ك
إصحاح
G2888
G2889. kósmos
G2890
المعنى المختصر للكلمة
kósmos: orderly arrangement, i.e. decoration
اللفظ الأصلي κόσμος
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق kósmos (kos-mos)
تكرار الورود في الكتاب 186 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل
1 orderly arrangement, i.e. decoration
2 by implication, the world (in a wide or narrow sense, including its inhabitants, literally or figuratively (morally))
الإنجليزية — KJV Translation Tags
adorning world

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

τοῦ ; κόσμου (39×) τὸν ; κόσμον (20×) ὁ ; κόσμος (18×) τῷ ; κόσμῳ (12×) κόσμου (11×) τὸν ; κόσμον, (7×) τῷ ; κόσμῳ, (6×) τοῦ ; κόσμου. (5×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (186 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَأَمَّا الْمُتَزَوِّجُ فَيَهْتَمُّ فِي مَا لِلْعَالَمِ كَيْفَ يُرْضِي امْرَأَتَهُ.
δὲ ὁ ; γαμήσας μεριμνᾷ τὰ ; τοῦ κόσμου, πῶς ἀρέσει τῇ ; γυναικί,
إِنَّ بَيْنَ الزَّوْجَةِ وَالْعَذْرَاءِ فَرْقًا: غَيْرُ الْمُتَزَوِّجَةِ تَهْتَمُّ فِي مَا لِلرَّبِّ لِتَكُونَ مُقَدَّسَةً جَسَدًا وَرُوحًا. وَأَمَّا الْمُتَزَوِّجَةُ فَتَهْتَمُّ فِي مَا لِلْعَالَمِ كَيْفَ تُرْضِي رَجُلَهَا.
καὶ ἡ ; γυνὴ καὶ ; ἡ ; παρθένος μεμέρισται. ἡ ; ἄγαμος μεριμνᾷ τὰ τοῦ ; κυρίου, ἵνα ; ᾖ ἁγία σώματι καὶ ; πνεύματι· δὲ ἡ ; γαμήσασα μεριμνᾷ τὰ τοῦ ; κόσμου, πῶς ἀρέσει τῷ ; ἀνδρί.
فَمِنْ جِهَةِ أَكْلِ مَا ذُبحَ لِلأَوْثَانِ: نَعْلَمُ وَثَنٌ فِي الْعَالَمِ، وَأَنْ لَيْسَ إِلهٌ آخَرُ إِلاَّ وَاحِدًا.
Περὶ ; οὖν τῆς ; βρώσεως τῶν εἰδωλοθύτων οἴδαμεν εἴδωλον ἐν κόσμῳ καὶ ; ὅτι οὐδεὶς θεὸς ἕτερος εἰ ; μὴ εἷς.
وَلكِنْ إِذْ قَدْ حُكِمَ عَلَيْنَا، نُؤَدَّبُ مِنَ الرَّبِّ لِكَيْ لاَ نُدَانَ مَعَ الْعَالَمِ.
δὲ κρινόμενοι παιδευόμεθα, ὑπὸ κυρίου ἵνα μὴ κατακριθῶμεν.¶ σὺν τῷ ; κόσμῳ
رُبَّمَا تَكُونُ أَنْوَاعُ لُغَاتٍ هذَا عَدَدُهَا فِي الْعَالَمِ، وَلَيْسَ شَيْءٌ مِنْهَا بِلاَ مَعْنىً.
εἰ ; τύχοι, ἐστὶν γένη φωνῶν τοσαῦτα, ἐν κόσμῳ, καὶ ; οὐδὲν αὐτῶν ἄφωνον·
لأَنَّ فَخْرَنَا هُوَ هذَا: شَهَادَةُ ضَمِيرِنَا أَنَّنَا فِي بَسَاطَةٍ وَإِخْلاَصِ اللهِ، لاَ فِي حِكْمَةٍ جَسَدِيَّةٍ بَلْ فِي نِعْمَةِ اللهِ، تَصَرَّفْنَا فِي الْعَالَمِ، وَلاَ سِيَّمَا مِنْ نَحْوِكُمْ.
γὰρ ἡ ; καύχησις ; ἡμῶν ἐστίν, αὕτη τὸ ; μαρτύριον τῆς ; συνειδήσεως ; ἡμῶν, ὅτι ἐν ἁπλότητι καὶ ; εἰλικρινείᾳ θεοῦ, οὐκ ἐν σοφίᾳ σαρκικῇ ἀλλ᾽ ἐν χάριτι θεοῦ ἀνεστράφημεν ἐν τῷ ; κόσμῳ, περισσοτέρως δὲ ; πρὸς ; ὑμᾶς.
أَيْ إِنَّ اللهَ كَانَ فِي الْمَسِيحِ مُصَالِحًا الْعَالَمَ لِنَفْسِهِ، غَيْرَ حَاسِبٍ لَهُمْ خَطَايَاهُمْ، وَوَاضِعًا فِينَا كَلِمَةَ الْمُصَالَحَةِ.
ὡς ὅτι θεὸς ἦν ἐν Χριστῷ καταλλάσσων κόσμον ἑαυτῷ, μὴ λογιζόμενος αὐτοῖς τὰ ; παραπτώματα ; αὐτῶν, καὶ ; θέμενος ἐν ; ἡμῖν τὸν ; λόγον τῆς ; καταλλαγῆς.¶
لأَنَّ الْحُزْنَ الَّذِي بِحَسَبِ مَشِيئَةِ اللهِ يُنْشِئُ تَوْبَةً لِخَلاَصٍ بِلاَ نَدَامَةٍ، وَأَمَّا حُزْنُ الْعَالَمِ فَيُنْشِئُ مَوْتًا.
γὰρ ἡ ; λύπη κατὰ θεὸν κατεργάζεται μετάνοιαν εἰς ; σωτηρίαν ἀμεταμέλητον δὲ ἡ ; λύπη τοῦ ; κόσμου κατεργάζεται. θάνατον
هكَذَا نَحْنُ أَيْضًا: لَمَّا كُنَّا قَاصِرِينَ، كُنَّا مُسْتَعْبَدِينَ تَحْتَ أَرْكَانِ الْعَالَمِ.
οὕτως ἡμεῖς καὶ ὅτε ἦμεν νήπιοι, ἦμεν δεδουλωμένοι· ὑπὸ τὰ ; στοιχεῖα τοῦ ; κόσμου
وَأَمَّا مِنْ جِهَتِي، فَحَاشَا أَنْ أَفْتَخِرَ إِلاَّ بِصَلِيبِ رَبِّنَا يَسُوعَ الْمَسِيحِ، الَّذِي بِهِ قَدْ صُلِبَ الْعَالَمُ لِي وَأَنَا لِلْعَالَمِ.
δὲ ἐμοὶ μὴ ; γένοιτο καυχᾶσθαι εἰ ; μὴ ἐν ; τῷ ; σταυρῷ τοῦ ; κυρίου ; ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, οὗ δι᾽ ἐσταύρωται κόσμος ἐμοὶ κἀγὼ τῷ ; κόσμῳ.
وَأَمَّا مِنْ جِهَتِي، فَحَاشَا أَنْ أَفْتَخِرَ إِلاَّ بِصَلِيبِ رَبِّنَا يَسُوعَ الْمَسِيحِ، الَّذِي بِهِ قَدْ صُلِبَ الْعَالَمُ لِي وَأَنَا لِلْعَالَمِ.
δὲ ἐμοὶ μὴ ; γένοιτο καυχᾶσθαι εἰ ; μὴ ἐν ; τῷ ; σταυρῷ τοῦ ; κυρίου ; ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, οὗ δι᾽ ἐσταύρωται κόσμος ἐμοὶ κἀγὼ τῷ ; κόσμῳ.
كَمَا اخْتَارَنَا فِيهِ قَبْلَ تَأْسِيسِ الْعَالَمِ، لِنَكُونَ قِدِّيسِينَ وَبِلاَ لَوْمٍ قُدَّامَهُ فِي الْمَحَبَّةِ،
καθὼς ἐξελέξατο ; ἡμᾶς ἐν ; αὐτῷ πρὸ καταβολῆς κόσμου εἶναι ; ἡμᾶς ἁγίους καὶ ; ἀμώμους κατενώπιον ; αὐτοῦ ἐν ἀγάπῃ
الَّتِي سَلَكْتُمْ فِيهَا قَبْلاً حَسَبَ دَهْرِ هذَا الْعَالَمِ، حَسَبَ رَئِيسِ سُلْطَانِ الْهَوَاءِ، الرُّوحِ الَّذِي يَعْمَلُ الآنَ فِي أَبْنَاءِ الْمَعْصِيَةِ،
αἷς περιεπατήσατε ἐν ποτε κατὰ τὸν ; αἰῶνα τούτου, τοῦ ; κόσμου κατὰ τὸν ; ἄρχοντα τῆς ; ἐξουσίας τοῦ ; ἀέρος, τοῦ ; πνεύματος τοῦ ; ἐνεργοῦντος νῦν ἐν τοῖς ; υἱοῖς τῆς ; ἀπειθείας,
أَنَّكُمْ كُنْتُمْ فِي ذلِكَ الْوَقْتِ بِدُونِ مَسِيحٍ، أَجْنَبِيِّينَ عَنْ رَعَوِيَّةِ إِسْرَائِيلَ، وَغُرَبَاءَ عَنْ عُهُودِ الْمَوْعِدِ، لاَ رَجَاءَ لَكُمْ، وَبِلاَ إِلهٍ فِي الْعَالَمِ.
ὅτι ἦτε ἐν τῷ ; καιρῷ ; ἐκείνῳ χωρὶς Χριστοῦ ἀπηλλοτριωμένοι τῆς πολιτείας τοῦ ; Ἰσραὴλ καὶ ; ξένοι τῶν διαθηκῶν τῆς ; ἐπαγγελίας, μὴ ἐλπίδα ἔχοντες καὶ ; ἄθεοι ἐν τῷ ; κόσμῳ·
لِكَيْ تَكُونُوا بِلاَ لَوْمٍ، وَبُسَطَاءَ، أَوْلاَدًا ِللهِ بِلاَ عَيْبٍ فِي وَسَطِ جِيل مُعَوَّجٍ وَمُلْتَوٍ، تُضِيئُونَ بَيْنَهُمْ كَأَنْوَارٍ فِي الْعَالَمِ.
ἵνα γένησθε ἄμεμπτοι καὶ ; ἀκέραιοι, τέκνα θεοῦ ἀμώμητα ἐν μέσῳ γενεᾶς σκολιᾶς καὶ ; διεστραμμένης φαίνεσθε ἐν ; οἷς ὡς ; φωστῆρες ἐν κόσμῳ,
الَّذِي قَدْ حَضَرَ إِلَيْكُمْ كَمَا فِي كُلِّ الْعَالَمِ أَيْضًا، وَهُوَ مُثْمِرٌ كَمَا فِيكُمْ أَيْضًا مُنْذُ يَوْمَ سَمِعْتُمْ وَعَرَفْتُمْ نِعْمَةَ اللهِ بِالْحَقِيقَةِ.
τοῦ παρόντος ὑμᾶς, ; εἰς καθὼς ἐν παντὶ τῷ ; κόσμῳ καὶ καὶ ; ἐστὶν καρποφορούμενον καθὼς ἐν ; ὑμῖν καὶ ἀφ᾽ ἧς ; ἡμέρας ἠκούσατε καὶ ; ἐπέγνωτε τὴν ; χάριν τοῦ ; θεοῦ ἐν ; ἀληθείᾳ,
اُنْظُرُوا أَنْ لاَ يَكُونَ أَحَدٌ يَسْبِيكُمْ بِالْفَلْسَفَةِ وَبِغُرُورٍ بَاطِل، حَسَبَ تَقْلِيدِ النَّاسِ، حَسَبَ أَرْكَانِ الْعَالَمِ، وَلَيْسَ حَسَبَ الْمَسِيحِ.
Βλέπετε μή ἔσται τις συλαγωγῶν διὰ ; τῆς ; φιλοσοφίας ἀπάτης κενῆς κατὰ τὴν ; παράδοσιν τῶν ; ἀνθρώπων, κατὰ στοιχεῖα τοῦ ; κόσμου καὶ ; οὐ κατὰ Χριστόν·
إِذًا إِنْ كُنْتُمْ قَدْ مُتُّمْ مَعَ الْمَسِيحِ عَنْ أَرْكَانِ الْعَالَمِ، فَلِمَاذَا كَأَنَّكُمْ عَائِشُونَ فِي الْعَالَمِ. تُفْرَضُ عَلَيْكُمْ فَرَائِضُ:
οὖν Εἰ ἀπεθάνετε σὺν τῷ ; Χριστῷ ἀπὸ τῶν ; στοιχείων τοῦ ; κόσμου, τί ὡς ζῶντες ἐν κόσμῳ δογματίζεσθε;
إِذًا إِنْ كُنْتُمْ قَدْ مُتُّمْ مَعَ الْمَسِيحِ عَنْ أَرْكَانِ الْعَالَمِ، فَلِمَاذَا كَأَنَّكُمْ عَائِشُونَ فِي الْعَالَمِ. تُفْرَضُ عَلَيْكُمْ فَرَائِضُ:
οὖν Εἰ ἀπεθάνετε σὺν τῷ ; Χριστῷ ἀπὸ τῶν ; στοιχείων τοῦ ; κόσμου, τί ὡς ζῶντες ἐν κόσμῳ δογματίζεσθε;
صَادِقَةٌ هِيَ الْكَلِمَةُ وَمُسْتَحِقَّةٌ كُلَّ قُبُول: أَنَّ الْمَسِيحَ يَسُوعَ جَاءَ إِلَى الْعَالَمِ لِيُخَلِّصَ الْخُطَاةَ الَّذِينَ أَوَّلُهُمْ أَنَا.
Πιστὸς ὁ λόγος καὶ ; ἄξιος πάσης ἀποδοχῆς ὅτι Χριστὸς Ἰησοῦς ἦλθεν εἰς κόσμον σῶσαι, ἁμαρτωλοὺς ὧν πρῶτός εἰμι ; ἐγώ·
وَبِالإِجْمَاعِ عَظِيمٌ هُوَ سِرُّ التَّقْوَى: ظَهَرَ فِي الْجَسَدِ، تَبَرَّرَ فِي الرُّوحِ، تَرَاءَى لِمَلاَئِكَةٍ، كُرِزَ بِهِ بَيْنَ الأُمَمِ، أُومِنَ بِهِ فِي الْعَالَمِ، رُفِعَ فِي الْمَجْدِ.
Καὶ ; ὁμολογουμένως μέγα ἐστὶν τὸ ; μυστήριον, τῆς ; εὐσεβείας ἐφανερώθη ἐν σαρκί, ἐδικαιώθη ἐν πνεύματι, ὤφθη ἀγγέλοις, ἐκηρύχθη ἐν ἔθνεσιν, ἐπιστεύθη ἐν κόσμῳ, ἀνελήμφθη ἐν δόξῃ.¶
لأَنَّنَا لَمْ نَدْخُلِ الْعَالَمَ بِشَيْءٍ، وَوَاضِحٌ لاَ نَقْدِرُ أَنْ نَخْرُجَ مِنْهُ بِشَيْءٍ.
γὰρ εἰσηνέγκαμεν εἰς ; τὸν ; κόσμον, οὐδὲν δῆλον οὐδὲ δυνάμεθα· ἐξενεγκεῖν τι
لأَنَّنَا نَحْنُ الْمُؤْمِنِينَ نَدْخُلُ الرَّاحَةَ، كَمَا قَالَ: حَتَّى أَقْسَمْتُ فِي غَضَبِي: لَنْ يَدْخُلُوا رَاحَتِي مَعَ كَوْنِ الأَعْمَالِ قَدْ أُكْمِلَتْ مُنْذُ تَأْسِيسِ الْعَالَمِ.
γὰρ οἱ ; πιστεύσαντες Εἰσερχόμεθα ; εἰς τὴν ; κατάπαυσιν καθὼς εἴρηκεν· ὡς ὤμοσα ἐν τῇ ; ὀργῇ ; μου· εἰ εἰσελεύσονται ; εἰς τὴν ; κατάπαυσίν ; μου· καίτοι τῶν ; ἔργων γενηθέντων. ἀπὸ καταβολῆς κόσμου
فَإِذْ ذَاكَ كَانَ يَجِبُ أَنْ يَتَأَلَّمَ مِرَارًا كَثِيرَةً مُنْذُ تَأْسِيسِ الْعَالَمِ، وَلكِنَّهُ الآنَ قَدْ أُظْهِرَ مَرَّةً عِنْدَ انْقِضَاءِ الدُّهُورِ لِيُبْطِلَ الْخَطِيَّةَ بِذَبِيحَةِ نَفْسِهِ.
ἐπεὶ ἔδει αὐτὸν ; παθεῖν πολλάκις ἀπὸ καταβολῆς κόσμου, δὲ νῦν πεφανέρωται. ἅπαξ ἐπὶ συντελείᾳ τῶν ; αἰώνων εἰς ; ἀθέτησιν τῆς ; ἁμαρτίας διὰ ; τῆς ; θυσίας αὐτοῦ
لِذلِكَ عِنْدَ دُخُولِهِ إِلَى الْعَالَمِ يَقُولُ: ذَبِيحَةً وَقُرْبَانًا لَمْ تُرِدْ، وَلكِنْ هَيَّأْتَ لِي جَسَدًا.
Διὸ εἰσερχόμενος εἰς τὸν ; κόσμον λέγει· θυσίαν καὶ ; προσφορὰν οὐκ ἠθέλησας, δὲ κατηρτίσω μοι· σῶμα
بِالإِيمَانِ نُوحٌ لَمَّا أُوحِيَ إِلَيْهِ عَنْ أُمُورٍ لَمْ تُرَ بَعْدُ خَافَ، فَبَنَى فُلْكًا لِخَلاَصِ بَيْتِهِ، فَبِهِ دَانَ الْعَالَمَ، وَصَارَ وَارِثًا لِلْبِرِّ الَّذِي حَسَبَ الإِيمَانِ.
Πίστει Νῶε χρηματισθεὶς περὶ τῶν μηδέπω ; βλεπομένων εὐλαβηθεὶς κατεσκεύασεν κιβωτὸν εἰς ; σωτηρίαν τοῦ ; οἴκου ; αὐτοῦ, δι᾽ ; ἧς κατέκρινεν τὸν ; κόσμον καὶ ; ἐγένετο κληρονόμος.¶ τῆς ; δικαιοσύνης κατὰ πίστιν
وَهُمْ لَمْ يَكُنِ الْعَالَمُ مُسْتَحِقًّا لَهُمْ. تَائِهِينَ فِي بَرَارِيَّ وَجِبَال وَمَغَايِرَ وَشُقُوقِ الأَرْضِ.
ὧν οὐκ ἦν ὁ ; κόσμος· ἄξιος πλανώμενοι ἐν; ἐρημίαις καὶ ; ὄρεσιν καὶ ; σπηλαίοις καὶ ; ταῖς ; ὀπαῖς γῆς.¶ ; τῆς
اَلدِّيَانَةُ الطَّاهِرَةُ النَّقِيَّةُ عِنْدَ اللهِ الآبِ هِيَ هذِهِ: افْتِقَادُ الْيَتَامَى وَالأَرَامِلِ فِي ضِيقَتِهِمْ، وَحِفْظُ الإِنْسَانِ نَفْسَهُ بِلاَ دَنَسٍ مِنَ الْعَالَمِ.
θρησκεία καθαρὰ καὶ ; ἀμίαντος παρὰ τῷ ; θεῷ καὶ ; πατρὶ ἐστίν, αὕτη ἐπισκέπτεσθαι ὀρφανοὺς καὶ ; χήρας ἐν τῇ ; θλίψει ; αὐτῶν, τηρεῖν ἑαυτὸν ἄσπιλον ἀπὸ τοῦ ; κόσμου.¶
اسْمَعُوا يَا إِخْوَتِي الأَحِبَّاءَ: أَمَا اخْتَارَ اللهُ فُقَرَاءَ هذَا الْعَالَمِ أَغْنِيَاءَ فِي الإِيمَانِ، وَوَرَثَةَ الْمَلَكُوتِ الَّذِي وَعَدَ بِهِ الَّذِينَ يُحِبُّونَهُ.
ἀκούσατε, ἀδελφοί ; μου ἀγαπητοί, οὐχ ἐξελέξατο ὁ ; θεὸς τοὺς ; πτωχοὺς τοῦ; τούτου κόσμου πλουσίους ἐν πίστει καὶ ; κληρονόμους τῆς ; βασιλείας ἧς ἐπηγγείλατο τοῖς ἀγαπῶσιν ; αὐτόν;
فَاللِّسَانُ نَارٌ. عَالَمُ الإِثْمِ. هكَذَا جُعِلَ فِي أَعْضَائِنَا اللِّسَانُ، الَّذِي يُدَنِّسُ الْجِسْمَ كُلَّهُ، وَيُضْرِمُ دَائِرَةَ الْكَوْنِ، وَيُضْرَمُ مِنْ جَهَنَّمَ.
καὶ ; ἡ ; γλῶσσα πῦρ, ὁ ; κόσμος τῆς ; ἀδικίας οὕτως, καθίσταται ἐν τοῖς ; μέλεσιν ; ἡμῶν ἡ ; γλῶσσα ἡ ; σπιλοῦσα τὸ ; σῶμα ὅλον φλογίζουσα τὸν ; τροχὸν τῆς ; γενέσεως καὶ ; φλογιζομένη ὑπὸ τῆς ; γεέννης.¶