المعنى المختصر للكلمة
akoúō:
to hear (in various senses)
اللفظ الأصلي
ἀκούω
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
akoúō
(ak-oo-o)
تكرار الورود في الكتاب
401
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
a primary verb;
المعنى والشرح المفصل
to hear (in various senses)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
give (in the) audience
(of)
come (to the ears)
(shall) hear(-er, -ken)
be noised
be
reported
understand
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
ἀκούσαντες (30×)
ἀκούσας (17×)
ἀκούειν (14×)
καὶ ; ἤκουσα (14×)
ἤκουσα (13×)
ἠκούσατε (13×)
ἤκουσεν (12×)
Ἀκούσας (12×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (401 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
لوقا 14: 35
Luk.14.35
لاَ يَصْلُحُ لأَرْضٍ وَلاَ لِمَزْبَلَةٍ، فَيَطْرَحُونَهُ خَارِجًا. مَنْ لَهُ أُذُنَانِ لِلسَّمْعِ، فَلْيَسْمَعْ.
οὔτε εὔθετόν ; ἐστιν· εἰς ; γῆν οὔτε εἰς ; κοπρίαν βάλλουσιν ; αὐτό. ἔξω ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω.¶
لوقا 15: 25
Luk.15.25
وَكَانَ ابْنُهُ الأَكْبَرُ فِي الْحَقْلِ. فَلَمَّا جَاءَ وَقَرُبَ مِنَ الْبَيْتِ، سَمِعَ صَوْتَ آلاَتِ طَرَبٍ وَرَقْصًا.
Ἦν ; δὲ ὁ ; υἱὸς ; αὐτοῦ ὁ ; πρεσβύτερος ἐν ἀγρῷ. καὶ ; ὡς ἐρχόμενος ἤγγισεν τῇ οἰκίᾳ, ἤκουσεν συμφωνίας καὶ ; χορῶν.
لوقا 16: 2
Luk.16.2
فَدَعَاهُ وَقَالَ لَهُ: مَا هذَا الَّذِي أَسْمَعُ عَنْكَ. أَعْطِ حِسَابَ وَكَالَتِكَ لأَنَّكَ لاَ تَقْدِرُ أَنْ تَكُونَ وَكِيلاً بَعْدُ.
καὶ ; φωνήσας ; αὐτὸν εἶπεν αὐτῷ· τί τοῦτο ἀκούω σοῦ; ἀπόδος τὸν ; λόγον τῆς ; οἰκονομίας ; σου· γὰρ οὐ δύνήσῃ οἰκονομεῖν. ἔτι
لوقا 16: 14
Luk.16.14
وَكَانَ الْفَرِّيسِيُّونَ أَيْضًا يَسْمَعُونَ هذَا كُلَّهُ، وَهُمْ مُحِبُّونَ لِلْمَالِ، فَاسْتَهْزَأُوا بِهِ.
δὲ οἱ ; Φαρισαῖοι καὶ Ἤκουον ταῦτα πάντα καὶ ; ὑπάρχοντες φιλάργυροι καὶ ; ἐξεμυκτήριζον αὐτόν.
لوقا 16: 29
Luk.16.29
قَالَ لَهُ إِبْرَاهِيمُ: عِنْدَهُمْ مُوسَى وَالأَنْبِيَاءُ، لِيَسْمَعُوا مِنْهُمْ.
Λέγει αὐτῷ Ἀβραάμ· ἔχουσιν Μωϋσέα καὶ ; τοὺς ; προφήτας· ἀκουσάτωσαν αὐτῶν.
لوقا 16: 31
Luk.16.31
فَقَالَ لَهُ: إِنْ كَانُوا لاَ يَسْمَعُونَ مِنْ مُوسَى وَالأَنْبِيَاءِ، وَلاَ إِنْ قَامَ وَاحِدٌ مِنَ الأَمْوَاتِ يُصَدِّقُونَ.
εἶπεν ; δὲ αὐτῷ· εἰ οὐκ ἀκούουσιν, Μωϋσέως καὶ ; τῶν ; προφητῶν οὐδὲ ἐάν ἀναστῇ τις ἐκ νεκρῶν πεισθήσονται.¶
لوقا 18: 6
Luk.18.6
وَقَالَ الرَّبُّ: اسْمَعُوا مَا يَقُولُ قَاضِي الظُّلْمِ.
Εἶπεν ; δὲ ὁ ; κύριος· ἀκούσατε τί λέγει· ὁ ; κριτὴς τῆς ; ἀδικίας
لوقا 18: 22
Luk.18.22
فَلَمَّا سَمِعَ يَسُوعُ ذلِكَ قَالَ لَهُ: يُعْوِزُكَ أَيْضًا شَيْءٌ: بعْ كُلَّ مَا لَكَ وَوَزِّعْ عَلَى الْفُقَرَاءِ، فَيَكُونَ لَكَ كَنْزٌ فِي السَّمَاءِ، وَتَعَالَ اتْبَعْنِي.
δὲ Ἀκούσας ὁ ; Ἰησοῦς ταῦτα εἶπεν αὐτῷ· σοι ; λείπει· ἔτι ἕν πώλησον πάντα ὅσα ἔχεις καὶ ; διάδος πτωχοῖς, καὶ ; ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανῷ καὶ ; δεῦρο, ἀκολούθει ; μοι.¶
لوقا 18: 23
Luk.18.23
فَلَمَّا سَمِعَ ذلِكَ حَزِنَ، لأَنَّهُ كَانَ غَنِيًّا جِدًّا.
δὲ Ὁ ; ἀκούσας ταῦτα περίλυπος ; ἐγένετο γὰρ ἦν πλούσιος σφόδρα.¶
لوقا 18: 26
Luk.18.26
فَقَالَ الَّذِينَ سَمِعُوا: فَمَنْ يَسْتَطِيعُ أَنْ يَخْلُصَ.
δὲ ; εἶπαν οἱ ἀκούσαντες· καὶ ; τίς δύναται σωθῆναι;
لوقا 18: 36
Luk.18.36
فَلَمَّا سَمِعَ الْجَمْعَ مُجْتَازًا سَأَلَ: مَا عَسَى أَنْ يَكُونَ هذَا.
δὲ ἀκούσας ὄχλου διαπορευομένου ἐπυνθάνετο τί ; ἂν εἴη τοῦτο.
لوقا 19: 11
Luk.19.11
وَإِذْ كَانُوا يَسْمَعُونَ هذَا عَادَ فَقَالَ مَثَلاً، لأَنَّهُ كَانَ قَرِيبًا مِنْ أُورُشَلِيمَ، وَكَانُوا يَظُنُّونَ أَنَّ مَلَكُوتَ اللهِ عَتِيدٌ أَنْ يَظْهَرَ فِي الْحَالِ.
δὲ αὐτῶν Ἀκουόντων ταῦτα προσθεὶς εἶπεν παραβολὴν τὸ ; αὐτὸν εἶναι ἐγγὺς Ἰερουσαλὴμ καὶ δοκεῖν ; αὐτοὺς ὅτι ἡ ; βασιλεία τοῦ ; θεοῦ μέλλει ἀναφαίνεσθαι.¶ παραχρῆμα
لوقا 19: 48
Luk.19.48
وَلَمْ يَجِدُوا مَا يَفْعَلُونَ، لأَنَّ الشَّعْبَ كُلَّهُ كَانَ مُتَعَلِّقًا بِهِ يَسْمَعُ مِنْهُ.
καὶ ; οὐχ εὕρισκον τὸ ; τί ; ποιήσωσιν· γὰρ ὁ ; λαὸς ἅπας ἐξεκρέματο ἀκούων.¶ αὐτοῦ
لوقا 20: 16
Luk.20.16
يَأْتِي وَيُهْلِكُ هؤُلاَءِ الْكَرَّامِينَ وَيُعْطِي الْكَرْمَ لآخَرِينَ. فَلَمَّا سَمِعُوا قَالُوا: حَاشَا.
ἐλεύσεται καὶ ; ἀπολέσει τούτους τοὺς ; γεωργοὺς καὶ ; δώσει τὸν ; ἀμπελῶνα ἄλλοις. δὲ ἀκούσαντες εἶπαν· μὴ ; γένοιτο.
لوقا 20: 45
Luk.20.45
وَفِيمَا كَانَ جَمِيعُ الشَّعْبِ يَسْمَعُونَ قَالَ لِتَلاَمِيذِهِ:
δὲ παντὸς τοῦ ; λαοῦ Ἀκούοντος εἶπεν τοῖς ; μαθηταῖς ; αὐτοῦ·
لوقا 21: 9
Luk.21.9
فَإِذَا سَمِعْتُمْ بِحُرُوبٍ وَقَلاَقِل فَلاَ تَجْزَعُوا، لأَنَّهُ لاَ بُدَّ أَنْ يَكُونَ هذَا أَوَّلاً، وَلكِنْ لاَ يَكُونُ الْمُنْتَهَى سَرِيعًا.
ὅταν ; δὲ ἀκούσητε πολέμους καὶ ; ἀκαταστασίας, μὴ πτοηθῆτε· γὰρ δεῖ γενέσθαι ταῦτα πρῶτον ἀλλ᾽ οὐκ τὸ ; τέλος. εὐθέως
لوقا 22: 71
Luk.22.71
فَقَالُوا: مَا حَاجَتُنَا بَعْدُ إِلَى شَهَادَةٍ. لأَنَّنَا نَحْنُ سَمِعْنَا مِنْ فَمِهِ.
οἱ ; δὲ ; εἶπαν· τί ἔχομεν ἔτι μαρτυρίας γὰρ αὐτοὶ ἠκούσαμεν ἀπὸ τοῦ ; στόματος ; αὐτοῦ.¶
لوقا 23: 6
Luk.23.6
فَلَمَّا سَمِعَ بِيلاَطُسُ ذِكْرَ الْجَلِيلِ، سَأَلَ: هَلِ الرَّجُلُ جَلِيلِيٌّ.
δὲ ἀκούσας Πιλᾶτος Γαλιλαίαν ἐπηρώτησεν εἰ ὁ ; ἄνθρωπος Γαλιλαῖός ; ἐστιν,
لوقا 23: 8
Luk.23.8
وَأَمَّا هِيرُودُسُ فَلَمَّا رَأَى يَسُوعَ فَرِحَ جِدًّا، لأَنَّهُ كَانَ يُرِيدُ مِنْ زَمَانٍ طَوِيل أَنْ يَرَاهُ، لِسَمَاعِهِ عَنْهُ أَشْيَاءَ كَثِيرَةً، وَتَرَجَّى أَنْ يَرَى آيَةً تُصْنَعُ مِنْهُ.
δὲ Ὁ ; Ἡρῴδης ἰδὼν τὸν ; Ἰησοῦν ἐχάρη λίαν· γὰρ ἦν θέλων ἐξ χρόνων ἱκανοῦ ἰδεῖν ; αὐτὸν διὰ ; τὸ ; ἀκούειν περὶ ; αὐτοῦ πολλὰ καὶ ; ἤλπιζέν ἰδεῖν τι ; σημεῖον γινόμενον. ὑπ᾽ ; αὐτοῦ
يوحنا 1: 40
Jhn.1.40
كَانَ أَنْدَرَاوُسُ أَخُو سِمْعَانَ بُطْرُسَ وَاحِدًا مِنَ الاثْنَيْنِ اللَّذَيْنِ سَمِعَا يُوحَنَّا وَتَبِعَاهُ.
ἦν Ἀνδρέας ὁ ; ἀδελφὸς Σίμωνος Πέτρου εἷς ἐκ τῶν ; δύο τῶν ἀκουσάντων παρὰ ; Ἰωάννου καὶ ; ἀκολουθησάντων ; αὐτῷ.¶
يوحنا 3: 8
Jhn.3.8
اَلرِّيحُ تَهُبُّ حَيْثُ تَشَاءُ، وَتَسْمَعُ صَوْتَهَا، لكِنَّكَ لاَ تَعْلَمُ مِنْ أَيْنَ تَأْتِي وَلاَ إِلَى أَيْنَ تَذْهَبُ. هكَذَا كُلُّ مَنْ وُلِدَ مِنَ الرُّوحِ.
τὸ ; πνεῦμα πνεῖ, ὅπου θέλει καὶ ; ἀκούεις τὴν ; φωνὴν ; αὐτοῦ ἀλλ᾽ οὐκ οἶδας πόθεν ἔρχεται καὶ ποῦ ὑπάγει· οὕτως πᾶς ὁ γεγεννημένος ἐκ τοῦ ; πνεύματος.¶
يوحنا 3: 32
Jhn.3.32
وَمَا رَآهُ وَسَمِعَهُ بِهِ يَشْهَدُ، وَشَهَادَتُهُ لَيْسَ أَحَدٌ يَقْبَلُهَا.
καὶ ; ὃ ἑώρακεν καὶ ; ἤκουσεν, τοῦτο μαρτυρεῖ, καὶ ; τὴν ; μαρτυρίαν ; αὐτοῦ οὐδεὶς λαμβάνει.
يوحنا 4: 1
Jhn.4.1
فَلَمَّا عَلِمَ الرَّبُّ أَنَّ الْفَرِّيسِيِّينَ سَمِعُوا أَنَّ يَسُوعَ يُصَيِّرُ وَيُعَمِّدُ تَلاَمِيذَ أَكْثَرَ مِنْ يُوحَنَّا،
Ὡς ; οὖν ἔγνω ὁ ; κύριος ὅτι οἱ ; Φαρισαῖοι ἤκουσαν ὅτι Ἰησοῦς ποιεῖ καὶ ; βαπτίζει μαθητὰς πλείονας ἢ Ἰωάννης,
يوحنا 4: 42
Jhn.4.42
وَقَالُوا لِلْمَرْأَةِ: إِنَّنَا لَسْنَا بَعْدُ بِسَبَبِ كَلاَمِكِ نُؤْمِنُ، لأَنَّنَا نَحْنُ قَدْ سَمِعْنَا وَنَعْلَمُ أَنَّ هذَا هُوَ بِالْحَقِيقَةِ الْمَسِيحُ مُخَلِّصُ الْعَالَمِ.
τε ; ἔλεγον τῇ ; γυναικὶ ὅτι οὐκέτι διὰ τὴν ; σὴν ; λαλιὰν πιστεύομεν· ; αὐτοὶ γὰρ ἀκηκόαμεν καὶ ; οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ ; χριστός.¶ ὁ ; σωτὴρ τοῦ ; κόσμου
يوحنا 4: 47
Jhn.4.47
هذَا إِذْ سَمِعَ أَنَّ يَسُوعَ قَدْ جَاءَ مِنَ الْيَهُودِيَّةِ إِلَى الْجَلِيلِ، انْطَلَقَ إِلَيْهِ وَسَأَلَهُ أَنْ يَنْزِلَ وَيَشْفِيَ ابْنَهُ لأَنَّهُ كَانَ مُشْرِفًا عَلَى الْمَوْتِ.
οὗτος ἀκούσας ὅτι Ἰησοῦς ἥκει ἐκ τῆς ; Ἰουδαίας εἰς τὴν ; Γαλιλαίαν, ἀπῆλθεν πρὸς ; αὐτὸν καὶ ; ἠρώτα ; αὐτὸν ἵνα καταβῇ καὶ ; ἰάσηται αὐτοῦ ; τὸν ; υἱόν· γὰρ ἤμελλεν ἀποθνῄσκειν.
يوحنا 5: 24
Jhn.5.24
اَلْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّ مَنْ يَسْمَعُ كَلاَمِي وَيُؤْمِنُ بِالَّذِي أَرْسَلَنِي فَلَهُ حَيَاةٌ أَبَدِيَّةٌ، وَلاَ يَأْتِي إِلَى دَيْنُونَةٍ، بَلْ قَدِ انْتَقَلَ مِنَ الْمَوْتِ إِلَى الْحَيَاةِ.
Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ὁ ἀκούων τὸν ; λόγον ; μου καὶ ; πιστεύων τῷ πέμψαντί ; με ἔχει ζωὴν αἰώνιον καὶ ; οὐκ ἔρχεται, εἰς κρίσιν ἀλλὰ μεταβέβηκεν ἐκ θανάτου εἰς τὴν ; ζωήν.¶
يوحنا 5: 25
Jhn.5.25
اَلْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّهُ تَأْتِي سَاعَةٌ وَهِيَ الآنَ، حِينَ يَسْمَعُ الأَمْوَاتُ صَوْتَ ابْنِ اللهِ، وَالسَّامِعُونَ يَحْيَوْنَ.
Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ἔρχεται ὥρα καὶ ; ἐστιν νῦν ὅτε ἀκούσονται οἱ ; νεκροὶ τῆς ; φωνῆς τοῦ ; υἱοῦ τοῦ ; θεοῦ καὶ ; οἱ ; ἀκούσαντες ζήσονται
يوحنا 5: 25
Jhn.5.25
اَلْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّهُ تَأْتِي سَاعَةٌ وَهِيَ الآنَ، حِينَ يَسْمَعُ الأَمْوَاتُ صَوْتَ ابْنِ اللهِ، وَالسَّامِعُونَ يَحْيَوْنَ.
Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ἔρχεται ὥρα καὶ ; ἐστιν νῦν ὅτε ἀκούσονται οἱ ; νεκροὶ τῆς ; φωνῆς τοῦ ; υἱοῦ τοῦ ; θεοῦ καὶ ; οἱ ; ἀκούσαντες ζήσονται
يوحنا 5: 28
Jhn.5.28
لاَ تَتَعَجَّبُوا مِنْ هذَا، فَإِنَّهُ تَأْتِي سَاعَةٌ فِيهَا يَسْمَعُ جَمِيعُ الَّذِينَ فِي الْقُبُورِ صَوْتَهُ،
Μὴ θαυμάζετε τοῦτο, ὅτι ἔρχεται ὥρα ἐν ; ᾗ ἀκούσονται πάντες οἱ ἐν τοῖς ; μνημείοις τῆς ; αὐτοῦ ; φωνῆς
يوحنا 5: 30
Jhn.5.30
أَنَا لاَ أَقْدِرُ أَنْ أَفْعَلَ مِنْ نَفْسِي شَيْئًا. كَمَا أَسْمَعُ أَدِينُ، وَدَيْنُونَتِي عَادِلَةٌ، لأَنِّي لاَ أَطْلُبُ مَشِيئَتِي بَلْ مَشِيئَةَ الآبِ الَّذِي أَرْسَلَنِي.
ἐγὼ οὐ δύναμαι ποιεῖν ἀπ᾽ ἐμαυτοῦ οὐδέν· καθὼς ἀκούω κρίνω, καὶ ; ἡ ; κρίσις ; ἡ ; ἐμὴ δικαία ; ἐστίν, ὅτι οὐ ζητῶ τὸ ; θέλημα ; τὸ ; ἐμὸν ἀλλὰ τὸ ; θέλημα πατρός.¶ τοῦ πέμψαντός ; με