ك
إصحاح
G190
G191. akoúō
G192
المعنى المختصر للكلمة
akoúō: to hear (in various senses)
اللفظ الأصلي ἀκούω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق akoúō (ak-oo-o)
تكرار الورود في الكتاب 401 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

a primary verb;

المعنى والشرح المفصل

to hear (in various senses)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
give (in the) audience (of) come (to the ears) (shall) hear(-er, -ken) be noised be reported understand

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἀκούσαντες (30×) ἀκούσας (17×) ἀκούειν (14×) καὶ ; ἤκουσα (14×) ἤκουσα (13×) ἠκούσατε (13×) ἤκουσεν (12×) Ἀκούσας (12×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (401 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَطَافُوا جَمِيعَ تِلْكَ الْكُورَةِ الْمُحِيطَةِ، وَابْتَدَأُوا يَحْمِلُونَ الْمَرْضَى عَلَى أَسِرَّةٍ إِلَى حَيْثُ سَمِعُوا أَنَّهُ هُنَاكَ.
περιδραμόντες ὅλην τὴν ; περίχωρον ἐκείνην ; ἤρξαντο περιφέρειν τοὺς ; κακῶς ; ἔχοντας ἐπὶ τοῖς ; κραβάττοις ὅπου ἤκουον ὅτι ἐκεῖ ; ἐστίν.
ثُمَّ دَعَا كُلَّ الْجَمْعِ وَقَالَ لَهُمُ: اسْمَعُوا مِنِّي كُلُّكُمْ وَافْهَمُوا.
Καὶ προσκαλεσάμενος πάντα τὸν ; ὄχλον ἔλεγεν αὐτοῖς· Ἀκούετέ μου πάντες καὶ ; συνίετε
إِنْ كَانَ لأَحَدٍ أُذْنَانِ لِلسَّمْعِ، فَلْيَسْمَعْ.
Εἴ τις ; ἔχει ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω.
إِنْ كَانَ لأَحَدٍ أُذْنَانِ لِلسَّمْعِ، فَلْيَسْمَعْ.
Εἴ τις ; ἔχει ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω.
لأَنَّ امْرَأَةً كَانَ بِابْنَتِهَا رُوحٌ نَجِسٌ سَمِعَتْ بِهِ، فَأَتَتْ وَخَرَّتْ عِنْدَ قَدَمَيْهِ.
γὰρ γυνὴ αὐτοῦ ; ἧς τὸ ; θυγάτριον ; αὐτῆς πνεῦμα ἀκάθαρτον, ἀκούσασα περὶ ; αὐτοῦ ἐλθοῦσα προσέπεσεν πρὸς τοὺς ; πόδας ; αὐτοῦ·
وَبُهِتُوا إِلَى الْغَايَةِ قَائِلِينَ: إِنَّهُ عَمِلَ كُلَّ شَيْءٍ حَسَنًا. جَعَلَ الصُّمَّ يَسْمَعُونَ وَالْخُرْسَ يَتَكَلَّمُونَ.
καὶ ; ἐξεπλήσσοντο ὑπερπερισσῶς λέγοντες· πεποίηκεν πάντα καλῶς ποιεῖ τοὺς ; κωφοὺς ἀκούειν καὶ ; τοὺς ; ἀλάλους λαλεῖν.¶
أَلَكُمْ أَعْيُنٌ وَلاَ تُبْصِرُونَ، وَلَكُمْ آذَانٌ وَلاَ تَسْمَعُونَ، وَلاَ تَذْكُرُونَ.
ἔχοντες ὀφθαλμοὺς οὐ βλέπετε, καὶ ; ἔχοντες ὦτα οὐκ ἀκούετε; καὶ ; οὐ μνημονεύετε;
وَكَانَتْ سَحَابَةٌ تُظَلِّلُهُمْ. فَجَاءَ صَوْتٌ مِنَ السَّحَابَةِ قَائِلاً: هذَا هُوَ ابْنِي الْحَبِيبُ. لَهُ اسْمَعُوا.
Καὶ ; ἐγένετο νεφέλη ἐπισκιάζουσα ; αὐτοῖς, καὶ ; ἦλθεν φωνὴ ἐκ τῆς ; νεφέλης λέγουσα· οὗτός ἐστιν ὁ ; υἱός ; μου ὁ ; ἀγαπητός· αὐτοῦ. ἀκούετε
وَلَمَّا سَمِعَ الْعَشَرَةُ ابْتَدَأُوا يَغْتَاظُونَ مِنْ أَجْلِ يَعْقُوبَ وَيُوحَنَّا.
Καὶ ἀκούσαντες οἱ ; δέκα ἤρξαντο ἀγανακτεῖν περὶ Ἰακώβου καὶ ; Ἰωάννου.¶
فَلَمَّا سَمِعَ أَنَّهُ يَسُوعُ النَّاصِرِيُّ، ابْتَدَأَ يَصْرُخُ وَيَقُولُ: يَا يَسُوعُ ابْنَ دَاوُدَ، ارْحَمْنِي.
καὶ ἀκούσας ὅτι ; ἐστιν, Ἰησοῦς ὁ ; Ναζωραῖός ἤρξατο κράζειν καὶ ; λέγειν· ὁ ; Ἰησοῦ, υἱὲ Δαυὶδ ἐλέησόν ; με.
فَأَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهَا: لاَ يَأْكُلْ أَحَدٌ مِنْكِ ثَمَرًا إِلَى الأَبَدِ.. وَكَانَ تَلاَمِيذُهُ يَسْمَعُون.
καὶ ; ἀποκριθεὶς ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῇ· μηκέτι φάγοι. μηδεὶς ἐκ ; σοῦ καρπὸν εἰς τὸν ; αἰῶνα καὶ οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ. ἤκουον
وَسَمِعَ الْكَتَبَةُ وَرُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ فَطَلَبُوا كَيْفَ يُهْلِكُونَهُ، لأَنَّهُمْ خَافُوهُ، إِذْ بُهِتَ الْجَمْعُ كُلُّهُ مِنْ تَعْلِيمِهِ.
Καὶ ; ἤκουσαν οἱ ; γραμματεῖς οἱ ; ἀρχιερεῖς καὶ ; ἐζήτουν πῶς αὐτὸν ; ἀπολέσουσιν ἐφοβοῦντο ; γὰρ ; αὐτόν, ὅτι ἐξεπλήσσετο ὁ ; ὄχλος πᾶς ἐπὶ τῇ ; διδαχῇ ; αὐτοῦ.¶
فَجَاءَ وَاحِدٌ مِنَ الْكَتَبَةِ وَسَمِعَهُمْ يَتَحَاوَرُونَ، فَلَمَّا رَأَى أَنَّهُ أَجَابَهُمْ حَسَنًا، سَأَلَهُ: أَيَّةُ وَصِيَّةٍ هِيَ أَوَّلُ الْكُلِّ.
Καὶ ; προσελθὼν εἷς τῶν γραμματέων, ἀκούσας αὐτῶν ; συζητούντων, εἰδὼς ὅτι ἀπεκρίθη ; αὐτοῖς, καλῶς ἐπηρώτησεν ; αὐτόν· ποία ἐντολὴ ἐστὶν πρώτη πασῶν
فَأَجَابَهُ يَسُوعُ: إِنَّ أَوَّلَ كُلِّ الْوَصَايَا هِيَ: اسْمَعْ يَا إِسْرَائِيلُ. الرَّبُّ إِلهُنَا رَبٌّ وَاحِدٌ.
ἀπεκρίθη ; αὐτῷ ; δὲ ὁ ; Ἰησοῦς ὅτι ; πρώτη πασῶν τῶν ; ἐντολῶν· ἐστίν ἄκουε Ἰσραήλ, κύριος ὁ ; θεὸς ; ἡμῶν κύριος εἷς
فَإِذَا سَمِعْتُمْ بِحُرُوبٍ وَبِأَخْبَارِ حُرُوبٍ فَلاَ تَرْتَاعُوا، لأَنَّهَا لاَبُدَّ أَنْ تَكُونَ، وَلكِنْ لَيْسَ الْمُنْتَهَى بَعْدُ.
ὅταν ; δὲ ἀκούσητε πολέμους καὶ ; ἀκοὰς πολέμων, μὴ θροεῖσθε· γὰρ δεῖ γενέσθαι, ἀλλ᾽ οὔπω ; τὸ ; τέλος.
وَلَمَّا سَمِعُوا فَرِحُوا، وَوَعَدُوهُ أَنْ يُعْطُوهُ فِضَّةً. وَكَانَ يَطْلُبُ كَيْفَ يُسَلِّمُهُ فِي فُرْصَةٍ مُوافِقَةٍ.
δὲ οἱ ; ἀκούσαντες ἐχάρησαν καὶ ; ἐπηγγείλαντο αὐτῷ ; δοῦναι· ἀργύριον καὶ ; ἐζήτει πῶς αὐτὸν ; παραδοῖ.¶ εὐκαίρως
نَحْنُ سَمِعْنَاهُ يَقُولُ: إِنِّي أَنْقُضُ هذَا الْهَيْكَلَ الْمَصْنُوعَ بِالأَيَادِي، وَفِي ثَلاَثَةِ أَيَّامٍ أَبْنِي آخَرَ غَيْرَ مَصْنُوعٍ بِأَيَادٍ.
ἡμεῖς ἠκούσαμεν αὐτοῦ ; λέγοντος ὅτι ; ἐγὼ καταλύσω τὸν ; ναὸν τοῦτον ; τὸν ; χειροποίητον καὶ ; διὰ τριῶν ἡμερῶν οἰκοδομήσω. ἄλλον ἀχειροποίητον
قَدْ سَمِعْتُمُ التَّجَادِيفَ. مَا رَأْيُكُمْ. فَالْجَمِيعُ حَكَمُوا عَلَيْهِ أَنَّهُ مُسْتَوْجِبُ الْمَوْتِ.
ἠκούσατε τῆς ; βλασφημίας· τί ὑμῖν ; φαίνεται; δὲ ; πάντες κατέκριναν αὐτὸν εἶναι ἔνοχον θανάτου.
فَقَالَ قَوْمٌ مِنَ الْحَاضِرِينَ لَمَّا سَمِعُوا: هُوَذَا يُنَادِي إِيلِيَّا.
καί ; ἔλεγον· τινες τῶν παρεστηκότων ἀκούσαντες Ἰδού φωνεῖ. Ἠλίαν
فَلَمَّا سَمِعَ أُولئِكَ أَنَّهُ حَيٌّ، وَقَدْ نَظَرَتْهُ، لَمْ يُصَدِّقُوا.
ἀκούσαντες κἀκεῖνοι ὅτι ζῇ καὶ ; ἐθεάθη ; ὑπ᾽ ; αὐτῆς ἠπίστησαν.
فَلَمَّا سَمِعَتْ أَلِيصَابَاتُ سَلاَمَ مَرْيَمَ ارْتَكَضَ الْجَنِينُ فِي بَطْنِهَا، وَامْتَلأَتْ أَلِيصَابَاتُ مِنَ الرُّوحِ الْقُدُسِ،
Καὶ ; ἐγένετο ; ὡς ἤκουσεν ἡ ; Ἐλισάβετ, τὸν ; ἀσπασμὸν τῆς ; Μαρίας ἐσκίρτησεν τὸ ; βρέφος ἐν τῇ ; κοιλίᾳ ; αὐτῆς, καὶ ; ἐπλήσθη ἡ ; Ἐλισάβετ πνεύματος ἁγίου
وَسَمِعَ جِيرَانُهَا وَأَقْرِبَاؤُهَا أَنَّ الرَّبَّ عَظَّمَ رَحْمَتَهُ لَهَا، فَفَرِحُوا مَعَهَا.
καὶ ; ἤκουσαν οἱ ; περίοικοι καὶ ; οἱ ; συγγενεῖς ; αὐτῆς ὅτι κύριος ἐμεγάλυνεν τὸ ; ἔλεος ; αὐτοῦ μετ᾽ ; αὐτῆς, καὶ ; συνέχαιρον αὐτῇ.¶
فَأَوْدَعَهَا جَمِيعُ السَّامِعِينَ فِي قُلُوبِهِمْ قَائِلِينَ: أَتَرَى مَاذَا يَكُونُ هذَا الصَّبِيُّ. وَكَانَتْ يَدُ الرَّبِّ مَعَهُ.
καὶ ; ἔθεντο πάντες οἱ ; ἀκούσαντες ἐν τῇ ; καρδίᾳ ; αὐτῶν λέγοντες· τί ; ἄρα ἔσται; τοῦτο τὸ ; παιδίον καὶ ; ἦν χεὶρ κυρίου μετ᾽ ; αὐτοῦ.¶
وَكُلُّ الَّذِينَ سَمِعُوا تَعَجَّبُوا مِمَّا قِيلَ لَهُمْ مِنَ الرُّعَاةِ.
καὶ ; πάντες οἱ ἀκούσαντες ἐθαύμασαν περὶ ; τῶν λαληθέντων πρὸς ; αὐτούς.¶ ὑπὸ τῶν ; ποιμένων
ثُمَّ رَجَعَ الرُّعَاةُ وَهُمْ يُمَجِّدُونَ اللهَ وَيُسَبِّحُونَهُ عَلَى كُلِّ مَا سَمِعُوهُ وَرَأَوْهُ كَمَا قِيلَ لَهُمْ.
καὶ ἐπέστρεψαν οἱ ; ποιμένες δοξάζοντες τὸν ; θεὸν καὶ ; αἰνοῦντες ἐπὶ πᾶσιν οἷς ἤκουσαν καὶ ; εἶδον καθὼς ἐλαλήθη πρὸς ; αὐτούς.¶
فَقَالَ لَهُمْ: عَلَى كُلِّ حَال تَقُولُونَ لِي هذَا الْمَثَلَ: أَيُّهَا الطَّبِيبُ اشْفِ نَفْسَكَ. كَمْ سَمِعْنَا أَنَّهُ جَرَى فِي كَفْرِنَاحُومَ، فَافْعَلْ ذلِكَ هُنَا أَيْضًا فِي وَطَنِكَ
καὶ ; εἶπεν πρὸς ; αὐτούς· πάντως ἐρεῖτέ μοι ταύτην· τὴν ; παραβολὴν ἰατρέ, θεράπευσον σεαυτόν· ὅσα ἠκούσαμεν γενόμενα ἐν τὴν ; Καφαρναούμ, ποίησον ὧδε καὶ ἐν τῇ ; πατρίδι ; σου.¶
فَامْتَلأَ غَضَبًا جَمِيعُ الَّذِينَ فِي الْمَجْمَعِ حِينَ سَمِعُوا هذَا،
Καὶ ; ἐπλήσθησαν θυμοῦ πάντες ἐν τῇ ; συναγωγῇ ἀκούοντες ταῦτα·
وَإِذْ كَانَ الْجَمْعُ يَزْدَحِمُ عَلَيْهِ لِيَسْمَعَ كَلِمَةَ اللهِ، كَانَ وَاقِفًا عِنْدَ بُحَيْرَةِ جَنِّيسَارَتَ.
Ἐγένετο ; δὲ τὸν ; ὄχλον ἐπικεῖσθαι αὐτῷ καὶ ; ἀκούειν τὸν ; λόγον τοῦ ; θεοῦ καὶ ; αὐτὸς ; ἦν ἑστὼς παρὰ τὴν ; λίμνην Γεννησαρὲτ
فَذَاعَ الْخَبَرُ عَنْهُ أَكْثَرَ. فَاجْتَمَعَ جُمُوعٌ كَثِيرَةٌ لِكَيْ يَسْمَعُوا وَيُشْفَوْا بِهِ مِنْ أَمْرَاضِهِمْ.
Διήρχετο ; δὲ ὁ ; λόγος περὶ ; αὐτοῦ· μᾶλλον καὶ ; συνήρχοντο ὄχλοι πολλοὶ ἀκούειν καὶ ; θεραπεύεσθαι ὑπ᾽ ; αὐτοῦ ἀπὸ τῶν ; ἀσθενειῶν ; αὐτῶν·
لكِنِّي أَقُولُ لَكُمْ أَيُّهَا السَّامِعُونَ: أَحِبُّوا أَعْدَاءَكُمْ، أَحْسِنُوا إِلَى مُبْغِضِيكُمْ،
ἀλλ᾽ λέγω ὑμῖν τοῖς ἀκούουσιν· ἀγαπᾶτε τοὺς ; ἐχθροὺς ; ὑμῶν, καλῶς ; ποιεῖτε τοῖς ; μισοῦσιν ; ὑμᾶς,