ك
إصحاح
G165
G166. aiṓnios
G167
المعنى المختصر للكلمة
aiṓnios: perpetual (also used of past time, or past and future as well)
اللفظ الأصلي αἰώνιος
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق aiṓnios (ahee-o-nee-os)
تكرار الورود في الكتاب 70 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

perpetual (also used of past time, or past and future as well)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
eternal for ever everlasting world (began)

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

αἰώνιον (16×) αἰώνιον. (9×) αἰωνίου (8×) αἰώνιον, (7×) αἰώνιον.¶ (4×) τὴν ; αἰώνιον (3×) αἰωνίου, (3×) αἰώνιος (2×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (70 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَإِنْ أَعْثَرَتْكَ يَدُكَ أَوْ رِجْلُكَ فَاقْطَعْهَا وَأَلْقِهَا عَنْكَ. خَيْرٌ لَكَ أَنْ تَدْخُلَ الْحَيَاةَ أَعْرَجَ أَوْ أَقْطَعَ مِنْ أَنْ تُلْقَى فِي النَّارِ الأَبَدِيَّةِ وَلَكَ يَدَانِ أَوْ رِجْلاَنِ.
εἰ ; δὲ σκανδαλίζει ; σε, ἡ ; χείρ ; σου ἢ ὁ ; πούς ; σου ἔκκοψον ; αὐτὰ καὶ ; βάλε ἀπὸ ; σοῦ· καλόν σοί ἐστιν εἰσελθεῖν τὴν ; ζωὴν χωλὸν ἢ κυλλὸν ἢ βληθῆναι εἰς τὸ ; πῦρ τὸ ; αἰώνιον. ἔχοντα δύο ; χεῖρας ἢ δύο ; πόδας
متى 19: 16 Mat.19.16
وَإِذَا وَاحِدٌ تَقَدَّمَ وَقَالَ لَهُ: أَيُّهَا الْمُعَلِّمُ الصَّالِحُ، أَيَّ صَلاَحٍ أَعْمَلُ لِتَكُونَ لِيَ الْحَيَاةُ الأَبَدِيَّةُ.
Καὶ ; ἰδοὺ εἷς προσελθὼν εἶπεν· αὐτῷ διδάσκαλε ἀγαθέ, τί ἀγαθὸν ποιήσω ἵνα ; ἔχω ζωὴν αἰώνιον;
متى 19: 29 Mat.19.29
وَكُلُّ مَنْ تَرَكَ بُيُوتًا أَوْ إِخْوَةً أَوْ أَخَوَاتٍ أَوْ أَبًا أَوْ أُمًّا أَوِ امْرَأَةً أَوْ أَوْلاَدًا أَوْ حُقُولاً مِنْ أَجْلِ اسْمِي، يَأْخُذُ مِئَةَ ضِعْفٍ وَيَرِثُ الْحَيَاةَ الأَبَدِيَّةَ.
Καὶ ; πᾶς ὅς ἀφῆκεν οἰκίας ἢ ἀδελφοὺς ἢ ἀδελφὰς ἢ πατέρα ἢ μητέρα ἢ γυναῖκα ἢ τέκνα ἢ ἀγροὺς ἕνεκεν τοῦ ; ὀνόματός ; μου, λήμψεται ἑκατονταπλασίονα καὶ ; κληρονομήσει.¶ ζωὴν αἰώνιον
متى 25: 41 Mat.25.41
ثُمَّ يَقُولُ أَيْضًا لِلَّذِينَ عَنِ الْيَسَارِ: اذْهَبُوا عَنِّي يَا مَلاَعِينُ إِلَى النَّارِ الأَبَدِيَّةِ الْمُعَدَّةِ لإِبْلِيسَ وَمَلاَئِكَتِهِ،
Τότε ἐρεῖ καὶ τοῖς ἐξ εὐωνύμων· πορεύεσθε ἀπ᾽ ; ἐμοῦ οἱ ; κατηραμένοι εἰς τὸ ; πῦρ τὸ ; αἰώνιον τὸ ; ἡτοιμασμένον τῷ ; διαβόλῳ καὶ ; τοῖς ; ἀγγέλοις ; αὐτοῦ.
متى 25: 46 Mat.25.46
فَيَمْضِي هؤُلاَءِ إِلَى عَذَاب أَبَدِيٍّ وَالأَبْرَارُ إِلَى حَيَاةٍ أَبَدِيَّةٍ.
καὶ ; ἀπελεύσονται οὗτοι εἰς κόλασιν αἰώνιον, οἱ ; δὲ ; δίκαιοι εἰς ζωὴν αἰώνιον.¶
متى 25: 46 Mat.25.46
فَيَمْضِي هؤُلاَءِ إِلَى عَذَاب أَبَدِيٍّ وَالأَبْرَارُ إِلَى حَيَاةٍ أَبَدِيَّةٍ.
καὶ ; ἀπελεύσονται οὗτοι εἰς κόλασιν αἰώνιον, οἱ ; δὲ ; δίκαιοι εἰς ζωὴν αἰώνιον.¶
وَلكِنْ مَنْ جَدَّفَ عَلَى الرُّوحِ الْقُدُسِ فَلَيْسَ لَهُ مَغْفِرَةٌ إِلَى الأَبَدِ، بَلْ هُوَ مُسْتَوْجِبٌ دَيْنُونَةً أَبَدِيَّةً.
δ᾽ ὃς ; ἂν βλασφημήσῃ εἰς τὸ ; πνεῦμα τὸ ; ἅγιον, οὐκ ἔχει ἄφεσιν εἰς τὸν ; αἰῶνα, ἀλλ᾽ ἐστιν ἔνοχός κρίσεως αἰωνίου
وَفِيمَا هُوَ خَارِجٌ إِلَى الطَّرِيقِ، رَكَضَ وَاحِدٌ وَجَثَا لَهُ وَسَأَلَهُ: أَيُّهَا الْمُعَلِّمُ الصَّالِحُ، مَاذَا أَعْمَلُ لأَرِثَ الْحَيَاةَ الأَبَدِيَّةَ.
Καὶ ; αὐτοῦ ἐκπορευομένου εἰς ὁδὸν προσδραμὼν εἷς καὶ ; γονυπετήσας αὐτὸν ἐπηρώτα ; αὐτόν· διδάσκαλε ἀγαθέ, τί ποιήσω ἵνα ; κληρονομήσω;¶ ζωὴν αἰώνιον
إِلاَّ وَيَأْخُذُ مِئَةَ ضِعْفٍ الآنَ فِي هذَا الزَّمَانِ، بُيُوتًا وَإِخْوَةً وَأَخَوَاتٍ وَأُمَّهَاتٍ وَأَوْلاَدًا وَحُقُولاً، مَعَ اضْطِهَادَاتٍ، وَفِي الدَّهْرِ الآتِي الْحَيَاةَ الأَبَدِيَّةَ.
ἐὰν ; μὴ λάβῃ ἑκατονταπλασίονα νῦν ἐν τούτῳ τῷ ; καιρῷ οἰκίας καὶ ; ἀδελφοὺς καὶ ; ἀδελφὰς καὶ ; μητέρας καὶ ; τέκνα καὶ ; ἀγροὺς μετὰ διωγμῶν καὶ ; ἐν τῷ ; αἰῶνι τῷ ; ἐρχομένῳ ζωὴν αἰώνιον.
وَإِذَا نَامُوسِيٌّ قَامَ يُجَرِّبُهُ قَائِلاً: يَا مُعَلِّمُ، مَاذَا أَعْمَلُ لأَرِثَ الْحَيَاةَ الأَبَدِيَّةَ.
Καὶ ; ἰδοὺ νομικός ; τις ἀνέστη ἐκπειράζων ; αὐτὸν καὶ ; λέγων· διδάσκαλε, τί ποιήσας κληρονομήσω; ζωὴν αἰώνιον
وَأَنَا أَقُولُ لَكُمُ: اصْنَعُوا لَكُمْ أَصْدِقَاءَ بِمَالِ الظُّلْمِ، حَتَّى إِذَا فَنِيتُمْ يَقْبَلُونَكُمْ فِي الْمَظَالِّ الأَبَدِيَّةِ.
καὶ ; ἐγὼ λέγω· ὑμῖν ποιήσατε ἑαυτοῖς φίλους ἐκ ; τοῦ ; μαμωνᾶ τῆς ; ἀδικίας, ἵνα ὅταν ἐκλίπητε δέξωνται ; ὑμᾶς εἰς τὰς ; σκηνάς.¶ αἰωνίους
وَسَأَلَهُ رَئِيسٌ قِائِلاً: أَيُّهَا الْمُعَلِّمُ الصَّالِحُ، مَاذَا أَعْمَلُ لأَرِثَ الْحَيَاةَ الأَبَدِيَّةَ.
Καὶ ; ἐπηρώτησέν ; αὐτὸν τις ; ἄρχων λέγων· διδάσκαλε ἀγαθέ, τί ποιήσας κληρονομήσω; ζωὴν αἰώνιον
إِلاَّ وَيَأْخُذُ فِي هذَا الزَّمَانِ أَضْعَافًا كَثِيرَةً، وَفِي الدَّهْرِ الآتِي الْحَيَاةَ الأَبَدِيَّةَ.
ὃς ; οὐ; μὴ ἀπολάβῃ ἐν τούτῳ τῷ ; καιρῷ πολλαπλασίονα καὶ ; ἐν τῷ ; αἰῶνι τῷ ; ἐρχομένῳ ζωὴν αἰώνιον.¶
لِكَيْ لاَ يَهْلِكَ كُلُّ مَنْ يُؤْمِنُ بِهِ بَلْ تَكُونُ لَهُ الْحَيَاةُ الأَبَدِيَّةُ.
ἵνα μὴ ἀπόληται πᾶς ὁ πιστεύων εἰς; αὐτὸν ἀλλ᾽ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον.
لأَنَّهُ هكَذَا أَحَبَّ اللهُ الْعَالَمَ حَتَّى بَذَلَ ابْنَهُ الْوَحِيدَ، لِكَيْ لاَ يَهْلِكَ كُلُّ مَنْ يُؤْمِنُ بِهِ، بَلْ تَكُونُ لَهُ الْحَيَاةُ الأَبَدِيَّةُ.
γὰρ οὕτως ἠγάπησεν ὁ ; θεὸς τὸν ; κόσμον, ὥστε ἔδωκεν, τὸν ; υἱὸν ; αὐτοῦ τὸν ; μονογενῆ ἵνα μὴ ἀπόληται πᾶς ὁ πιστεύων εἰς ; αὐτὸν ἀλλ᾽ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον.
الَّذِي يُؤْمِنُ بِالابْنِ لَهُ حَيَاةٌ أَبَدِيَّةٌ، وَالَّذِي لاَ يُؤْمِنُ بِالابْنِ لَنْ يَرَى حَيَاةً بَلْ يَمْكُثُ عَلَيْهِ غَضَبُ اللهِ.
ὁ πιστεύων εἰς ; τὸν ; υἱὸν ἔχει ζωὴν αἰώνιον· ὁ ; δὲ ἀπειθῶν τῷ ; υἱῷ οὐκ ὄψεται ζωήν, ἀλλ᾽ μένει ἐπ᾽ ; αὐτόν.¶ ἡ ; ὀργὴ τοῦ ; θεοῦ
وَلكِنْ مَنْ يَشْرَبُ مِنَ الْمَاءِ الَّذِي أُعْطِيهِ أَنَا فَلَنْ يَعْطَشَ إِلَى الأَبَدِ، بَلِ الْمَاءُ الَّذِي أُعْطِيهِ يَصِيرُ فِيهِ يَنْبُوعَ مَاءٍ يَنْبَعُ إِلَى حَيَاةٍ أَبَدِيَّةٍ.
δ᾽ ὃς ; ἂν πίῃ ἐκ τοῦ ; ὕδατος οὗ δώσω ; αὐτῷ, ἐγὼ οὐ ; μὴ διψήσῃ εἰς τὸν ; αἰῶνα, ἀλλὰ τὸ ; ὕδωρ ὃ δώσω ; αὐτῷ γενήσεται ἐν ; αὐτῷ πηγὴ ὕδατος ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον.¶
وَالْحَاصِدُ يَأْخُذُ أُجْرَةً وَيَجْمَعُ ثَمَرًا لِلْحَيَاةِ الأَبَدِيَّةِ، لِكَيْ يَفْرَحَ الزَّارِعُ وَالْحَاصِدُ مَعًا.
καὶ ; ὁ ; θερίζων λαμβάνει μισθὸν καὶ ; συνάγει καρπὸν εἰς ; ζωὴν αἰώνιον, ἵνα χαίρῃ καὶ ; ὁ ; σπείρων καὶ ; ὁ ; θερίζων. ὁμοῦ
اَلْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّ مَنْ يَسْمَعُ كَلاَمِي وَيُؤْمِنُ بِالَّذِي أَرْسَلَنِي فَلَهُ حَيَاةٌ أَبَدِيَّةٌ، وَلاَ يَأْتِي إِلَى دَيْنُونَةٍ، بَلْ قَدِ انْتَقَلَ مِنَ الْمَوْتِ إِلَى الْحَيَاةِ.
Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ὁ ἀκούων τὸν ; λόγον ; μου καὶ ; πιστεύων τῷ πέμψαντί ; με ἔχει ζωὴν αἰώνιον καὶ ; οὐκ ἔρχεται, εἰς κρίσιν ἀλλὰ μεταβέβηκεν ἐκ θανάτου εἰς τὴν ; ζωήν.¶
فَتِّشُوا الْكُتُبَ لأَنَّكُمْ تَظُنُّونَ أَنَّ لَكُمْ فِيهَا حَيَاةً أَبَدِيَّةً. وَهِيَ الَّتِي تَشْهَدُ لِي.
ἐραυνᾶτε τὰς ; γραφάς, ὅτι ; ὑμεῖς δοκεῖτε ἔχειν· ἐν ; αὐταῖς ζωὴν αἰώνιον καὶ ; ἐκεῖναί εἰσιν αἱ ; μαρτυροῦσαι περὶ ; ἐμοῦ,
اِعْمَلُوا لاَ لِلطَّعَامِ الْبَائِدِ، بَلْ لِلطَّعَامِ الْبَاقِي لِلْحَيَاةِ الأَبَدِيَّةِ الَّذِي يُعْطِيكُمُ ابْنُ الإِنْسَانِ، لأَنَّ هذَا اللهُ الآبُ قَدْ خَتَمَهُ.
ἐργάζεσθε μὴ τὴν ; βρῶσιν τὴν ; ἀπολλυμένην ἀλλὰ τὴν ; βρῶσιν τὴν ; μένουσαν εἰς ; ζωὴν αἰώνιον ἣν ὑμῖν ; δώσει· ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου γὰρ τοῦτον ὁ ; θεός. ὁ ; πατὴρ ἐσφράγισεν
لأَنَّ هذِهِ هِيَ مَشِيئَةُ الَّذِي أَرْسَلَنِي: أَنَّ كُلَّ مَنْ يَرَى الابْنَ وَيُؤْمِنُ بِهِ تَكُونُ لَهُ حَيَاةٌ أَبَدِيَّةٌ، وَأَنَا أُقِيمُهُ فِي الْيَوْمِ الأَخِيرِ.
δέ τοῦτο ἐστιν τὸ ; θέλημα τοῦ ; πέμψαντός; με ἵνα πᾶς ὁ ; θεωρῶν τὸν ; υἱὸν καὶ ; πιστεύων εἰς ; αὐτὸν ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον, καὶ ; ἐγὼ ἀναστήσω ; αὐτὸν ἐν τῇ ; ἡμέρᾳ.¶ ἐσχάτῃ
اَلْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: مَنْ يُؤْمِنُ بِي فَلَهُ حَيَاةٌ أَبَدِيَّةٌ.
Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν· ὁ πιστεύων εἰς ; ἐμέ ἔχει ζωὴν αἰώνιον.
مَنْ يَأْكُلُ جَسَدِي وَيَشْرَبُ دَمِي فَلَهُ حَيَاةٌ أَبَدِيَّةٌ، وَأَنَا أُقِيمُهُ فِي الْيَوْمِ الأَخِيرِ،
ὁ τρώγων μου ; τὴν ; σάρκα καὶ ; πίνων μου ; τὸ ; αἷμα ἔχει ζωὴν αἰώνιον, κἀγὼ ἀναστήσω ; αὐτὸν τῇ ἡμέρᾳ. ἐσχάτῃ
فَأَجَابَهُ سِمْعَانُ بُطْرُسُ: يَا رَبُّ، إِلَى مَنْ نَذْهَبُ. كَلاَمُ الْحَيَاةِ الأَبَدِيَّةِ عِنْدَكَ،
ἀπεκρίθη ; οὖν ; αὐτῷ Σίμων Πέτρος· κύριε, πρὸς τίνα ἀπελευσόμεθα; ῥήματα ζωῆς αἰωνίου ἔχεις,
وَأَنَا أُعْطِيهَا حَيَاةً أَبَدِيَّةً، وَلَنْ تَهْلِكَ إِلَى الأَبَدِ، وَلاَ يَخْطَفُهَا أَحَدٌ مِنْ يَدِي.
κἀγὼ δίδωμι ; αὐτοῖς ζωὴν αἰώνιον, καὶ ; οὐ ; μὴ ἀπόλωνται εἰς τὸν ; αἰῶνα, καὶ ; οὐχ ἁρπάσει ; αὐτὰ τις ἐκ τῆς ; χειρός ; μου.
مَنْ يُحِبُّ نَفْسَهُ يُهْلِكُهَا، وَمَنْ يُبْغِضُ نَفْسَهُ فِي هذَا الْعَالَمِ يَحْفَظُهَا إِلَى حَيَاةٍ أَبَدِيَّةٍ.
ὁ φιλῶν τὴν ; ψυχὴν ; αὐτοῦ ἀπολέσει; αὐτήν, καὶ ; ὁ μισῶν τὴν ; ψυχὴν ; αὐτοῦ ἐν τούτῳ τῷ ; κόσμῳ φυλάξει ; αὐτήν.¶ εἰς ζωὴν αἰώνιον
وَأَنَا أَعْلَمُ أَنَّ وَصِيَّتَهُ هِيَ حَيَاةٌ أَبَدِيَّةٌ. فَمَا أَتَكَلَّمُ أَنَا فَكَمَا قَالَ لِي الآبُ هكَذَا أَتَكَلَّمُ.
καὶ ; οἶδα ὅτι ἡ ; ἐντολὴ ; αὐτοῦ ἐστιν. ζωὴ αἰώνιός οὖν λαλῶ, ἐγὼ καθὼς εἴρηκέν μοι ὁ ; πατήρ, οὕτως λαλῶ.¶
إِذْ أَعْطَيْتَهُ سُلْطَانًا عَلَى كُلِّ جَسَدٍ لِيُعْطِيَ حَيَاةً أَبَدِيَّةً لِكُلِّ مَنْ أَعْطَيْتَهُ.
καθὼς ἔδωκας ; αὐτῷ ἐξουσίαν πάσης σαρκός, ἵνα ; δώσῃ ; αὐτοῖς ζωὴν αἰώνιον. πᾶν ὃ δέδωκας ; αὐτῷ,
وَهذِهِ هِيَ الْحَيَاةُ الأَبَدِيَّةُ: أَنْ يَعْرِفُوكَ أَنْتَ الإِلهَ الْحَقِيقِيَّ وَحْدَكَ وَيَسُوعَ الْمَسِيحَ الَّذِي أَرْسَلْتَهُ.
δέ ; αὕτη ἐστιν ἡ ; ζωὴ αἰώνιος ἵνα γινώσκωσιν σὲ τὸν ; θεὸν τὸν ; ἀληθινὸν μόνον καὶ ; Ἰησοῦν Χριστόν. ὃν ἀπέστειλας