونَنَا، مَعَ النِّسَاءِ وَالأَوْلاَدِ إِلَى خَارِجِ الْمَدِينَةِ. فَجَثَوْنَا عَلَى رُكَبِنَا عَلَى الشَّاطِئِ وَصَلَّيْنَا.
ὅτε ; δὲ ; ἐγένετο ἐξαρτίσαι ; ἡμᾶς τὰς ; ἡμέρας, ἐξελθόντες ἐπορευόμεθα πάντων προπεμπόντων ; ἡμᾶς σὺν γυναιξὶν καὶ ; τέκνοις ἕως ἔξω τῆς ; πόλεως, καὶ ; θέντες τὰ ; γόνατα ἐπὶ τὸν ; αἰγιαλὸν προσηυξάμεθα
وَبَيْنَمَا نَحْنُ مُقِيمُونَ أَيَّامًا كَثِيرَةً، انْحَدَرَ مِنَ الْيَهُودِيَّةِ نَبِيٌّ اسْمُهُ أَغَابُوسُ.
δὲ ἡμῶν Ἐπιμενόντων ἡμέρας πλείους κατῆλθέν ἀπὸ τῆς ; Ἰουδαίας τις ; προφήτης ὀνόματι Ἅγαβος,
فَجَاءَ إِلَيْنَا، وَأَخَذَ مِنْطَقَةَ بُولُسَ، وَرَبَطَ يَدَيْ نَفْسِهِ وَرِجْلَيْهِ وَقَالَ: هذَا يَقُولُهُ الرُّوحُ الْقُدُسُ: الرَّجُلُ الَّذِي لَهُ هذِهِ الْمِنْطَقَةُ، هكَذَا سَيَرْبُطُهُ الْيَهُودُ فِي أُورُشَلِيمَ وَيُسَلِّمُونَهُ إِلَى أَيْدِي الأُمَمِ.
καὶ ; ἐλθὼν πρὸς ; ἡμᾶς καὶ ; ἄρας τὴν ; ζώνην τοῦ ; Παύλου, δήσας τὰς ; χεῖρας αὐτοῦ τοὺς ; πόδας εἶπεν· τάδε λέγει πνεῦμα ; τὸ τὸ ; ἅγιον· τὸν ; ἄνδρα οὗ ; ἐστιν αὕτη, ἡ ; ζώνη οὕτως δήσουσιν οἱ ; Ἰουδαῖοι ἐν Ἰερουσαλὴμ καὶ ; παραδώσουσιν εἰς χεῖρας ἐθνῶν.
فَلَمَّا سَمِعْنَا هذَا طَلَبْنَا إِلَيْهِ نَحْنُ وَالَّذِينَ مِنَ الْمَكَانِ أَنْ لاَ يَصْعَدَ إِلَى أُورُشَلِيمَ.
ὡς ; δὲ ἠκούσαμεν ταῦτα, παρεκαλοῦμεν ἡμεῖς καὶ ; οἱ ἐντόπιοι τοῦ μὴ ἀναβαίνειν ; αὐτὸν εἰς Ἰερουσαλήμ.
وَجَاءَ أَيْضًا مَعَنَا مِنْ قَيْصَرِيَّةَ مِنَ التَّلاَمِيذِ ذَاهِبِينَ مَنَاسُونَ، وَهُوَ رَجُلٌ قُبْرُسِيٌّ، تِلْمِيذٌ قَدِيمٌ، لِنَنْزِلَ عِنْدَهُ.
δὲ ; συνῆλθον καὶ σὺν ; ἡμῖν, ἀπὸ Καισαρείας τῶν ; μαθητῶν ἄγοντες Μνάσωνί τινι Κυπρίῳ, μαθητῇ.¶ ἀρχαίῳ ξενισθῶμεν, παρ᾽ ; ᾧ
وَلَمَّا وَصَلْنَا إِلَى أُورُشَلِيمَ قَبِلَنَا الإِخْوَةُ بِفَرَحٍ.
Γενομένων ; δὲ ; ἡμῶν εἰς Ἱεροσόλυμα ἐδέξαντο; ἡμᾶς οἱ ; ἀδελφοί. ἀσμένως
وَلَمَّا وَصَلْنَا إِلَى أُورُشَلِيمَ قَبِلَنَا الإِخْوَةُ بِفَرَحٍ.
Γενομένων ; δὲ ; ἡμῶν εἰς Ἱεροσόλυμα ἐδέξαντο; ἡμᾶς οἱ ; ἀδελφοί. ἀσμένως
وَفِي الْغَدِ دَخَلَ بُولُسُ مَعَنَا إِلَى يَعْقُوبَ، وَحَضَرَ جَمِيعُ الْمَشَايخِ.
τῇ ; δὲ ἐπιούσῃ εἰσῄει ὁ ; Παῦλος σὺν ; ἡμῖν πρὸς Ἰάκωβον, τε ; παρεγένοντο πάντες οἱ ; πρεσβύτεροι.
فَافْعَلْ هذَا الَّذِي نَقُولُ لَكَ: عِنْدَنَا أَرْبَعَةُ رِجَال عَلَيْهِمْ نَذْرٌ.
οὖν ; ποίησον τοῦτο ὅ λέγομεν· σοι εἰσὶν ; ἡμῖν τέσσαρες ἄνδρες ἔχοντες ; ἐφ᾽ ; ἑαυτῶν· εὐχὴν
وَأَمَّا مِنْ جِهَةِ الَّذِينَ آمَنُوا مِنَ الأُمَمِ، فَأَرْسَلْنَا نَحْنُ وَحَكَمْنَا أَنْ لاَ يَحْفَظُوا مِثْلَ ذلِكَ، سِوَى أَنْ يُحَافِظُوا عَلَى أَنْفُسِهِمْ مِمَّا ذُبحَ لِلأَصْنَامِ، وَمِنَ الدَّمِ، وَالْمَخْنُوقِ، وَالزِّنَا.
περὶ ; δὲ τῶν πεπιστευκότων ἐθνῶν ἐπεστείλαμεν ἡμεῖς κρίναντες μηδὲν τηρεῖν τοιοῦτον αὐτούς εἰ ; μὴ φυλάσσεσθαι αὐτοὺς τό τε ; εἰδωλόθυτον καὶ τὸ ; αἷμα καὶ ; πνικτὸν καὶ ; πορνείαν.¶
وَإِذْ قَارَبَ بُولُسُ أَنْ يَدْخُلَ الْمُعَسْكَرَ قَالَ لِلأَمِيرِ: أَيَجُوزُ لِي أَنْ أَقُولَ لَكَ شَيْئًا. فَقَالَ: أَتَعْرِفُ الْيُونَانِيَّةَ.
μέλλων ; τε ὁ ; Παῦλος εἰσάγεσθαι ; εἰς τὴν ; παρεμβολὴν λέγει τῷ ; χιλιάρχῳ· εἰ ; ἔξεστίν μοι εἰπεῖν πρὸς ; σέ; τι ὁ ; δὲ ; ἔφη· γινώσκεις; ἑλληνιστὶ
فَقَالَ بُولُسُ: أَنَا رَجُلٌ يَهُودِيٌّ طَرْسُوسِيٌّ، مِنْ أَهْلِ مَدِينَةٍ غَيْرِ دَنِيَّةٍ مِنْ كِيلِيكِيَّةَ. وَأَلْتَمِسُ مِنْكَ أَنْ تَأْذَنَ لِي أَنْ أُكَلِّمَ الشَّعْبَ.
Εἶπεν ; δὲ ὁ ; Παῦλος· ἐγὼ ; εἰμι ἄνθρωπος Ἰουδαῖος Ταρσεὺς πολίτης, ; πόλεως οὐκ ἀσήμου τῆς ; Κιλικίας δέομαι ; δέ σου· ἐπίτρεψόν μοι πρὸς λαλῆσαι τὸν ; λαόν.
كَمَا يَشْهَدُ لِي أَيْضًا رَئِيسُ الْكَهَنَةِ وَجَمِيعُ الْمَشْيَخَةِ، الَّذِينَ إِذْ أَخَذْتُ أَيْضًا مِنْهُمْ رَسَائِلَ لِلإِخْوَةِ إِلَى دِمَشْقَ، ذَهَبْتُ لآتِيَ بِالَّذِينَ هُنَاكَ إِلَى أُورُشَلِيمَ مُقَيَّدِينَ لِكَيْ يُعَاقَبُوا.
ὡς μαρτυρεῖ μοι καὶ ὁ ; ἀρχιερεὺς καὶ ; πᾶν τὸ ; πρεσβυτέριον, ὧν δεξάμενος καὶ παρ᾽ ἐπιστολὰς πρὸς ; τοὺς ; ἀδελφοὺς εἰς Δαμασκὸν ἐπορευόμην, ἄξων τοὺς ἐκεῖσε ; ὄντας εἰς Ἰερουσαλὴμ δεδεμένους ἵνα τιμωρηθῶσιν.
فَحَدَثَ لِي وَأَنَا ذَاهِبٌ وَمُتَقَرِّبٌ إِلَى دِمَشْقَ أَنَّهُ نَحْوَ نِصْفِ النَّهَارِ، بَغْتَةً أَبْرَقَ حَوْلِي مِنَ السَّمَاءِ نُورٌ عَظِيمٌ.
ἐγένετο ; δέ μοι πορευομένῳ καὶ ; ἐγγίζοντι τῇ ; Δαμασκῷ περὶ μεσημβρίαν ἐξαίφνης περιαστράψαι περὶ ; ἐμέ· ἐκ τοῦ ; οὐρανοῦ φῶς ἱκανὸν
فَسَقَطْتُ عَلَى الأَرْضِ، وَسَمِعْتُ صَوْتًا قَائِلاً لِي: شَاوُلُ، شَاوُلُ،. لِمَاذَا تَضْطَهِدُنِي.
ἔπεσά ; τε εἰς τὸ ; ἔδαφος καὶ ; ἤκουσα φωνῆς λεγούσης μοι· Σαοὺλ Σαούλ, τί με ; διώκεις;
فَأَجَبْتُ: مَنْ أَنْتَ يَا سَيِّدُ. فَقَالَ لِي: أَنَا يَسُوعُ النَّاصِرِيُّ الَّذِي أَنْتَ تَضْطَهِدُهُ.
ἐγὼ ; δὲ ; ἀπεκρίθην· τίς εἶ κύριε; εἶπέν ; τε πρός ; με· εἰμι ; ἐγώ Ἰησοῦς ὁ ; Ναζωραῖος ὃν σὺ διώκεις.
وَالَّذِينَ كَانُوا مَعِي نَظَرُوا النُّورَ وَارْتَعَبُوا، وَلكِنَّهُمْ لَمْ يَسْمَعُوا صَوْتَ الَّذِي كَلَّمَنِي.
οἱ ; δὲ ὄντες σὺν ; ἐμοὶ ἐθεάσαντο τὸ ; μὲν ; φῶς καὶ ; ἔμφοβοι ; ἐγένοντο, δὲ οὐκ ἤκουσαν τὴν ; φωνὴν τοῦ ; λαλοῦντός ; μοι.
فَقُلْتُ: مَاذَا أَفْعَلُ يَا رَبُّ. فَقَالَ لِي الرَّبُّ: قُمْ وَاذْهَبْ إِلَى دِمَشْقَ، وَهُنَاكَ يُقَالُ لَكَ عَنْ جَمِيعِ مَا تَرَتَّبَ لَكَ أَنْ تَفْعَلَ.
εἶπον ; δέ· τί ποιήσω κύριε; ὁ ; δὲ ; εἶπεν πρός ; με· κύριος ἀναστὰς πορεύου εἰς Δαμασκόν, κἀκεῖ λαληθήσεται σοι περὶ πάντων ὧν τέτακταί σοι ποιῆσαι.
وَإِذْ كُنْتُ لاَ أُبْصِرُ مِنْ أَجْلِ بَهَاءِ ذلِكَ النُّورِ، اقْتَادَنِي بِيَدِي الَّذِينَ كَانُوا مَعِي، فَجِئْتُ إِلَى دِمَشْقَ.
δὲ ὡς οὐκ ἐνέβλεπον ἀπὸ τῆς ; δόξης τοῦ ; ἐκείνου, φωτὸς χειραγωγούμενος ὑπὸ ; τῶν συνόντων ; μοι ἦλθον εἰς Δαμασκόν.¶