ك
إصحاح
G1524
G1525. eisérchomai
G1526
المعنى المختصر للكلمة
eisérchomai: to enter (literally or figuratively)
اللفظ الأصلي εἰσέρχομαι
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق eisérchomai (ice-er-khom-ahee)
تكرار الورود في الكتاب 170 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

to enter (literally or figuratively)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
X arise come (in, into) enter in(-to) go in (through)

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

εἰσῆλθεν (25×) εἰσελθεῖν (22×) εἰσῆλθον (10×) εἰσελθὼν (10×) καὶ ; εἰσῆλθεν (7×) εἰσέλθητε (6×) καὶ ; εἰσελθὼν (5×) εἰσελθεῖν. (4×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (170 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
جَاءَ يُوسُفُ الَّذِي مِنَ الرَّامَةِ، مُشِيرٌ شَرِيفٌ، وَكَانَ هُوَ أَيْضًا مُنْتَظِرًا مَلَكُوتَ اللهِ، فَتَجَاسَرَ وَدَخَلَ إِلَى بِيلاَطُسَ وَطَلَبَ جَسَدَ يَسُوعَ.
ἦλθεν Ἰωσὴφ ὁ ; ἀπὸ Ἁριμαθαίας, βουλευτὴς εὐσχήμων ὃς αὐτὸς καὶ ἦν ; προσδεχόμενος τὴν ; βασιλείαν τοῦ ; θεοῦ, τολμήσας εἰσῆλθεν πρὸς Πιλᾶτον καὶ ; ᾐτήσατο τὸ ; σῶμα τοῦ ; Ἰησοῦ.
وَلَمَّا دَخَلْنَ الْقَبْرَ رَأَيْنَ شَابًّا جَالِسًا عَنِ الْيَمِينِ لاَبِسًا حُلَّةً بَيْضَاءَ، فَانْدَهَشْنَ.
καὶ εἰσελθοῦσαι εἰς ; τὸ ; μνημεῖον εἶδον νεανίσκον καθήμενον ἐν τοῖς ; δεξιοῖς περιβεβλημένον στολὴν λευκὴν ἐξεθαμβήθησαν. ; καὶ
حَسَبَ عَادَةِ الْكَهَنُوتِ، أَصَابَتْهُ الْقُرْعَةُ أَنْ يَدْخُلَ إِلَى هَيْكَلِ الرَّبِّ وَيُبَخِّرَ.
κατὰ τὸ ; ἔθος τῆς ; ἱερατείας ἔλαχεν εἰσελθὼν εἰς τὸν ; ναὸν τοῦ ; κυρίου· τοῦ ; θυμιᾶσαι
فَدَخَلَ إِلَيْهَا الْمَلاَكُ وَقَالَ: سَلاَمٌ لَكِ أَيَّتُهَا الْمُنْعَمُ عَلَيْهَا. اَلرَّبُّ مَعَكِ. مُبَارَكَةٌ أَنْتِ فِي النِّسَاءِ.
Καὶ ; εἰσελθὼν πρὸς ; αὐτὴν ὁ ; ἄγγελος εἶπεν· χαῖρε, κεχαριτωμένη· ὁ ; κύριος μετὰ ; σοῦ εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξίν.
وَدَخَلَتْ بَيْتَ زَكَرِيَّا وَسَلَّمَتْ عَلَى أَلِيصَابَاتَ.
καὶ ; εἰσῆλθεν εἰς ; τὸν ; οἶκον Ζαχαρίου καὶ ; ἠσπάσατο τὴν ; Ἐλισάβετ.¶
وَجَاءَ إِلَى النَّاصِرَةِ حَيْثُ كَانَ قَدْ تَرَبَّى. وَدَخَلَ الْمَجْمَعَ حَسَبَ عَادَتِهِ يَوْمَ السَّبْتِ وَقَامَ لِيَقْرَأَ،
Καὶ ; ἦλθεν εἰς τὴν ; Ναζαρὰ οὗ ἦν τεθραμμένος, καὶ ; εἰσῆλθεν τὴν ; συναγωγὴν κατὰ τὸ ; εἰωθὸς ; αὐτῷ ἐν ; τῇ ; ἡμέρᾳ τῶν ; σαββάτων καὶ ; ἀνέστη ἀναγνῶναι.
وَلَمَّا قَامَ مِنَ الْمَجْمَعِ دَخَلَ بَيْتَ سِمْعَانَ. وَكَانَتْ حَمَاةُ سِمْعَانَ قَدْ أَخَذَتْهَا حُمَّى شَدِيدَةٌ. فَسَأَلُوهُ مِنْ أَجْلِهَا.
δὲ Ἀναστὰς ἐκ τῆς ; συναγωγῆς εἰσῆλθεν εἰς ; τὴν ; οἰκίαν Σίμωνος. δὲ ; ἦν ἡ ; πενθερὰ τοῦ ; Σίμωνος συνεχομένη πυρετῷ μεγάλῳ, καὶ ; ἠρώτησαν ; αὐτὸν περὶ ; αὐτῆς.
كَيْفَ دَخَلَ بَيْتَ اللهِ وَأَخَذَ خُبْزَ التَّقْدِمَةِ وَأَكَلَ، وَأَعْطَى الَّذِينَ مَعَهُ أَيْضًا، الَّذِي لاَ يَحِلُّ أَكْلُهُ إِلاَّ لِلْكَهَنَةِ فَقَطْ
ὡς εἰσῆλθεν εἰς ; τὸν ; οἶκον τοῦ ; θεοῦ, καὶ ; ἔλαβεν τοὺς ; ἄρτους τῆς ; προθέσεως καὶ ; ἔφαγεν καὶ ; ἔδωκεν τοῖς μετ᾽ ; αὐτοῦ καὶ οὓς οὐκ ἔξεστιν φαγεῖν εἰ ; μὴ τοὺς ; ἱερεῖς; μόνους
وَلَمَّا أَكْمَلَ أَقْوَالَهُ كُلَّهَا فِي مَسَامِعِ الشَّعْبِ دَخَلَ كَفْرَنَاحُومَ.
Ἐπει δὲ ἐπλήρωσεν τὰ ; ῥήματα ; αὐτοῦ πάντα εἰς τὰς ; ἀκοὰς τοῦ ; λαοῦ, εἰσῆλθεν εἰς ; Καφαρναούμ.
فَذَهَبَ يَسُوعُ مَعَهُمْ. وَإِذْ كَانَ غَيْرَ بَعِيدٍ عَنِ الْبَيْتِ، أَرْسَلَ إِلَيْهِ قَائِدُ الْمِئَةِ أَصْدِقَاءَ يَقُولُ لَهُ: يَا سَيِّدُ، لاَ تَتْعَبْ. لأَنِّي لَسْتُ مُسْتَحِقًّا أَنْ تَدْخُلَ تَحْتَ سَقْفِي.
ἐπορεύετο ; δὲ Ὁ ; Ἰησοῦς σὺν ; αὐτοῖς. αὐτοῦ οὐ μακρὰν ἀπέχοντος ; ἀπὸ τῆς ; οἰκίας ἔπεμψεν πρὸς ; αὐτὸν ὁ ; ἑκατοντάρχης φίλους λέγων αὐτῷ· κύριε, μὴ σκύλλου· γὰρ ; εἰμι οὐ ἱκανός ἵνα εἰσέλθῃς, ὑπὸ τὴν ; στέγην ; μου
وَسَأَلَهُ وَاحِدٌ مِنَ الْفَرِّيسِيِّينَ أَنْ يَأْكُلَ مَعَهُ، فَدَخَلَ بَيْتَ الْفَرِّيسِيِّ وَاتَّكَأَ.
Ἠρώτα ; δέ ; αὐτὸν τις τῶν Φαρισαίων ἵνα φάγῃ μετ᾽ ; αὐτοῦ. καὶ ; εἰσελθὼν εἰς ; τὴν; οἶκὶαν τοῦ ; Φαρισαίου ἀνεκλίθη
ثُمَّ الْتَفَتَ إِلَى الْمَرْأَةِ وَقَالَ لِسِمْعَانَ: أَتَنْظُرُ هذِهِ الْمَرْأَةَ. إِنِّي دَخَلْتُ بَيْتَكَ، وَمَاءً لأَجْلِ رِجْلَيَّ لَمْ تُعْطِ. وَأَمَّا هِيَ فَقَدْ غَسَلَتْ رِجْلَيَّ بِالدُّمُوعِ وَمَسَحَتْهُمَا بِشَعْرِ رَأْسِهَا.
καὶ στραφεὶς πρὸς τὴν ; γυναῖκα ἔφη· τῷ ; Σίμωνι βλέπεις ταύτην τὴν ; γυναῖκα; εἰσῆλθόν σου ; εἰς ; τὴν ; οἰκίαν, ὕδωρ ἐπὶ τοὺς ; πόδας ; μου οὐκ ἔδωκας· δὲ ἔβρεξέν μου ; τοὺς ; πόδας δάκρυσιν ; τοῖς καὶ ; ἐξέμαξεν. ταῖς ; θριξὶν τὴς ; κεφαλῆς ; αὐτῆς
قُبْلَةً لَمْ تُقَبِّلْنِي، وَأَمَّا هِيَ فَمُنْذُ دَخَلْتُ لَمْ تَكُفَّ عَنْ تَقْبِيلِ رِجْلَيَّ.
φίλημά οὐκ μοι ; ἔδωκας· δὲ αὕτη ἀφ᾽ ; ἧς εἰσῆλθον οὐ διέλιπεν καταφιλοῦσά μου ; τοὺς ; πόδας.
فَسَأَلَهُ يَسُوعُ قِائِلاً: مَا اسْمُكَ. فَقَالَ: لَجِئُونُ. لأَنَّ شَيَاطِينَ كَثِيرَةً دَخَلَتْ فِيهِ.
ἐπηρώτησεν ; δὲ ; αὐτὸν ὁ ; Ἰησοῦς λέγων· τί σοι ; ὄνομά ὁ ; δὲ ; εἶπεν· Λεγεών ὅτι δαιμόνια πολλὰ εἰσῆλθεν εἰς ; αὐτόν.
وَكَانَ هُنَاكَ قَطِيعُ خَنَازِيرَ كَثِيرَةٍ تَرْعَى فِي الْجَبَلِ، فَطَلَبُوا إِلَيْهِ أَنْ يَأْذَنَ لَهُمْ بِالدُّخُولِ فِيهَا، فَأَذِنَ لَهُمْ.
ἦν ; δὲ ἐκεῖ ἀγέλη χοίρων ἱκανῶν βοσκομένων ἐν τῷ ; ὄρει, καὶ ; παρεκάλουν αὐτὸν ἵνα ἐπιτρέψῃ αὐτοῖς εἰσελθεῖν. εἰς ; ἐκείνους καὶ ; ἐπέτρεψεν αὐτοῖς.
فَخَرَجَتِ الشَّيَاطِينُ مِنَ الإِنْسَانِ وَدَخَلَتْ فِي الْخَنَازِيرِ، فَانْدَفَعَ الْقَطِيعُ مِنْ عَلَى الْجُرُفِ إِلَى الْبُحَيْرَةِ وَاخْتَنَقَ.
ἐξελθόντα ; δὲ τὰ ; δαιμόνια ἀπὸ τοῦ ; ἀνθρώπου εἰσῆλθεν εἰς τοὺς ; χοίρους, καὶ ; ὥρμησεν ἡ ; ἀγέλη κατὰ τοῦ ; κρημνοῦ εἰς τὴν ; λίμνην καὶ ; ἀπεπνίγη.¶
وَإِذَا رَجُلٌ اسْمُهُ يَايِرُسُ قَدْ جَاءَ، وَكَانَ رَئِيسَ الْمَجْمَعِ، فَوَقَعَ عِنْدَ قَدَمَيْ يَسُوعَ وَطَلَبَ إِلَيْهِ أَنْ يَدْخُلَ بَيْتَهُ،
καὶ ; ἰδοὺ ἀνὴρ ᾧ ; ὄνομα Ἰάϊρος, ἦλθεν καὶ ; αὐτὸς; ὑπῆρχεν. ἄρχων τῆς ; συναγωγῆς καὶ ; πεσὼν παρὰ τοὺς ; πόδας τοῦ ; Ἰησοῦ παρεκάλει αὐτὸν εἰσελθεῖν εἰς ; τὸν ; οἶκον ; αὐτοῦ
فَلَمَّا جَاءَ إِلَى الْبَيْتِ لَمْ يَدَعْ أَحَدًا يَدْخُلُ إِلاَّ بُطْرُسَ وَيَعْقُوبَ وَيُوحَنَّا، وَأَبَا الصَّبِيَّةِ وَأُمَّهَا.
δὲ εἰσελθὼν εἰς τὴν ; οἰκίαν οὐκ ἀφῆκεν οὐδένα εἰσελθεῖν εἰ ; μὴ Πέτρον καὶ ; Ἰάκωβον, καὶ ; Ἰωάννην καὶ ; τὸν ; πατέρα τῆς ; παιδὸς καὶ ; τὴν ; μητέρα.
فَلَمَّا جَاءَ إِلَى الْبَيْتِ لَمْ يَدَعْ أَحَدًا يَدْخُلُ إِلاَّ بُطْرُسَ وَيَعْقُوبَ وَيُوحَنَّا، وَأَبَا الصَّبِيَّةِ وَأُمَّهَا.
δὲ εἰσελθὼν εἰς τὴν ; οἰκίαν οὐκ ἀφῆκεν οὐδένα εἰσελθεῖν εἰ ; μὴ Πέτρον καὶ ; Ἰάκωβον, καὶ ; Ἰωάννην καὶ ; τὸν ; πατέρα τῆς ; παιδὸς καὶ ; τὴν ; μητέρα.
وَأَيُّ بَيْتٍ دَخَلْتُمُوهُ فَهُنَاكَ أَقِيمُوا، وَمِنْ هُنَاكَ اخْرُجُوا.
καὶ ; εἰς ; ἣν ; ἂν οἰκίαν εἰσέλθητε, ἐκεῖ μένετε καὶ ἐκεῖθεν ἐξέρχεσθε.
وَفِيمَا هُوَ يَقُولُ ذلِكَ كَانَتْ سَحَابَةٌ فَظَلَّلَتْهُمْ. فَخَافُوا عِنْدَمَا دَخَلُوا فِي السَّحَابَةِ.
δὲ αὐτοῦ λέγοντος ταῦτα ἐγένετο νεφέλη καὶ ; ἐπεσκίασεν; αὐτούς. ἐφοβήθησαν δὲ ; ἐν τῷ ; εἰσελθεῖν εἰς τὴν ; νεφέλην.
وَأَرْسَلَ أَمَامَ وَجْهِهِ رُسُلاً، فَذَهَبُوا وَدَخَلُوا قَرْيَةً لِلسَّامِرِيِّينَ حَتَّى يُعِدُّوا لَهُ.
καὶ ; ἀπέστειλεν πρὸ προσώπου ; αὐτοῦ. ἀγγέλους καὶ ; πορευθέντες εἰσῆλθον εἰς ; κώμην Σαμαριτῶν ὥστε ἑτοιμάσαι αὐτῷ.
وَأَيُّ بَيْتٍ دَخَلْتُمُوهُ فَقُولُوا أَوَّلاً: سَلاَمٌ لِهذَا الْبَيْتِ.
ἣν ; δ᾽ ; ἂν οἰκίαν, εἰς ; εἰσέρχησθε λέγετε· πρῶτον εἰρήνη τῷ ; τούτῳ. οἴκῳ
وَأَيَّةَ مَدِينَةٍ دَخَلْتُمُوهَا وَقَبِلُوكُمْ، فَكُلُوا مِمَّا يُقَدَّمُ لَكُمْ،
καὶ ; ἣν ; ἂν πόλιν εἰς ; εἰσέρχησθε, καὶ ; δέχωνται ; ὑμᾶς, ἐσθίετε τὰ παρατιθέμενα ὑμῖν
وَأَيَّةُ مَدِينَةٍ دَخَلْتُمُوهَا وَلَمْ يَقْبَلُوكُمْ، فَاخْرُجُوا إِلَى شَوَارِعِهَا وَقُولُوا:
ἣν ; δ᾽ ; ἂν πόλιν εἰσέρχησθε καὶ ; μὴ δέχωνται ; ὑμᾶς, ἐξελθόντες εἰς τὰς ; πλατείας ; αὐτῆς εἴπατε·
وَفِيمَا هُمْ سَائِرُونَ دَخَلَ قَرْيَةً، فَقَبِلَتْهُ امْرَأَةٌ اسْمُهَا مَرْثَا فِي بَيْتِهَا.
Ἐγένετο ; ἐν ; δὲ τῷ ; πορεύεσθαι ; αὐτοὺς καὶ ; αὐτὸς ; εἰσῆλθεν εἰς ; κώμην ; τινά. δέ ; ὑπεδέξατο ; αὐτόν γυνὴ ὀνόματι Μάρθα εἰς τὸν ; οἶκον ; αὐτῆς
ثُمَّ يَذْهَبُ وَيَأْخُذُ سَبْعَةَ أَرْوَاحٍ أُخَرَ أَشَرَّ مِنْهُ، فَتَدْخُلُ وَتَسْكُنُ هُنَاكَ، فَتَصِيرُ أَوَاخِرُ ذلِكَ الإِنْسَانِ أَشَرَّ مِنْ أَوَائِلِهِ..
τότε πορεύεται καὶ ; παραλαμβάνει ἑπτά, πνεύματα ἕτερα πονηρότερα ἑαυτοῦ καὶ ; εἰσελθόντα κατοικεῖ ἐκεῖ· καὶ ; γίνεται τὰ ; ἔσχατα τοῦ ; ἐκείνου ἀνθρώπου χείρονα τῶν πρώτων.¶
وَيْلٌ لَكُمْ أَيُّهَا النَّامُوسِيُّونَ. لأَنَّكُمْ أَخَذْتُمْ مِفْتَاحَ الْمَعْرِفَةِ. مَا دَخَلْتُمْ أَنْتُمْ، وَالدَّاخِلُونَ مَنَعْتُمُوهُمْ.
Οὐαὶ ὑμῖν τοῖς ; νομικοῖς, ὅτι ἤρατε τὴν ; κλεῖδα τῆς ; γνώσεως. οὐκ εἰσήλθατε αὐτοὶ καὶ ; τοὺς ; εἰσερχομένους ἐκωλύσατε.¶
وَيْلٌ لَكُمْ أَيُّهَا النَّامُوسِيُّونَ. لأَنَّكُمْ أَخَذْتُمْ مِفْتَاحَ الْمَعْرِفَةِ. مَا دَخَلْتُمْ أَنْتُمْ، وَالدَّاخِلُونَ مَنَعْتُمُوهُمْ.
Οὐαὶ ὑμῖν τοῖς ; νομικοῖς, ὅτι ἤρατε τὴν ; κλεῖδα τῆς ; γνώσεως. οὐκ εἰσήλθατε αὐτοὶ καὶ ; τοὺς ; εἰσερχομένους ἐκωλύσατε.¶
اجْتَهِدُوا أَنْ تَدْخُلُوا مِنَ الْبَابِ الضَّيِّقِ، فَإِنِّي أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّ كَثِيرِينَ سَيَطْلُبُونَ أَنْ يَدْخُلُوا وَلاَ يَقْدِرُونَ
ἀγωνίζεσθε εἰσελθεῖν διὰ τῆς ; θύρας· στενῆς ὅτι λέγω ὑμῖν, πολλοί, ζητήσουσιν εἰσελθεῖν καὶ ; οὐκ ἰσχύσουσιν.