ك
إصحاح
G2111
G2112. euthéōs
G2113
المعنى المختصر للكلمة
euthéōs: directly, i.e. at once or soon
اللفظ الأصلي εὐθέως
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق euthéōs (yoo-theh-oce)
تكرار الورود في الكتاب 80 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

directly, i.e. at once or soon

الإنجليزية — KJV Translation Tags
anon as soon as forthwith immediately shortly straightway

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

εὐθὺς (19×) καὶ ; εὐθέως (17×) καὶ ; εὐθὺς (16×) εὐθέως (16×) Καὶ ; εὐθὺς (7×) οἱ ; δὲ ; εὐθέως (1×) καὶ; εὐθὺς (1×) εὐθύς· (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (80 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَهؤُلاَءِ كَذلِكَ هُمُ الَّذِينَ زُرِعُوا عَلَى الأَمَاكِنِ الْمُحْجِرَةِ: الَّذِينَ حِينَمَا يَسْمَعُونَ الْكَلِمَةَ يَقْبَلُونَهَا لِلْوَقْتِ بِفَرَحٍ،
καὶ ; οὗτοί ὁμοίως εἰσιν οἱ τὰ ; σπειρόμενοι, ἐπὶ πετρώδη οἳ ὅταν ἀκούσωσιν τὸν ; λόγον, λαμβάνουσιν ; αὐτὸν εὐθὺς μετὰ ; χαρᾶς
وَلكِنْ لَيْسَ لَهُمْ أَصْلٌ فِي ذَوَاتِهِمْ، بَلْ هُمْ إِلَى حِينٍ. فَبَعْدَ ذلِكَ إِذَا حَدَثَ ضِيقٌ أَوِ اضْطِهَادٌ مِنْ أَجْلِ الْكَلِمَةِ، فَلِلْوَقْتِ يَعْثُرُونَ.
καὶ οὐκ ἔχουσιν ῥίζαν ἐν ἑαυτοῖς ἀλλὰ εἰσιν. πρόσκαιροί εἶτα γενομένης θλίψεως ἢ διωγμοῦ διὰ τὸν ; λόγον, εὐθὺς σκανδαλίζονται.
وَأَمَّا مَتَى أَدْرَكَ الثَّمَرُ، فَلِلْوَقْتِ يُرْسِلُ الْمِنْجَلَ لأَنَّ الْحَصَادَ قَدْ حَضَرَ.
δὲ ὅταν παραδοῖ ὁ ; καρπός, εὐθὺς ἀποστέλλει τὸ ; δρέπανον ὅτι ὁ ; θερισμός.¶ παρέστηκεν
وَلَمَّا خَرَجَ مِنَ السَّفِينَةِ لِلْوَقْتِ اسْتَقْبَلَهُ مِنَ الْقُبُورِ إِنْسَانٌ بِهِ رُوحٌ نَجِسٌ،
Καὶ ἐξελθόντι; αὐτῷ ἐκ τοῦ ; πλοίου εὐθὺς ἀπήντησεν; αὐτῷ ἐκ τῶν ; μνημείων ἄνθρωπος ἐν πνεύματι ἀκαθάρτῳ
فَأَذِنَ لَهُمْ يَسُوعُ لِلْوَقْتِ. فَخَرَجَتِ الأَرْوَاحُ النَّجِسَةُ وَدَخَلَتْ فِي الْخَنَازِيرِ، فَانْدَفَعَ الْقَطِيعُ مِنْ عَلَى الْجُرْفِ إِلَى الْبَحْرِ. وَكَانَ نَحْوَ أَلْفَيْنِ، فَاخْتَنَقَ فِي الْبَحْرِ.
καὶ ; ἐπέτρεψεν αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς. εὐθέως ἐξελθόντα ; καὶ τὰ ; πνεύματα τὰ ; ἀκάθαρτα εἰσῆλθον εἰς τοὺς ; χοίρους, καὶ ; ὥρμησεν ἡ ; ἀγέλη κατὰ κρημνοῦ ; τοῦ εἰς τὴν ; θάλασσαν ἦσαν ; δὲ ὡς δισχίλιοι καὶ ; ἐπνίγοντο ἐν τῇ ; θαλάσσῃ.
فَلِلْوَقْتِ جَفَّ يَنْبُوعُ دَمِهَا، وَعَلِمَتْ فِي جِسْمِهَا أَنَّهَا قَدْ بَرِئَتْ مِنَ الدَّاءِ.
Καὶ ; εὐθὺς ἐξηράνθη ἡ ; πηγὴ τοῦ ; αἵματος ; αὐτῆς καὶ ; ἔγνω τῷ σώματι ὅτι ἴαται ἀπὸ τῆς ; μάστιγος.¶
فَلِلْوَقْتِ الْتَفَتَ يَسُوعُ بَيْنَ الْجَمْعِ شَاعِرًا فِي نَفْسِهِ بِالْقُوَّةِ الَّتِي خَرَجَتْ مِنْهُ، وَقَالَ: مَنْ لَمَسَ ثِيَابِي.
Καὶ ; εὐθὺς ἐπιστραφεὶς ὁ ; Ἰησοῦς ἐν τῷ ; ὄχλῳ ἐπιγνοὺς ἐν ἑαυτῷ τὴν ; δύναμιν ἐξελθοῦσαν, ἐξ ; αὐτοῦ ἔλεγεν· τίς ἥψατο τῶν ; ἱματίων;¶
فَسَمِعَ يَسُوعُ لِوَقْتِهِ الْكَلِمَةَ الَّتِي قِيلَتْ، فَقَالَ لِرَئِيسِ الْمَجْمَعِ: لاَ تَخَفْ. آمِنْ فَقَطْ.
δὲ ; ἀκούσας Ὁ ; Ἰησοῦς εὐθέως τὸν ; λόγον λαλούμενον λέγει τῷ ; ἀρχισυναγώγῳ· μὴ φοβοῦ, πίστευε. μόνον
وَلِلْوَقْتِ قَامَتِ الصَّبِيَّةُ وَمَشَتْ، لأَنَّهَا كَانَتِ ابْنَةَ اثْنَتَيْ عَشْرَةَ سَنَةً. فَبُهِتُوا بَهَتًا عَظِيمًا.
καὶ ; εὐθὺς ἀνέστη τὸ ; κοράσιον καὶ ; περιεπάτει· γὰρ ἦν δώδεκα. ἐτῶν καὶ ; ἐξέστησαν ἐκστάσει μεγάλῃ.
فَدَخَلَتْ لِلْوَقْتِ بِسُرْعَةٍ إِلَى الْمَلِكِ وَطَلَبَتْ قَائِلَةً: أُرِيدُ أَنْ تُعْطِيَنِي حَالاً رَأْسَ يُوحَنَّا الْمَعْمَدَانِ عَلَى طَبَق.
εἰσελθοῦσα ; καὶ εὐθὺς μετὰ ; σπουδῆς πρὸς τὸν ; βασιλέα ᾐτήσατο λέγουσα· θέλω ἵνα δῷς ; μοι ἐξαυτῆς τὴν ; κεφαλὴν Ἰωάννου τοῦ ; βαπτιστοῦ. ἐπὶ πίνακι
فَلِلْوَقْتِ أَرْسَلَ الْمَلِكُ سَيَّافًا وَأَمَرَ أَنْ يُؤْتَى بِرَأْسِهِ.
καὶ ; εὐθὺς ἀποστείλας ὁ ; βασιλεὺς σπεκουλάτορα ἐπέταξεν ἐνεχθῆναι τὴν ; κεφαλὴν ; αὐτοῦ.
وَلِلْوَقْتِ أَلْزَمَ تَلاَمِيذَهُ أَنْ يَدْخُلُوا السَّفِينَةَ وَيَسْبِقُوا إِلَى الْعَبْرِ، إِلَى بَيْتِ صَيْدَا، حَتَّى يَكُونَ قَدْ صَرَفَ الْجَمْعَ.
Καὶ ; εὐθὺς ἠνάγκασεν τοὺς ; μαθητὰς ; αὐτοῦ ἐμβῆναι ; εἰς τὸ ; πλοῖον προάγειν ; καὶ εἰς τὸ ; πέραν πρὸς Βηθσαϊδὰν ἕως αὐτὸς ἀπολύσῃ τὸν ; ὄχλον.
لأَنَّ الْجَمِيعَ رَأَوْهُ وَاضْطَرَبُوا. فَلِلْوَقْتِ كَلَّمَهُمْ وَقَالَ لَهُمْ: ثِقُوا. أَنَا هُوَ. لاَ تَخَافُوا.
γὰρ πάντες αὐτὸν ; εἶδον καὶ ; ἐταράχθησαν. καὶ; εὐθὺς ἐλάλησεν ; μετ᾽ ; αὐτῶν καὶ ; λέγει αὐτοῖς· θαρσεῖτε, ἐγώ εἰμι, μὴ φοβεῖσθε.
وَلَمَّا خَرَجُوا مِنَ السَّفِينَةِ لِلْوَقْتِ عَرَفُوهُ.
καὶ ἐξελθόντων ; αὐτῶν ἐκ τοῦ ; πλοίου εὐθὺς ἐπιγνόντες ; αὐτὸν
وَلِلْوَقْتِ انْفَتَحَتْ أُذْنَاهُ، وَانْحَلَّ رِبَاطُ لِسَانِهِ، وَتَكَلَّمَ مُسْتَقِيمًا.
καὶ ; εὐθέως διηνοίχθησαν αὐτοῦ ; αἱ ; ἀκοαί, καὶ ; ἐλύθη ὁ ; δεσμὸς τῆς ; γλώσσης ; αὐτοῦ, καὶ ; ἐλάλει ὀρθῶς.
وَلِلْوَقْتِ دَخَلَ السَّفِينَةَ مَعَ تَلاَمِيذِهِ وَجَاءَ إِلَى نَوَاحِي دَلْمَانُوثَةَ.
Καὶ ; εὐθὺς ἐμβὰς εἰς ; τὸ ; πλοῖον μετὰ τῶν ; αὐτοῦ ; μαθητῶν ἦλθεν εἰς τὰ ; μέρη Δαλμανουθά.
وَلِلْوَقْتِ كُلُّ الْجَمْعِ لَمَّا رَأَوْهُ تَحَيَّرُوا، وَرَكَضُوا وَسَلَّمُوا عَلَيْهِ.
καὶ ; εὐθὺς πᾶς ὁ ; ὄχλος ἰδὼν; αὐτὸν ἐξεθαμβήθη καὶ ; προστρέχοντες ἠσπάζοντο αὐτόν.
فَقَدَّمُوهُ إِلَيْهِ. فَلَمَّا رَآهُ لِلْوَقْتِ صَرَعَهُ الرُّوحُ، فَوَقَعَ عَلَى الأَرْضِ يَتَمَرَّغُ وَيُزْبِدُ.
καὶ ; ἤνεγκαν ; αὐτὸν πρὸς ; αὐτόν. καὶ ἰδὼν ; αὐτὸν εὐθὺς ἐσπάραξεν; αὐτόν, τὸ ; πνεῦμα καὶ ; πεσὼν ἐπὶ τῆς ; γῆς ἐκυλίετο ἀφρίζων.
فَلِلْوَقْتِ صَرَخَ أَبُو الْوَلَدِ بِدُمُوعٍ وَقَالَ: أُومِنُ يَا سَيِّدُ، فَأَعِنْ عَدَمَ إِيمَانِي.
καὶ ; εὐθὺς κράξας ὁ ; πατὴρ τοῦ ; παιδίου μετὰ ; δακρύων ἔλεγεν· πιστεύω κύριε· βοήθει μου ; τῇ ; ἀπιστίᾳ.¶
فَقَالَ لَهُ يَسُوعُ: اذْهَبْ. إِيمَانُكَ قَدْ شَفَاكَ. فَلِلْوَقْتِ أَبْصَرَ، وَتَبِعَ يَسُوعَ فِي الطَّرِيقِ.
δὲ ; εἶπεν αὐτῷ· ὁ ; Ἰησοῦς ὕπαγε, ἡ ; πίστις ; σου σέσωκέν ; σε. καὶ ; εὐθὺς ἀνέβλεψεν καὶ ; ἠκολούθει τῷ; Ἰησοῦ ἐν τῇ ; ὁδῷ.¶
وَقَالَ لَهُمَا: اذْهَبَا إِلَى الْقَرْيَةِ الَّتِي أَمَامَكُمَا، فَلِلْوَقْتِ وَأَنْتُمَا دَاخِلاَنِ إِلَيْهَا تَجِدَانِ جَحْشًا مَرْبُوطًا لَمْ يَجْلِسْ عَلَيْهِ أَحَدٌ مِنَ النَّاسِ. فَحُلاَّهُ وَأْتِيَا بِهِ.
καὶ ; λέγει αὐτοῖς· ὑπάγετε εἰς τὴν ; κώμην τὴν ; κατέναντι ; ὑμῶν· καὶ ; εὐθὺς εἰσπορευόμενοι εἰς ; αὐτὴν εὑρήσετε πῶλον δεδεμένον οὔπω κεκάθικεν ἐφ᾽ ; ὃν οὐδεὶς ἀνθρώπων λύσαντες; αὐτὸν καὶ ; ἀγάγετε
وَإِنْ قَالَ لَكُمَا أَحَدٌ: لِمَاذَا تَفْعَلاَنِ هذَا. فَقُولاَ: الرَّبُّ مُحْتَاجٌ إِلَيْهِ. فَلِلْوَقْتِ يُرْسِلُهُ إِلَى هُنَا.
καὶ ; ἐάν εἴπῃ· ὑμῖν τις τί ποιεῖτε τοῦτο; εἴπατε ὅτι ; ὁ ; κύριος χρείαν ; ἔχει, αὐτοῦ καὶ ; εὐθὺς αὐτὸν ; ἀποστελεῖ ὧδε.
وَلِلْوَقْتِ فِيمَا هُوَ يَتَكَلَّمُ أَقْبَلَ يَهُوذَا، وَاحِدٌ مِنَ الاثْنَيْ عَشَرَ، وَمَعَهُ جَمْعٌ كَثِيرٌ بِسُيُوفٍ وَعِصِيٍّ مِنْ عِنْدِ رُؤَسَاءِ الْكَهَنَةِ وَالْكَتَبَةِ وَالشُّيُوخِ.
Καὶ ; εὐθὺς ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος παραγίνεται Ἰούδας, εἷς ; ὢν τῶν δώδεκα, καὶ ; μετ᾽ ; αὐτοῦ ὄχλος πολὺς μετὰ ; μαχαιρῶν καὶ ; ξύλων παρὰ τῶν ; ἀρχιερέων καὶ ; τῶν ; γραμματέων καὶ ; τῶν ; πρεσβυτέρων.
فَجَاءَ لِلْوَقْتِ وَتَقَدَّمَ إِلَيْهِ قَائِلاً: يَا سَيِّدِي، يَا سَيِّدِي. وَقَبَّلَهُ.
καὶ ; ἐλθὼν εὐθὺς προσελθὼν αὐτῷ λέγει ῥαββί ῥαββί, καὶ ; κατεφίλησεν ; αὐτόν.
وَلِلْوَقْتِ فِي الصَّبَاحِ تَشَاوَرَ رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ وَالشُّيُوخُ وَالْكَتَبَةُ وَالْمَجْمَعُ كُلُّهُ، فَأَوْثَقُوا يَسُوعَ وَمَضَوْا بِهِ وَأَسْلَمُوهُ إِلَى بِيلاَطُسَ.
Καὶ ; εὐθὺς ἐπὶ τὸ ; πρωῒ συμβούλιον ; ποιήσαντες οἱ ; ἀρχιερεῖς μετὰ ; τῶν ; πρεσβυτέρων καὶ ; γραμματέων καὶ ; τὸ ; συνέδριον, ὅλον δήσαντες τὸν ; Ἰησοῦν ἀπήνεγκαν καὶ ; παρέδωκαν Πιλάτῳ.¶ ; τῷ
فَمَدَّ يَدَهُ وَلَمَسَهُ قَائِلاً: أُرِيدُ، فَاطْهُرْ.. وَلِلْوَقْتِ ذَهَبَ عَنْهُ الْبَرَصُ.
καὶ ; ἐκτείνας τὴν ; χεῖρα ἥψατο ; αὐτοῦ εἰπών θέλω, καθαρίσθητι. καὶ ; εὐθέως ἀπῆλθεν ἀπ᾽ ; αὐτοῦ. ἡ ; λέπρα
وَلَيْسَ أَحَدٌ إِذَا شَرِبَ الْعَتِيقَ يُرِيدُ لِلْوَقْتِ الْجَدِيدَ، لأَنَّهُ يَقُولُ: الْعَتِيقُ أَطْيَبُ.
καὶ ; οὐδεὶς πιὼν παλαιὸν θέλει εὐθέως νέον, γάρ· λέγει ὁ ; παλαιὸς χρηστότερός; ἐστιν.¶
وَأَمَّا الَّذِي يَسْمَعُ وَلاَ يَعْمَلُ، فَيُشْبِهُ إِنْسَانًا بَنَى بَيْتَهُ عَلَى الأَرْضِ مِنْ دُونِ أَسَاسٍ، فَصَدَمَهُ النَّهْرُ فَسَقَطَ حَالاً، وَكَانَ خَرَابُ ذلِكَ الْبَيْتِ عَظِيمًا..
δὲ Ὁ ἀκούσας καὶ ; μὴ ποιήσας ὅμοιός ; ἐστιν ἀνθρώπῳ οἰκοδομήσαντι οἰκίαν ἐπὶ τὴν ; γῆν χωρὶς θεμελίου ᾗ ; προσέρηξεν ὁ ; ποταμός, ἔπεσεν εὐθὺς καὶ ; ἐγένετο τὸ ; ῥῆγμα τῆς ; ἐκείνης οἰκίας μέγα.¶
وَأَنْتُمْ مِثْلُ أُنَاسٍ يَنْتَظِرُونَ سَيِّدَهُمْ مَتَى يَرْجعُ مِنَ الْعُرْسِ، حَتَّى إِذَا جَاءَ وَقَرَعَ يَفْتَحُونَ لَهُ لِلْوَقْتِ.
καὶ ; ὑμεῖς ὅμοιοι ἀνθρώποις προσδεχομένοις τὸν ; κύριον ; ἑαυτῶν πότε ἀναλύσει ἐκ τῶν ; γάμων, ἵνα ἐλθόντος καὶ ; κρούσαντος ἀνοίξωσιν αὐτῷ. εὐθέως
ثُمَّ قَالَ أَيْضًا لِلْجُمُوعِ: إِذَا رَأَيْتُمُ السَّحَابَ تَطْلُعُ مِنَ الْمَغَارِبِ فَلِلْوَقْتِ تَقُولُونَ: إِنَّهُ يَأْتِي مَطَرٌ، فَيَكُونُ هكَذَا.
δὲ Ἔλεγεν καὶ τοῖς ; ὄχλοις· ὅταν ἴδητε τὴν ; νεφέλην ἀνατέλλουσαν ἀπὸ δυσμῶν, εὐθέως λέγετε ὅτι ἔρχεται, ὄμβρος καὶ ; γίνεται οὕτως.