ك
إصحاح
G1576
G1577. ekklēsía
G1578
المعنى المختصر للكلمة
ekklēsía: a calling out, i.e. (concretely) a popular meeting, especially a religious congregation (Jewish synagogue, or Christian community of members on earth or saints in heaven or both)
اللفظ الأصلي ἐκκλησία
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق ekklēsía (ek-klay-see-ah)
تكرار الورود في الكتاب 113 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

a calling out, i.e. (concretely) a popular meeting, especially a religious congregation (Jewish synagogue, or Christian community of members on earth or saints in heaven or both)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
assembly church

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

τῆς ; ἐκκλησίας (15×) τῇ ; ἐκκλησίᾳ (10×) τὴν ; ἐκκλησίαν (10×) ταῖς ; ἐκκλησίαις (6×) ἐκκλησίᾳ (5×) ἡ ; ἐκκλησία (4×) ἐκκλησίας (4×) ταῖς ; ἐκκλησίαις.¶ (4×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (113 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 16: 18 Mat.16.18
وَأَنَا أَقُولُ لَكَ أَنْتَ بُطْرُسُ، وَعَلَى هذِهِ الصَّخْرَةِ أَبْني كَنِيسَتِي، وَأَبْوَابُ الْجَحِيمِ لَنْ تَقْوَى عَلَيْهَا.
κἀγὼ ; δέ λέγω σοι σὺ ; εἶ Πέτρος καὶ ; ἐπὶ ταύτῃ τῇ ; πέτρᾳ οἰκοδομήσω μου ; τὴν ; ἐκκλησίαν, καὶ ; πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς.
متى 18: 17 Mat.18.17
وَإِنْ لَمْ يَسْمَعْ مِنْهُمْ فَقُلْ لِلْكَنِيسَةِ. وَإِنْ لَمْ يَسْمَعْ مِنَ الْكَنِيسَةِ فَلْيَكُنْ عِنْدَكَ كَالْوَثَنِيِّ وَالْعَشَّارِ.
ἐὰν ; δὲ παρακούσῃ αὐτῶν, εἰπὲ τῇ ; ἐκκλησίᾳ. ἐὰν ; δὲ ; καὶ παρακούσῃ, τῆς ἐκκλησίας ἔστω σοι ὥσπερ ; ὁ ; ἐθνικὸς καὶ ; ὁ ; τελώνης.¶
متى 18: 17 Mat.18.17
وَإِنْ لَمْ يَسْمَعْ مِنْهُمْ فَقُلْ لِلْكَنِيسَةِ. وَإِنْ لَمْ يَسْمَعْ مِنَ الْكَنِيسَةِ فَلْيَكُنْ عِنْدَكَ كَالْوَثَنِيِّ وَالْعَشَّارِ.
ἐὰν ; δὲ παρακούσῃ αὐτῶν, εἰπὲ τῇ ; ἐκκλησίᾳ. ἐὰν ; δὲ ; καὶ παρακούσῃ, τῆς ἐκκλησίας ἔστω σοι ὥσπερ ; ὁ ; ἐθνικὸς καὶ ; ὁ ; τελώνης.¶
مُسَبِّحِينَ اللهَ، وَلَهُمْ نِعْمَةٌ لَدَى جَمِيعِ الشَّعْبِ. وَكَانَ الرَّبُّ كُلَّ يَوْمٍ يَضُمُّ إِلَى الْكَنِيسَةِ الَّذِينَ يَخْلُصُونَ.
αἰνοῦντες τὸν ; θεὸν καὶ ; ἔχοντες χάριν πρὸς ὅλον τὸν ; λαόν. δὲ ὁ ; κύριος καθ᾽ ἡμέραν προσετίθει ἐπὶ τοὺς ; ἐκκλησία τοὺς σῳζομένους
فَصَارَ خَوْفٌ عَظِيمٌ عَلَى جَمِيعِ الْكَنِيسَةِ وَعَلَى جَمِيعِ الَّذِينَ سَمِعُوا بِذلِكَ.
καὶ ; ἐγένετο φόβος μέγας ἐφ᾽ ὅλην τὴν ; ἐκκλησίαν καὶ ; ἐπὶ πάντας τοὺς ἀκούοντας ταῦτα.¶
هذَا هُوَ الَّذِي كَانَ فِي الْكَنِيسَةِ فِي الْبَرِّيَّةِ، مَعَ الْمَلاَكِ الَّذِي كَانَ يُكَلِّمُهُ فِي جَبَلِ سِينَاءَ، وَمَعَ آبَائِنَا. الَّذِي قَبِلَ أَقْوَالاً حَيَّةً لِيُعْطِيَنَا إِيَّاهَا.
οὗτός ἐστιν ὁ γενόμενος ἐν τῇ ; ἐκκλησίᾳ ἐν τῇ ; ἐρήμῳ μετὰ τοῦ ; ἀγγέλου τοῦ λαλοῦντος ; αὐτῷ ἐν τῷ ; ὄρει Σινᾶ καὶ τῶν ; πατέρων ; ἡμῶν ὃς ἐδέξατο λόγια ζῶντα δοῦναι ; ἡμῖν·
وَكَانَ شَاوُلُ رَاضِيًا بِقَتْلِهِ. وَحَدَثَ فِي ذلِكَ الْيَوْمِ اضْطِهَادٌ عَظِيمٌ عَلَى الْكَنِيسَةِ الَّتِي فِي أُورُشَلِيمَ، فَتَشَتَّتَ الْجَمِيعُ فِي كُوَرِ الْيَهُودِيَّةِ وَالسَّامِرَةِ، مَا عَدَا الرُّسُلَ.
ἦν Σαῦλος συνευδοκῶν τῇ ; ἀναιρέσει ; αὐτοῦ.¶ Ἐγένετο ; δὲ ἐν ἐκείνῃ τῇ ; ἡμέρᾳ διωγμὸς μέγας ἐπὶ τὴν ; ἐκκλησίαν τὴν ἐν Ἱεροσολύμοις· τε; διεσπάρησαν πάντες κατὰ τὰς ; χώρας τῆς ; Ἰουδαίας καὶ ; Σαμαρείας πλὴν τῶν ; ἀποστόλων.¶
وَأَمَّا الْكَنَائِسُ فِي جَمِيعِ الْيَهُودِيَّةِ وَالْجَلِيلِ وَالسَّامِرَةِ فَكَانَ لَهَا سَلاَمٌ، وَكَانَتْ تُبْنَى وَتَسِيرُ فِي خَوْفِ الرَّبِّ، وَبِتَعْزِيَةِ الرُّوحِ الْقُدُسِ كَانَتْ تَتَكَاثَرُ.
μὲν ; οὖν Αἱ; ἐκκλησίαι καθ᾽ ὅλης τῆς ; Ἰουδαίας καὶ ; Γαλιλαίας καὶ ; Σαμαρείας εἶχον εἰρήνην, οἰκοδομούμεναι καὶ ; πορευόμεναι τῷ ; φόβῳ τοῦ ; κυρίου, καὶ ; τῇ ; παρακλήσει τοῦ ; πνεύματος ἁγίου ἐπληθύνοντο
فَسُمِعَ الْخَبَرُ عَنْهُمْ فِي آذَانِ الْكَنِيسَةِ الَّتِي فِي أُورُشَلِيمَ، فَأَرْسَلُوا بَرْنَابَا لِكَيْ يَجْتَازَ إِلَى أَنْطَاكِيَةَ.
ἠκούσθη ; δὲ ὁ ; λόγος περὶ ; αὐτῶν εἰς τὰ ; ὦτα τῆς ; ἐκκλησίας τῆς ἐν Ἱεροσολύμοις καὶ ; ἐξαπέστειλαν Βαρναβᾶν διελθεῖν ἕως Ἀντιοχείας·
فَحَدَثَ أَنَّهُمَا اجْتَمَعَا فِي الْكَنِيسَةِ سَنَةً كَامِلَةً وَعَلَّمَا جَمْعًا غَفِيرًا. وَدُعِيَ التَّلاَمِيذُ مَسِيحِيِّينَ فِي أَنْطَاكِيَةَ أَوَّلاً.
ἐγένετο ; δὲ αὐτοὺς συναχθῆναι ἐν τῇ ; ἐκκλησίᾳ ἐνιαυτὸν ὅλον καὶ ; διδάξαι ὄχλον ἱκανόν, χρηματίσαι τοὺς ; μαθητὰς Χριστιανούς.¶ ἐν Ἀντιοχείᾳ πρώτον
وَفِي ذلِكَ الْوَقْتِ مَدَّ هِيرُودُسُ الْمَلِكُ يَدَيْهِ لِيُسِيئَ إِلَى أُنَاسٍ مِنَ الْكَنِيسَةِ،
Κατ᾽ ; δὲ ἐκεῖνον τὸν ; καιρὸν ἐπέβαλεν Ἡρῴδης ὁ ; βασιλεὺς τὰς ; χεῖρας κακῶσαί τινας ; τῶν ἀπὸ τῆς ; ἐκκλησίας.
فَكَانَ بُطْرُسُ مَحْرُوسًا فِي السِّجْنِ، وَأَمَّا الْكَنِيسَةُ فَكَانَتْ تَصِيرُ مِنْهَا صَلاَةٌ بِلَجَاجَةٍ إِلَى اللهِ مِنْ أَجْلِهِ.
μὲν ; οὖν Ὁ ; Πέτρος ἐτηρεῖτο ἐν τῇ ; φυλακῇ· δὲ τῆς ; ἐκκλησίας ἦν γινομένη ὑπὸ προσευχὴ ἐκτενὴς πρὸς τὸν ; θεὸν ὑπὲρ; αὐτοῦ.
وَكَانَ فِي أَنْطَاكِيَةَ فِي الْكَنِيسَةِ هُنَاكَ أَنْبِيَاءُ وَمُعَلِّمُونَ: بَرْنَابَا، وَسِمْعَانُ الَّذِي يُدْعَى نِيجَرَ، وَلُوكِيُوسُ الْقَيْرَوَانِيُّ، وَمَنَايِنُ الَّذِي تَرَبَّى مَعَ هِيرُودُسَ رَئِيسِ الرُّبْعِ، وَشَاوُلُ.
Ἦσαν ; δὲ ἐν Ἀντιοχείᾳ κατὰ τὴν ; ἐκκλησίαν οὖσαν προφῆται καὶ ; διδάσκαλοι, ὅ ; Βαρναβᾶς καὶ ; Συμεὼν ὁ καλούμενος Νίγερ καὶ ; Λούκιος ὁ ; Κυρηναῖος, Μαναήν ; τε σύντροφος Ἡρῴδου τοῦ ; τετραάρχου καὶ ; Σαῦλος.
وَانْتَخَبَا لَهُمْ قُسُوسًا فِي كُلِّ كَنِيسَةٍ، ثُمَّ صَلَّيَا بِأَصْوَامٍ وَاسْتَوْدَعَاهُمْ لِلرَّبِّ الَّذِي كَانُوا قَدْ آمَنُوا بِهِ.
χειροτονήσαντες ; δὲ αὐτοῖς πρεσβυτέρους, κατ᾽ ἐκκλησίαν προσευξάμενοι μετὰ ; νηστειῶν παρέθεντο ; αὐτοὺς τῷ ; κυρίῳ εἰς ; ὃν πεπιστεύκεισαν.
وَلَمَّا حَضَرَا وَجَمَعَا الْكَنِيسَةَ، أَخْبَرَا بِكُلِّ مَا صَنَعَ اللهُ مَعَهُمَا، وَأَنَّهُ فَتَحَ لِلأُمَمِ بَابَ الإِيمَانِ.
παραγενόμενοι ; δὲ καὶ ; συναγαγόντες τὴν ; ἐκκλησίαν ἀνήγγειλαν ὅσα ἐποίησεν ὁ ; θεὸς μετ᾽ ; αὐτῶν καὶ ; ὅτι ἤνοιξεν τοῖς ; ἔθνεσιν θύραν πίστεως.
فَهؤُلاَءِ بَعْدَ مَا شَيَّعَتْهُمُ الْكَنِيسَةُ اجْتَازُوا فِي فِينِيقِيَةَ وَالسَّامِرَةِ يُخْبِرُونَهُمْ بِرُجُوعِ الأُمَمِ، وَكَانُوا يُسَبِّبُونَ سُرُورًا عَظِيمًا لِجَمِيعِ الإِخْوَةِ.
Οἱ ; μὲν ; οὖν προπεμφθέντες ὑπὸ ; τῆς ; ἐκκλησίας διήρχοντο τήν ; Φοινίκην καὶ ; Σαμάρειαν ἐκδιηγούμενοι ἐπιστροφὴν ; τὴν ἐθνῶν ; τῶν καὶ ; ἐποίουν χαρὰν μεγάλην πᾶσιν τοῖς ; ἀδελφοῖς.
وَلَمَّا حَضَرُوا إِلَى أُورُشَلِيمَ قَبِلَتْهُمُ الْكَنِيسَةُ وَالرُّسُلُ وَالْمَشَايخُ، فَأَخْبَرُوهُمْ بِكُلِّ مَا صَنَعَ اللهُ مَعَهُمْ.
δὲ παραγενόμενοι εἰς Ἰερουσαλὴμ ἀπεδέχθησαν ὑπὸ; τῆς ; ἐκκλησίας καὶ ; τῶν ; ἀποστόλων καὶ ; τῶν ; πρεσβυτέρων, ἀνήγγειλάν ; τε ὅσα ἐποίησεν ὁ ; θεὸς μετ᾽ ; αὐτῶν.¶
حِينَئِذٍ رَأَى الرُّسُلُ وَالْمَشَايِخُ مَعَ كُلِّ الْكَنِيسَةِ أَنْ يَخْتَارُوا رَجُلَيْنِ مِنْهُمْ، فَيُرْسِلُوهُمَا إِلَى أَنْطَاكِيَةَ مَعَ بُولُسَ وَبَرْنَابَا: يَهُوذَا الْمُلَقَّبَ بَرْسَابَا، وَسِيلاَ، رَجُلَيْنِ مُتَقَدِّمَيْنِ فِي الإِخْوَةِ.
Τότε ἔδοξεν τοῖς ; ἀποστόλοις καὶ ; τοῖς ; πρεσβυτέροις σὺν ὅλῃ τῇ ; ἐκκλησίᾳ ἐκλεξαμένους ἄνδρας ἐξ ; αὐτῶν πέμψαι εἰς Ἀντιόχειαν σὺν τῷ ; Παύλῳ καὶ ; Βαρναβᾷ, Ἰούδαν τὸν ; ἐπικαλούμενον Βαρσαββᾶν καὶ ; Σιλᾶν, ἄνδρας ἡγουμένους ἐν τοῖς ; ἀδελφοῖς,
فَاجْتَازَ فِي سُورِيَّةَ وَكِيلِيكِيَّةَ يُشَدِّدُ الْكَنَائِسَ.
διήρχετο ; δὲ τὴν ; Συρίαν καὶ ; Κιλικίαν ἐπιστηρίζων τὰς ; ἐκκλησίας.¶
فَكَانَتِ الْكَنَائِسُ تَتَشَدَّدُ فِي الإِيمَانِ وَتَزْدَادُ فِي الْعَدَدِ كُلَّ يَوْمٍ.
οὖν ; μὲν Αἱ ; ἐκκλησίαι ἐστερεοῦντο τῇ πίστει καὶ ; ἐπερίσσευον τῷ ; ἀριθμῷ καθ᾽ ἡμέραν.
وَلَمَّا نَزَلَ فِي قَيْصَرِيَّةَ صَعِدَ وَسَلَّمَ عَلَى الْكَنِيسَةِ، ثُمَّ انْحَدَرَ إِلَى أَنْطَاكِيَةَ.
καὶ κατελθὼν εἰς Καισάρειαν, ἀναβὰς καὶ ; ἀσπασάμενος τὴν ; ἐκκλησίαν κατέβη εἰς Ἀντιόχειαν·
وَكَانَ الْبَعْضُ يَصْرُخُونَ بِشَيْءٍ وَالْبَعْضُ بِشَيْءٍ آخَرَ، لأَنَّ الْمَحْفِلَ كَانَ مُضْطَرِبًا، وَأَكْثَرُهُمْ لاَ يَدْرُونَ لأَيِّ شَيْءٍ كَانُوا قَدِ اجْتَمَعُوا.
μὲν ; οὖν ἄλλοι ἔκραζον· τι ἄλλο γὰρ ἡ ; ἐκκλησία ἦν συγκεχυμένη, καὶ ; οἱ ; πλείους οὐκ ᾔδεισαν τίνος ἕνεκα συνεληλύθεισαν.
وَإِنْ كُنْتُمْ تَطْلُبُونَ شَيْئًا مِنْ جِهَةِ أُمُورٍ أُخَرَ، فَإِنَّهُ يُقْضَى فِي مَحْفِل شَرْعِيٍّ.
εἰ ; δέ ἐπιζητεῖτε, τι περὶ ἑτέρων ἐπιλυθήσεται. ἐν τῇ ; ἐκκλησίᾳ ἐννόμῳ
وَلَمَّا قَالَ هذَا صَرَفَ الْمَحْفِلَ.
καὶ εἰπὼν ταῦτα ἀπέλυσεν τὴν ; ἐκκλησίαν.¶
وَمِنْ مِيلِيتُسَ أَرْسَلَ إِلَى أَفَسُسَ وَاسْتَدْعَى قُسُوسَ الْكَنِيسَةِ.
Ἀπὸ ; δὲ τῆς ; Μιλήτου πέμψας εἰς Ἔφεσον μετεκαλέσατο τοὺς ; πρεσβυτέρους τῆς ; ἐκκλησίας.
اِحْتَرِزُوا اِذًا لأَنْفُسِكُمْ وَلِجَمِيعِ الرَّعِيَّةِ الَّتِي أَقَامَكُمُ الرُّوحُ الْقُدُسُ فِيهَا أَسَاقِفَةً، لِتَرْعَوْا كَنِيسَةَ اللهِ الَّتِي اقْتَنَاهَا بِدَمِهِ.
προσέχετε οὖν ἑαυτοῖς καὶ ; παντὶ τῷ ; ποιμνίῳ, ᾧ ἔθετο τὸ ; πνεῦμα τὸ ; ἅγιον ἐν ἐπισκόπους, ποιμαίνειν τὴν ; ἐκκλησίαν τοῦ ; θεοῦ, ἣν περιεποιήσατο διὰ ; τοῦ ; αἵματος ; ἰδίου.¶ ; τοῦ
أُوصِي إِلَيْكُمْ بِأُخْتِنَا فِيبِي، الَّتِي هِيَ خَادِمَةُ الْكَنِيسَةِ الَّتِي فِي كَنْخَرِيَا،
Συνίστημι ; δὲ ὑμῖν τὴν ; ἀδελφὴν ; ἡμῶν Φοίβην οὖσαν διάκονον τῆς ; ἐκκλησίας ἐν τῆς ; Κεγχρεαῖς,
اللَّذَيْنِ وَضَعَا عُنُقَيْهِمَا مِنْ أَجْلِ حَيَاتِي، اللَّذَيْنِ لَسْتُ أَنَا وَحْدِي أَشْكُرُهُمَا بَلْ أَيْضًا جَمِيعُ كَنَائِسِ الأُمَمِ،
οἵτινες ὑπέθηκαν, ἑαυτῶν ; τράχηλον ὑπὲρ τῆς ; ψυχῆς ; μου οἷς οὐκ ἐγὼ μόνος εὐχαριστῶ ἀλλὰ καὶ πᾶσαι αἱ ; ἐκκλησίαι τῶν ; ἐθνῶν
وَعَلَى الْكَنِيسَةِ الَّتِي فِي بَيْتِهِمَا. سَلِّمُوا عَلَى أَبَيْنِتُوسَ حَبِيبِي، الَّذِي هُوَ بَاكُورَةُ أَخَائِيَةَ لِلْمَسِيحِ.
καὶ τὴν ; ἐκκλησίαν.¶ κατ᾽ οἶκον ; αὐτῶν ἀσπάσασθε Ἐπαίνετον τὸν ; ἀγαπητόν ; μου, ὅς ἐστιν ἀπαρχὴ τῆς ; Ἀχαΐας εἰς ; Χριστόν.¶
يُسَلِّمُ عَلَيْكُمْ غَايُسُ مُضَيِّفِي الْكَنِيسَةِ كُلِّهَا. يُسَلِّمُ عَلَيْكُمْ أَرَاسْتُسُ خَازِنُ الْمَدِينَةِ، وَكَوَارْتُسُ الأَخُ.
Ἀσπάζεται ὑμᾶς Γάϊος ὁ ; ξένος ; μου τῆς ; ἐκκλησίας.¶ ὅλης Ἀσπάζεται ὑμᾶς Ἔραστος ὁ ; οἰκονόμος τῆς ; πόλεως καὶ ; Κούαρτος ὁ ; ἀδελφός.¶