المعنى المختصر للكلمة
eisérchomai:
to enter (literally or figuratively)
اللفظ الأصلي
εἰσέρχομαι
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
eisérchomai
(ice-er-khom-ahee)
تكرار الورود في الكتاب
170
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
to enter (literally or figuratively)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
X arise
come (in, into)
enter in(-to)
go in (through)
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
εἰσῆλθεν (25×)
εἰσελθεῖν (22×)
εἰσῆλθον (10×)
εἰσελθὼν (10×)
καὶ ; εἰσῆλθεν (7×)
εἰσέλθητε (6×)
καὶ ; εἰσελθὼν (5×)
εἰσελθεῖν. (4×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (170 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
مرقس 15: 43
Mrk.15.43
جَاءَ يُوسُفُ الَّذِي مِنَ الرَّامَةِ، مُشِيرٌ شَرِيفٌ، وَكَانَ هُوَ أَيْضًا مُنْتَظِرًا مَلَكُوتَ اللهِ، فَتَجَاسَرَ وَدَخَلَ إِلَى بِيلاَطُسَ وَطَلَبَ جَسَدَ يَسُوعَ.
ἦλθεν Ἰωσὴφ ὁ ; ἀπὸ Ἁριμαθαίας, βουλευτὴς εὐσχήμων ὃς αὐτὸς καὶ ἦν ; προσδεχόμενος τὴν ; βασιλείαν τοῦ ; θεοῦ, τολμήσας εἰσῆλθεν πρὸς Πιλᾶτον καὶ ; ᾐτήσατο τὸ ; σῶμα τοῦ ; Ἰησοῦ.
مرقس 16: 5
Mrk.16.5
وَلَمَّا دَخَلْنَ الْقَبْرَ رَأَيْنَ شَابًّا جَالِسًا عَنِ الْيَمِينِ لاَبِسًا حُلَّةً بَيْضَاءَ، فَانْدَهَشْنَ.
καὶ εἰσελθοῦσαι εἰς ; τὸ ; μνημεῖον εἶδον νεανίσκον καθήμενον ἐν τοῖς ; δεξιοῖς περιβεβλημένον στολὴν λευκὴν ἐξεθαμβήθησαν. ; καὶ
لوقا 1: 9
Luk.1.9
حَسَبَ عَادَةِ الْكَهَنُوتِ، أَصَابَتْهُ الْقُرْعَةُ أَنْ يَدْخُلَ إِلَى هَيْكَلِ الرَّبِّ وَيُبَخِّرَ.
κατὰ τὸ ; ἔθος τῆς ; ἱερατείας ἔλαχεν εἰσελθὼν εἰς τὸν ; ναὸν τοῦ ; κυρίου· τοῦ ; θυμιᾶσαι
لوقا 1: 28
Luk.1.28
فَدَخَلَ إِلَيْهَا الْمَلاَكُ وَقَالَ: سَلاَمٌ لَكِ أَيَّتُهَا الْمُنْعَمُ عَلَيْهَا. اَلرَّبُّ مَعَكِ. مُبَارَكَةٌ أَنْتِ فِي النِّسَاءِ.
Καὶ ; εἰσελθὼν πρὸς ; αὐτὴν ὁ ; ἄγγελος εἶπεν· χαῖρε, κεχαριτωμένη· ὁ ; κύριος μετὰ ; σοῦ εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξίν.
لوقا 1: 40
Luk.1.40
وَدَخَلَتْ بَيْتَ زَكَرِيَّا وَسَلَّمَتْ عَلَى أَلِيصَابَاتَ.
καὶ ; εἰσῆλθεν εἰς ; τὸν ; οἶκον Ζαχαρίου καὶ ; ἠσπάσατο τὴν ; Ἐλισάβετ.¶
لوقا 4: 16
Luk.4.16
وَجَاءَ إِلَى النَّاصِرَةِ حَيْثُ كَانَ قَدْ تَرَبَّى. وَدَخَلَ الْمَجْمَعَ حَسَبَ عَادَتِهِ يَوْمَ السَّبْتِ وَقَامَ لِيَقْرَأَ،
Καὶ ; ἦλθεν εἰς τὴν ; Ναζαρὰ οὗ ἦν τεθραμμένος, καὶ ; εἰσῆλθεν τὴν ; συναγωγὴν κατὰ τὸ ; εἰωθὸς ; αὐτῷ ἐν ; τῇ ; ἡμέρᾳ τῶν ; σαββάτων καὶ ; ἀνέστη ἀναγνῶναι.
لوقا 4: 38
Luk.4.38
وَلَمَّا قَامَ مِنَ الْمَجْمَعِ دَخَلَ بَيْتَ سِمْعَانَ. وَكَانَتْ حَمَاةُ سِمْعَانَ قَدْ أَخَذَتْهَا حُمَّى شَدِيدَةٌ. فَسَأَلُوهُ مِنْ أَجْلِهَا.
δὲ Ἀναστὰς ἐκ τῆς ; συναγωγῆς εἰσῆλθεν εἰς ; τὴν ; οἰκίαν Σίμωνος. δὲ ; ἦν ἡ ; πενθερὰ τοῦ ; Σίμωνος συνεχομένη πυρετῷ μεγάλῳ, καὶ ; ἠρώτησαν ; αὐτὸν περὶ ; αὐτῆς.
لوقا 6: 4
Luk.6.4
كَيْفَ دَخَلَ بَيْتَ اللهِ وَأَخَذَ خُبْزَ التَّقْدِمَةِ وَأَكَلَ، وَأَعْطَى الَّذِينَ مَعَهُ أَيْضًا، الَّذِي لاَ يَحِلُّ أَكْلُهُ إِلاَّ لِلْكَهَنَةِ فَقَطْ
ὡς εἰσῆλθεν εἰς ; τὸν ; οἶκον τοῦ ; θεοῦ, καὶ ; ἔλαβεν τοὺς ; ἄρτους τῆς ; προθέσεως καὶ ; ἔφαγεν καὶ ; ἔδωκεν τοῖς μετ᾽ ; αὐτοῦ καὶ οὓς οὐκ ἔξεστιν φαγεῖν εἰ ; μὴ τοὺς ; ἱερεῖς; μόνους
لوقا 7: 1
Luk.7.1
وَلَمَّا أَكْمَلَ أَقْوَالَهُ كُلَّهَا فِي مَسَامِعِ الشَّعْبِ دَخَلَ كَفْرَنَاحُومَ.
Ἐπει δὲ ἐπλήρωσεν τὰ ; ῥήματα ; αὐτοῦ πάντα εἰς τὰς ; ἀκοὰς τοῦ ; λαοῦ, εἰσῆλθεν εἰς ; Καφαρναούμ.
لوقا 7: 6
Luk.7.6
فَذَهَبَ يَسُوعُ مَعَهُمْ. وَإِذْ كَانَ غَيْرَ بَعِيدٍ عَنِ الْبَيْتِ، أَرْسَلَ إِلَيْهِ قَائِدُ الْمِئَةِ أَصْدِقَاءَ يَقُولُ لَهُ: يَا سَيِّدُ، لاَ تَتْعَبْ. لأَنِّي لَسْتُ مُسْتَحِقًّا أَنْ تَدْخُلَ تَحْتَ سَقْفِي.
ἐπορεύετο ; δὲ Ὁ ; Ἰησοῦς σὺν ; αὐτοῖς. αὐτοῦ οὐ μακρὰν ἀπέχοντος ; ἀπὸ τῆς ; οἰκίας ἔπεμψεν πρὸς ; αὐτὸν ὁ ; ἑκατοντάρχης φίλους λέγων αὐτῷ· κύριε, μὴ σκύλλου· γὰρ ; εἰμι οὐ ἱκανός ἵνα εἰσέλθῃς, ὑπὸ τὴν ; στέγην ; μου
لوقا 7: 36
Luk.7.36
وَسَأَلَهُ وَاحِدٌ مِنَ الْفَرِّيسِيِّينَ أَنْ يَأْكُلَ مَعَهُ، فَدَخَلَ بَيْتَ الْفَرِّيسِيِّ وَاتَّكَأَ.
Ἠρώτα ; δέ ; αὐτὸν τις τῶν Φαρισαίων ἵνα φάγῃ μετ᾽ ; αὐτοῦ. καὶ ; εἰσελθὼν εἰς ; τὴν; οἶκὶαν τοῦ ; Φαρισαίου ἀνεκλίθη
لوقا 7: 44
Luk.7.44
ثُمَّ الْتَفَتَ إِلَى الْمَرْأَةِ وَقَالَ لِسِمْعَانَ: أَتَنْظُرُ هذِهِ الْمَرْأَةَ. إِنِّي دَخَلْتُ بَيْتَكَ، وَمَاءً لأَجْلِ رِجْلَيَّ لَمْ تُعْطِ. وَأَمَّا هِيَ فَقَدْ غَسَلَتْ رِجْلَيَّ بِالدُّمُوعِ وَمَسَحَتْهُمَا بِشَعْرِ رَأْسِهَا.
καὶ στραφεὶς πρὸς τὴν ; γυναῖκα ἔφη· τῷ ; Σίμωνι βλέπεις ταύτην τὴν ; γυναῖκα; εἰσῆλθόν σου ; εἰς ; τὴν ; οἰκίαν, ὕδωρ ἐπὶ τοὺς ; πόδας ; μου οὐκ ἔδωκας· δὲ ἔβρεξέν μου ; τοὺς ; πόδας δάκρυσιν ; τοῖς καὶ ; ἐξέμαξεν. ταῖς ; θριξὶν τὴς ; κεφαλῆς ; αὐτῆς
لوقا 7: 45
Luk.7.45
قُبْلَةً لَمْ تُقَبِّلْنِي، وَأَمَّا هِيَ فَمُنْذُ دَخَلْتُ لَمْ تَكُفَّ عَنْ تَقْبِيلِ رِجْلَيَّ.
φίλημά οὐκ μοι ; ἔδωκας· δὲ αὕτη ἀφ᾽ ; ἧς εἰσῆλθον οὐ διέλιπεν καταφιλοῦσά μου ; τοὺς ; πόδας.
لوقا 8: 30
Luk.8.30
فَسَأَلَهُ يَسُوعُ قِائِلاً: مَا اسْمُكَ. فَقَالَ: لَجِئُونُ. لأَنَّ شَيَاطِينَ كَثِيرَةً دَخَلَتْ فِيهِ.
ἐπηρώτησεν ; δὲ ; αὐτὸν ὁ ; Ἰησοῦς λέγων· τί σοι ; ὄνομά ὁ ; δὲ ; εἶπεν· Λεγεών ὅτι δαιμόνια πολλὰ εἰσῆλθεν εἰς ; αὐτόν.
لوقا 8: 32
Luk.8.32
وَكَانَ هُنَاكَ قَطِيعُ خَنَازِيرَ كَثِيرَةٍ تَرْعَى فِي الْجَبَلِ، فَطَلَبُوا إِلَيْهِ أَنْ يَأْذَنَ لَهُمْ بِالدُّخُولِ فِيهَا، فَأَذِنَ لَهُمْ.
ἦν ; δὲ ἐκεῖ ἀγέλη χοίρων ἱκανῶν βοσκομένων ἐν τῷ ; ὄρει, καὶ ; παρεκάλουν αὐτὸν ἵνα ἐπιτρέψῃ αὐτοῖς εἰσελθεῖν. εἰς ; ἐκείνους καὶ ; ἐπέτρεψεν αὐτοῖς.
لوقا 8: 33
Luk.8.33
فَخَرَجَتِ الشَّيَاطِينُ مِنَ الإِنْسَانِ وَدَخَلَتْ فِي الْخَنَازِيرِ، فَانْدَفَعَ الْقَطِيعُ مِنْ عَلَى الْجُرُفِ إِلَى الْبُحَيْرَةِ وَاخْتَنَقَ.
ἐξελθόντα ; δὲ τὰ ; δαιμόνια ἀπὸ τοῦ ; ἀνθρώπου εἰσῆλθεν εἰς τοὺς ; χοίρους, καὶ ; ὥρμησεν ἡ ; ἀγέλη κατὰ τοῦ ; κρημνοῦ εἰς τὴν ; λίμνην καὶ ; ἀπεπνίγη.¶
لوقا 8: 41
Luk.8.41
وَإِذَا رَجُلٌ اسْمُهُ يَايِرُسُ قَدْ جَاءَ، وَكَانَ رَئِيسَ الْمَجْمَعِ، فَوَقَعَ عِنْدَ قَدَمَيْ يَسُوعَ وَطَلَبَ إِلَيْهِ أَنْ يَدْخُلَ بَيْتَهُ،
καὶ ; ἰδοὺ ἀνὴρ ᾧ ; ὄνομα Ἰάϊρος, ἦλθεν καὶ ; αὐτὸς; ὑπῆρχεν. ἄρχων τῆς ; συναγωγῆς καὶ ; πεσὼν παρὰ τοὺς ; πόδας τοῦ ; Ἰησοῦ παρεκάλει αὐτὸν εἰσελθεῖν εἰς ; τὸν ; οἶκον ; αὐτοῦ
لوقا 8: 51
Luk.8.51
فَلَمَّا جَاءَ إِلَى الْبَيْتِ لَمْ يَدَعْ أَحَدًا يَدْخُلُ إِلاَّ بُطْرُسَ وَيَعْقُوبَ وَيُوحَنَّا، وَأَبَا الصَّبِيَّةِ وَأُمَّهَا.
δὲ εἰσελθὼν εἰς τὴν ; οἰκίαν οὐκ ἀφῆκεν οὐδένα εἰσελθεῖν εἰ ; μὴ Πέτρον καὶ ; Ἰάκωβον, καὶ ; Ἰωάννην καὶ ; τὸν ; πατέρα τῆς ; παιδὸς καὶ ; τὴν ; μητέρα.
لوقا 8: 51
Luk.8.51
فَلَمَّا جَاءَ إِلَى الْبَيْتِ لَمْ يَدَعْ أَحَدًا يَدْخُلُ إِلاَّ بُطْرُسَ وَيَعْقُوبَ وَيُوحَنَّا، وَأَبَا الصَّبِيَّةِ وَأُمَّهَا.
δὲ εἰσελθὼν εἰς τὴν ; οἰκίαν οὐκ ἀφῆκεν οὐδένα εἰσελθεῖν εἰ ; μὴ Πέτρον καὶ ; Ἰάκωβον, καὶ ; Ἰωάννην καὶ ; τὸν ; πατέρα τῆς ; παιδὸς καὶ ; τὴν ; μητέρα.
لوقا 9: 4
Luk.9.4
وَأَيُّ بَيْتٍ دَخَلْتُمُوهُ فَهُنَاكَ أَقِيمُوا، وَمِنْ هُنَاكَ اخْرُجُوا.
καὶ ; εἰς ; ἣν ; ἂν οἰκίαν εἰσέλθητε, ἐκεῖ μένετε καὶ ἐκεῖθεν ἐξέρχεσθε.
لوقا 9: 34
Luk.9.34
وَفِيمَا هُوَ يَقُولُ ذلِكَ كَانَتْ سَحَابَةٌ فَظَلَّلَتْهُمْ. فَخَافُوا عِنْدَمَا دَخَلُوا فِي السَّحَابَةِ.
δὲ αὐτοῦ λέγοντος ταῦτα ἐγένετο νεφέλη καὶ ; ἐπεσκίασεν; αὐτούς. ἐφοβήθησαν δὲ ; ἐν τῷ ; εἰσελθεῖν εἰς τὴν ; νεφέλην.
لوقا 9: 52
Luk.9.52
وَأَرْسَلَ أَمَامَ وَجْهِهِ رُسُلاً، فَذَهَبُوا وَدَخَلُوا قَرْيَةً لِلسَّامِرِيِّينَ حَتَّى يُعِدُّوا لَهُ.
καὶ ; ἀπέστειλεν πρὸ προσώπου ; αὐτοῦ. ἀγγέλους καὶ ; πορευθέντες εἰσῆλθον εἰς ; κώμην Σαμαριτῶν ὥστε ἑτοιμάσαι αὐτῷ.
لوقا 10: 5
Luk.10.5
وَأَيُّ بَيْتٍ دَخَلْتُمُوهُ فَقُولُوا أَوَّلاً: سَلاَمٌ لِهذَا الْبَيْتِ.
ἣν ; δ᾽ ; ἂν οἰκίαν, εἰς ; εἰσέρχησθε λέγετε· πρῶτον εἰρήνη τῷ ; τούτῳ. οἴκῳ
لوقا 10: 8
Luk.10.8
وَأَيَّةَ مَدِينَةٍ دَخَلْتُمُوهَا وَقَبِلُوكُمْ، فَكُلُوا مِمَّا يُقَدَّمُ لَكُمْ،
καὶ ; ἣν ; ἂν πόλιν εἰς ; εἰσέρχησθε, καὶ ; δέχωνται ; ὑμᾶς, ἐσθίετε τὰ παρατιθέμενα ὑμῖν
لوقا 10: 10
Luk.10.10
وَأَيَّةُ مَدِينَةٍ دَخَلْتُمُوهَا وَلَمْ يَقْبَلُوكُمْ، فَاخْرُجُوا إِلَى شَوَارِعِهَا وَقُولُوا:
ἣν ; δ᾽ ; ἂν πόλιν εἰσέρχησθε καὶ ; μὴ δέχωνται ; ὑμᾶς, ἐξελθόντες εἰς τὰς ; πλατείας ; αὐτῆς εἴπατε·
لوقا 10: 38
Luk.10.38
وَفِيمَا هُمْ سَائِرُونَ دَخَلَ قَرْيَةً، فَقَبِلَتْهُ امْرَأَةٌ اسْمُهَا مَرْثَا فِي بَيْتِهَا.
Ἐγένετο ; ἐν ; δὲ τῷ ; πορεύεσθαι ; αὐτοὺς καὶ ; αὐτὸς ; εἰσῆλθεν εἰς ; κώμην ; τινά. δέ ; ὑπεδέξατο ; αὐτόν γυνὴ ὀνόματι Μάρθα εἰς τὸν ; οἶκον ; αὐτῆς
لوقا 11: 26
Luk.11.26
ثُمَّ يَذْهَبُ وَيَأْخُذُ سَبْعَةَ أَرْوَاحٍ أُخَرَ أَشَرَّ مِنْهُ، فَتَدْخُلُ وَتَسْكُنُ هُنَاكَ، فَتَصِيرُ أَوَاخِرُ ذلِكَ الإِنْسَانِ أَشَرَّ مِنْ أَوَائِلِهِ..
τότε πορεύεται καὶ ; παραλαμβάνει ἑπτά, πνεύματα ἕτερα πονηρότερα ἑαυτοῦ καὶ ; εἰσελθόντα κατοικεῖ ἐκεῖ· καὶ ; γίνεται τὰ ; ἔσχατα τοῦ ; ἐκείνου ἀνθρώπου χείρονα τῶν πρώτων.¶
لوقا 11: 52
Luk.11.52
وَيْلٌ لَكُمْ أَيُّهَا النَّامُوسِيُّونَ. لأَنَّكُمْ أَخَذْتُمْ مِفْتَاحَ الْمَعْرِفَةِ. مَا دَخَلْتُمْ أَنْتُمْ، وَالدَّاخِلُونَ مَنَعْتُمُوهُمْ.
Οὐαὶ ὑμῖν τοῖς ; νομικοῖς, ὅτι ἤρατε τὴν ; κλεῖδα τῆς ; γνώσεως. οὐκ εἰσήλθατε αὐτοὶ καὶ ; τοὺς ; εἰσερχομένους ἐκωλύσατε.¶
لوقا 11: 52
Luk.11.52
وَيْلٌ لَكُمْ أَيُّهَا النَّامُوسِيُّونَ. لأَنَّكُمْ أَخَذْتُمْ مِفْتَاحَ الْمَعْرِفَةِ. مَا دَخَلْتُمْ أَنْتُمْ، وَالدَّاخِلُونَ مَنَعْتُمُوهُمْ.
Οὐαὶ ὑμῖν τοῖς ; νομικοῖς, ὅτι ἤρατε τὴν ; κλεῖδα τῆς ; γνώσεως. οὐκ εἰσήλθατε αὐτοὶ καὶ ; τοὺς ; εἰσερχομένους ἐκωλύσατε.¶
لوقا 13: 24
Luk.13.24
اجْتَهِدُوا أَنْ تَدْخُلُوا مِنَ الْبَابِ الضَّيِّقِ، فَإِنِّي أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّ كَثِيرِينَ سَيَطْلُبُونَ أَنْ يَدْخُلُوا وَلاَ يَقْدِرُونَ
ἀγωνίζεσθε εἰσελθεῖν διὰ τῆς ; θύρας· στενῆς ὅτι λέγω ὑμῖν, πολλοί, ζητήσουσιν εἰσελθεῖν καὶ ; οὐκ ἰσχύσουσιν.