ك
إصحاح
G1524
G1525. eisérchomai
G1526
المعنى المختصر للكلمة
eisérchomai: to enter (literally or figuratively)
اللفظ الأصلي εἰσέρχομαι
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق eisérchomai (ice-er-khom-ahee)
تكرار الورود في الكتاب 170 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

to enter (literally or figuratively)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
X arise come (in, into) enter in(-to) go in (through)

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

εἰσῆλθεν (25×) εἰσελθεῖν (22×) εἰσῆλθον (10×) εἰσελθὼν (10×) καὶ ; εἰσῆλθεν (7×) εἰσέλθητε (6×) καὶ ; εἰσελθὼν (5×) εἰσελθεῖν. (4×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (170 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
اجْتَهِدُوا أَنْ تَدْخُلُوا مِنَ الْبَابِ الضَّيِّقِ، فَإِنِّي أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّ كَثِيرِينَ سَيَطْلُبُونَ أَنْ يَدْخُلُوا وَلاَ يَقْدِرُونَ
ἀγωνίζεσθε εἰσελθεῖν διὰ τῆς ; θύρας· στενῆς ὅτι λέγω ὑμῖν, πολλοί, ζητήσουσιν εἰσελθεῖν καὶ ; οὐκ ἰσχύσουσιν.
فَقَالَ السَّيِّدُ لِلْعَبْدِ: اخْرُجْ إِلَى الطُّرُقِ وَالسِّيَاجَاتِ وَأَلْزِمْهُمْ بِالدُّخُولِ حَتَّى يَمْتَلِئَ بَيْتِي،
καὶ ; εἶπεν ὁ ; κύριος πρὸς ; τὸν ; δοῦλον· ἔξελθε εἰς τὰς ; ὁδοὺς καὶ ; φραγμοὺς καὶ ; ἀνάγκασον εἰσελθεῖν ἵνα γεμισθῇ μου ; ὁ ; οἶκος.
فَغَضِبَ وَلَمْ يُرِدْ أَنْ يَدْخُلَ. فَخَرَجَ أَبُوهُ يَطْلُبُ إِلَيْهِ.
ὠργίσθη ; δὲ καὶ ; οὐκ ἤθελεν εἰσελθεῖν. ὁ ; οὖν; ἐξελθὼν πατὴρ ; αὐτοῦ παρεκάλει αὐτόν.¶
وَمَنْ مِنْكُمْ لَهُ عَبْدٌ يَحْرُثُ أَوْ يَرْعَى، يَقُولُ لَهُ إِذَا دَخَلَ مِنَ الْحَقْلِ: تَقَدَّمْ سَرِيعًا وَاتَّكِئْ.
Τίς ; δὲ ἐξ ; ὑμῶν ἔχων δοῦλον ἀροτριῶντα ἢ ποιμαίνοντα, ἐρεῖ αὐτῷ· εἰσελθόντι ἐκ τοῦ ; ἀγροῦ παρελθὼν εὐθέως ἀνάπεσαι
كَانُوا يَأْكُلُونَ وَيَشْرَبُونَ، وَيُزَوِّجُونَ وَيَتَزَوَّجُونَ، إِلَى الْيَوْمِ الَّذِي فِيهِ دَخَلَ نُوحٌ الْفُلْكَ، وَجَاءَ الطُّوفَانُ وَأَهْلَكَ الْجَمِيعَ.
ἤσθιον, ἔπινον, ἐγάμουν, ἐξεγαμίζοντο ἄχρι ἡμέρας ἧς εἰσῆλθεν Νῶε εἰς ; τὴν ; κιβωτόν, καὶ ; ἦλθεν ὁ ; κατακλυσμὸς καὶ ; ἀπώλεσεν ἅπαντας
اَلْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: مَنْ لاَ يَقْبَلُ مَلَكُوتَ اللهِ مِثْلَ وَلَدٍ فَلَنْ يَدْخُلَهُ.
ἀμὴν λέγω ὑμῖν· ὃς ἐὰν; μὴ δέξηται τὴν ; βασιλείαν τοῦ ; θεοῦ ὡς παιδίον, μὴ ; εἰσέλθῃ εἰς ; αὐτήν.¶
فَلَمَّا رَآهُ يَسُوعُ قَدْ حَزِنَ، قَالَ: مَا أَعْسَرَ دُخُولَ ذَوِي الأَمْوَالِ إِلَى مَلَكُوتِ اللهِ.
δὲ Ἰδὼν ; αὐτὸν ὁ ; Ἰησοῦς περίλυπον ; γενόμενον εἶπεν· πῶς δυσκόλως εἰσελεύσονται οἱ ; ἔχοντες τὰ ; χρήματα εἰς τὴν ; βασιλείαν τοῦ ; θεοῦ
لأَنَّ دُخُولَ جَمَل مِنْ ثَقْبِ إِبْرَةٍ أَيْسَرُ مِنْ أَنْ يَدْخُلَ غَنِيٌّ إِلَى مَلَكُوتِ اللهِ..
γάρ εἰσελθεῖν κάμηλον διὰ τρυμαλιᾶς ῥαφίδος εὐκοπώτερον ; ἐστιν ἢ εἰσελθεῖν.¶ πλούσιον εἰς τὴν ; βασιλείαν τοῦ ; θεοῦ
لأَنَّ دُخُولَ جَمَل مِنْ ثَقْبِ إِبْرَةٍ أَيْسَرُ مِنْ أَنْ يَدْخُلَ غَنِيٌّ إِلَى مَلَكُوتِ اللهِ..
γάρ εἰσελθεῖν κάμηλον διὰ τρυμαλιᾶς ῥαφίδος εὐκοπώτερον ; ἐστιν ἢ εἰσελθεῖν.¶ πλούσιον εἰς τὴν ; βασιλείαν τοῦ ; θεοῦ
ثُمَّ دَخَلَ وَاجْتَازَ فِي أَرِيحَا.
Καὶ εἰσελθὼν διήρχετο τὴν ; Ἰεριχώ.
فَلَمَّا رَأَى الْجَمِيعُ ذلِكَ تَذَمَّرُوا قَائِلِينَ: إِنَّهُ دَخَلَ لِيَبِيتَ عِنْدَ رَجُل خَاطِئٍ.
καὶ ἰδόντες ἅπαντες διεγόγγυζον λέγοντες ὅτι εἰσῆλθεν καταλῦσαι.¶ παρὰ ἀνδρὶ ἁμαρτωλῷ
وَلَمَّا دَخَلَ الْهَيْكَلَ ابْتَدَأَ يُخْرِجُ الَّذِينَ كَانُوا يَبِيعُونَ وَيَشْتَرُونَ فِيهِ
Καὶ εἰσελθὼν εἰς ; τὸ ; ἱερὸν ἤρξατο ἐκβάλλειν τοὺς πωλοῦντας καὶ ; ἀγοράζοντας ἐν ; αὐτῷ
وَلَمَّا صَارَ إِلَى الْمَكَانِ قَالَ لَهُمْ: صَلُّوا لِكَيْ لاَ تَدْخُلُوا فِي تَجْرِبَةٍ.
δὲ γενόμενος ἐπὶ τοῦ ; τόπου εἶπεν αὐτοῖς· προσεύχεσθε μὴ εἰσελθεῖν εἰς πειρασμόν.
فَقَالَ لَهُمْ: لِمَاذَا أَنْتُمْ نِيَامٌ. قُومُوا وَصَلُّوا لِئَلاَّ تَدْخُلُوا فِي تَجْرِبَةٍ.
καὶ ; εἶπεν αὐτοῖς· τί καθεύδετε; ἀναστάντες προσεύχεσθε ἵνα ; μὴ εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν.¶
فَدَخَلْنَ وَلَمْ يَجِدْنَ جَسَدَ الرَّبِّ يَسُوعَ.
Καὶ ; εἰσελθοῦσαι οὐχ εὗρον τὸ ; σῶμα τοῦ ; κυρίου Ἰησοῦ.¶
أَمَا كَانَ يَنْبَغِي أَنَّ الْمَسِيحَ يَتَأَلَّمُ بِهذَا وَيَدْخُلُ إِلَى مَجْدِهِ.
οὐχὶ ἔδει τὸν ; χριστὸν παθεῖν ταῦτα καὶ ; εἰσελθεῖν εἰς τὴν ; δόξαν ; αὐτοῦ;
فَأَلْزَمَاهُ قَائِلَيْنِ: امْكُثْ مَعَنَا، لأَنَّهُ نَحْوُ الْمَسَاءِ وَقَدْ مَالَ النَّهَارُ. فَدَخَلَ لِيَمْكُثَ مَعَهُمَا.
καὶ ; παρεβιάσαντο ; αὐτὸν λέγοντες· μεῖνον μεθ᾽ ; ἡμῶν, ὅτι ; ἐστὶν πρὸς ἑσπέραν καὶ κέκλικεν ἡ ; ἡμέρα. καὶ ; εἰσῆλθεν τοῦ ; μεῖναι σὺν ; αὐτοῖς.
قَالَ لَهُ نِيقُودِيمُوسُ: كَيْفَ يُمْكِنُ الإِنْسَانَ أَنْ يُولَدَ وَهُوَ شَيْخٌ. أَلَعَلَّهُ يَقْدِرُ أَنْ يَدْخُلَ بَطْنَ أُمِّهِ ثَانِيَةً وَيُولَدَ.
Λέγει πρὸς ; αὐτὸν ὁ ; Νικόδημος· πῶς δύναται ἄνθρωπος γεννηθῆναι ὤν; γέρων μὴ ; δύναται εἰσελθεῖν τὴν ; κοιλίαν τῆς ; μητρὸς ; αὐτοῦ δεύτερον καὶ ; γεννηθῆναι;¶
أَجَابَ يَسُوعُ: الْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكَ: إِنْ كَانَ أَحَدٌ لاَ يُولَدُ مِنَ الْمَاءِ وَالرُّوحِ لاَ يَقْدِرُ أَنْ يَدْخُلَ مَلَكُوتَ اللهِ.
Ἀπεκρίθη ὁ ; Ἰησοῦς· ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι, ἐὰν τις μή γεννηθῇ ἐξ ὕδατος καὶ ; πνεύματος, οὐ δύναται εἰσελθεῖν εἰς ; τὴν ; βασιλείαν τοῦ ; θεοῦ.¶
أَنَا أَرْسَلْتُكُمْ لِتَحْصُدُوا مَا لَمْ تَتْعَبُوا فِيهِ. آخَرُونَ تَعِبُوا وَأَنْتُمْ قَدْ دَخَلْتُمْ عَلَى تَعَبِهِمْ.
ἐγὼ ἀπέστειλα ; ὑμᾶς θερίζειν ὃ οὐχ ὑμεῖς ; κεκοπιάκατε· ἄλλοι κεκοπιάκασιν, καὶ ; ὑμεῖς εἰσεληλύθατε. εἰς τὸν ; κόπον ; αὐτῶν
اَلْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّ الَّذِي لاَ يَدْخُلُ مِنَ الْبَابِ إِلَى حَظِيرَةِ الْخِرَافِ، بَلْ يَطْلَعُ مِنْ مَوْضِعٍ آخَرَ، فَذَاكَ سَارِقٌ وَلِصٌّ.
Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν· ὁ μὴ εἰσερχόμενος διὰ τῆς ; θύρας εἰς τὴν ; αὐλὴν τῶν ; προβάτων ἀλλ᾽ ἀναβαίνων ἀλλαχόθεν, ἐκεῖνος ; ἐστὶν κλέπτης καὶ ; λῃστής·
وَأَمَّا الَّذِي يَدْخُلُ مِنَ الْبَابِ فَهُوَ رَاعِي الْخِرَافِ.
ὁ ; δὲ εἰσερχόμενος διὰ τῆς ; θύρας ἐστιν ποιμήν τῶν ; προβάτων.
أَنَا هُوَ الْبَابُ. إِنْ دَخَلَ بِي أَحَدٌ فَيَخْلُصُ وَيَدْخُلُ وَيَخْرُجُ وَيَجِدُ مَرْعًى.
ἐγώ εἰμι ἡ ; θύρα· ἐάν εἰσέλθῃ, δι᾽ ; ἐμοῦ τις σωθήσεται καὶ ; εἰσελεύσεται καὶ ; ἐξελεύσεται καὶ ; εὑρήσει. νομὴν
أَنَا هُوَ الْبَابُ. إِنْ دَخَلَ بِي أَحَدٌ فَيَخْلُصُ وَيَدْخُلُ وَيَخْرُجُ وَيَجِدُ مَرْعًى.
ἐγώ εἰμι ἡ ; θύρα· ἐάν εἰσέλθῃ, δι᾽ ; ἐμοῦ τις σωθήσεται καὶ ; εἰσελεύσεται καὶ ; ἐξελεύσεται καὶ ; εὑρήσει. νομὴν
قَالَ يَسُوعُ هذَا وَخَرَجَ مَعَ تَلاَمِيذِهِ إِلَى عَبْرِ وَادِي قَدْرُونَ، حَيْثُ كَانَ بُسْتَانٌ دَخَلَهُ هُوَ وَتَلاَمِيذُهُ.
εἰπὼν ὁ ; Ἰησοῦς Ταῦτα ἐξῆλθεν σὺν τοῖς ; μαθηταῖς ; αὐτοῦ πέραν τοῦ ; χειμάρρου τῶν; Κεδρὼν ὅπου ἦν κῆπος εἰς ; ὃν ; εἰσῆλθεν αὐτὸς καὶ ; οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ.
ثُمَّ جَاءُوا بِيَسُوعَ مِنْ عِنْدِ قَيَافَا إِلَى دَارِ الْوِلاَيَةِ، وَكَانَ صُبْحٌ. وَلَمْ يَدْخُلُوا هُمْ إِلَى دَارِ الْوِلاَيَةِ لِكَيْ لاَ يَتَنَجَّسُوا، فَيَأْكُلُونَ الْفِصْحَ.
Ἄγουσιν ; οὖν τὸν ; Ἰησοῦν ἀπὸ τοῦ ; Καϊάφα εἰς τὸ ; πραιτώριον· ἦν ; δὲ πρωίᾳ καὶ ; οὐκ εἰσῆλθον εἰς τὸ ; πραιτώριον, ἵνα μὴ μιανθῶσιν ἀλλὰ ; φάγωσιν τὸ ; πάσχα.
ثُمَّ دَخَلَ بِيلاَطُسُ أَيْضًا إِلَى دَارِ الْوِلاَيَةِ وَدَعَا يَسُوعَ، وَقَالَ لَهُ: أنْتَ مَلِكُ الْيَهُودِ.
οὖν Εἰσῆλθεν ὁ ; Πιλᾶτος πάλιν εἰς τὸ ; πραιτώριον καὶ ; ἐφώνησεν τὸν ; Ἰησοῦν καὶ ; εἶπεν αὐτῷ· σὺ ; εἶ ὁ ; βασιλεὺς τῶν ; Ἰουδαίων;
فَدَخَلَ أَيْضًا إِلَى دَارِ الْوِلاَيَةِ وَقَالَ لِيَسُوعَ: مِنْ أَيْنَ أَنْتَ.. وَأَمَّا يَسُوعُ فَلَمْ يُعْطِهِ جَوَابًا.
καὶ ; εἰσῆλθεν πάλιν εἰς τὸ ; πραιτώριον καὶ ; λέγει τῷ ; Ἰησοῦ· πόθεν εἶ ; σύ; δὲ ὁ ; Ἰησοῦς οὐκ ἔδωκεν ; αὐτῷ. ἀπόκρισιν
وَانْحَنَى فَنَظَرَ الأَكْفَانَ مَوْضُوعَةً، وَلكِنَّهُ لَمْ يَدْخُلْ.
καὶ ; παρακύψας βλέπει τὰ ; ὀθόνια, κείμενα μέντοι οὐ εἰσῆλθεν.¶
ثُمَّ جَاءَ سِمْعَانُ بُطْرُسُ يَتْبَعُهُ، وَدَخَلَ الْقَبْرَ وَنَظَرَ الأَكْفَانَ مَوْضُوعَةً،
οὖν Ἔρχεται Σίμων Πέτρος ἀκολουθῶν ; αὐτῷ καὶ ; εἰσῆλθεν εἰς ; τὸ ; μνημεῖον, καὶ ; θεωρεῖ τὰ ; ὀθόνια κείμενα