ك
إصحاح
G1524
G1525. eisérchomai
G1526
المعنى المختصر للكلمة
eisérchomai: to enter (literally or figuratively)
اللفظ الأصلي εἰσέρχομαι
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق eisérchomai (ice-er-khom-ahee)
تكرار الورود في الكتاب 170 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

to enter (literally or figuratively)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
X arise come (in, into) enter in(-to) go in (through)

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

εἰσῆλθεν (25×) εἰσελθεῖν (22×) εἰσῆλθον (10×) εἰσελθὼν (10×) καὶ ; εἰσῆλθεν (7×) εἰσέλθητε (6×) καὶ ; εἰσελθὼν (5×) εἰσελθεῖν. (4×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (170 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَحِينَئِذٍ دَخَلَ أَيْضًا التِّلْمِيذُ الآخَرُ الَّذِي جَاءَ أَوَّلاً إِلَى الْقَبْرِ، وَرَأَى فَآمَنَ،
Τότε ; οὖν εἰσῆλθεν καὶ ὁ ; μαθητὴς ἄλλος ὁ ; ἐλθὼν πρῶτος εἰς τὸ ; μνημεῖον καὶ ; εἶδεν καὶ ; ἐπίστευσεν·
وَلَمَّا دَخَلُوا صَعِدُوا إِلَى الْعِلِّيَّةِ الَّتِي كَانُوا يُقِيمُونَ فِيهَا: بُطْرُسُ وَيَعْقُوبُ وَيُوحَنَّا وَأَنْدَرَاوُسُ وَفِيلُبُّسُ وَتُومَا وَبَرْثُولَمَاوُسُ وَمَتَّى وَيَعْقُوبُ بْنُ حَلْفَى وَسِمْعَانُ الْغَيُورُ وَيَهُوذَا أَخُو يَعْقُوبَ.
καὶ ; ὅτε εἰσῆλθον, ἀνέβησαν εἰς τὸ ; ὑπερῷον οὗ ἦσαν καταμένοντες, ὅ ; τε ; Πέτρος καὶ ; Ἰάκωβος καὶ ; Ἰωάννης καὶ ; Ἀνδρέας, Φίλιππος καὶ ; Θωμᾶς, Βαρθολομαῖος καὶ ; Μαθθαῖος, Ἰάκωβος Ἁλφαίου καὶ ; Σίμων ὁ ; ζηλωτὴς καὶ ; Ἰούδας Ἰακώβου.¶
فَيَنْبَغِي أَنَّ الرِّجَالَ الَّذِينَ اجْتَمَعُوا مَعَنَا كُلَّ الزَّمَانِ الَّذِي فِيهِ دَخَلَ إِلَيْنَا الرَّبُّ يَسُوعُ وَخَرَجَ،
δεῖ οὖν ἀνδρῶν τῶν συνελθόντων ἡμῖν ἐν ; παντὶ χρόνῳ ᾧ ἐν εἰσῆλθεν ἐφ᾽ ; ἡμᾶς ὁ ; κύριος Ἰησοῦς, ἐξῆλθεν
فَوَثَبَ وَوَقَفَ وَصَارَ يَمْشِي، وَدَخَلَ مَعَهُمَا إِلَى الْهَيْكَلِ وَهُوَ يَمْشِي وَيَطْفُرُ وَيُسَبِّحُ اللهَ.
καὶ ; ἐξαλλόμενος ἔστη καὶ ; περιεπάτει καὶ ; εἰσῆλθεν σὺν ; αὐτοῖς εἰς τὸ ; ἱερὸν περιπατῶν καὶ ; ἁλλόμενος καὶ ; αἰνῶν τὸν ; θεόν.¶
ثُمَّ حَدَثَ بَعْدَ مُدَّةِ نَحْوِ ثَلاَثِ سَاعَاتٍ، أَنَّ امْرَأَتَهُ دَخَلَتْ، وَلَيْسَ لَهَا خَبَرُ مَا جَرَى.
ἐγένετο ; δὲ διάστημα ὡς τριῶν ὡρῶν καὶ ; ἡ ; γυνὴ ; αὐτοῦ εἰσῆλθεν. μὴ εἰδυῖα τὸ ; γεγονὸς
فَلَمَّا سَمِعُوا دَخَلُوا الْهَيْكَلَ نَحْوَ الصُّبْحِ وَجَعَلُوا يُعَلِّمُونَ. ثُمَّ جَاءَ رَئِيسُ الْكَهَنَةِ وَالَّذِينَ مَعَهُ، وَدَعَوُا الْمَجْمَعَ وَكُلَّ مَشْيَخَةِ بَنِي إِسْرَائِيلَ، فَأَرْسَلُوا إِلَى الْحَبْسِ لِيُؤْتَى بِهِمْ.
ἀκούσαντες ; δὲ εἰσῆλθον τὸ ; ἱερὸν ὑπὸ τὸν ; ὄρθρον καὶ ; ἐδίδασκον.¶ δὲ Παραγενόμενος ὁ ; ἀρχιερεὺς καὶ ; οἱ σὺν ; αὐτῷ συνεκάλεσαν τὸ ; συνέδριον καὶ ; πᾶσαν τὴν ; γερουσίαν τῶν ; υἱῶν Ἰσραὴλ καὶ ; ἀπέστειλαν εἰς τὸ ; δεσμωτήριον ἀχθῆναι αὐτούς.
فَقَاَلَ وَهُوَ مُرْتَعِدٌ وَمُتَحَيِّرٌ: يَا رَبُّ، مَاذَا تُرِيدُ أَنْ أَفْعَلَ. فَقَالَ لَهُ الرَّبُّ: قُمْ وَادْخُلِ الْمَدِينَةَ فَيُقَالَ لَكَ مَاذَا يَنْبَغِي أَنْ تَفْعَلَ.
τε ; εἶπεν τρέμων καὶ ; θαμβῶν κύριε τί θέλεις μέ ; ποιῆσαι καὶ ; πρός αὐτόν ὅ ; κύριος ἀνάστηθι καὶ ; εἴσελθε τὴν ; πόλιν, καὶ ; λαληθήσεταί σοι τί δεῖ σε ; ποιεῖν.
وَقَدْ رَأَى فِي رُؤْيَا رَجُلاً اسْمُهُ حَنَانِيَّا دَاخِلاً وَوَاضِعًا يَدَهُ عَلَيْهِ لِكَيْ يُبْصِرَ.
καὶ εἶδεν ἐν ὁράματι ἄνδρα ὀνόματι Ἁνανίαν εἰσελθόντα καὶ ; ἐπιθέντα χεῖρα αὐτῷ ὅπως ἀναβλέψῃ.¶
فَمَضَى حَنَانِيَّا وَدَخَلَ الْبَيْتَ وَوَضَعَ عَلَيْهِ يَدَيْهِ وَقَالَ: أَيُّهَا الأَخُ شَاوُلُ، قَدْ أَرْسَلَنِي الرَّبُّ يَسُوعُ الَّذِي ظَهَرَ لَكَ فِي الطَّرِيقِ الَّذِي جِئْتَ فِيهِ، لِكَيْ تُبْصِرَ وَتَمْتَلِئَ مِنَ الرُّوحِ الْقُدُسِ.
Ἀπῆλθεν ; δὲ Ἁνανίας καὶ ; εἰσῆλθεν εἰς ; τὴν ; οἰκίαν, καὶ ; ἐπιθεὶς ἐπ᾽ ; αὐτὸν τὰς ; χεῖρας εἶπεν· ἀδελφέ, Σαοὺλ ἀπέσταλκέν ; με, ὁ ; κύριος Ἰησοῦς ὁ ; ὀφθείς σοι ἐν τῇ ; ὁδῷ ᾗ ἤρχου, ὅπως ἀναβλέψῃς καὶ ; πλησθῇς πνεύματος ἁγίου.
فَرَأَى ظَاهِرًا فِي رُؤْيَا نَحْوَ السَّاعَةِ التَّاسِعَةِ مِنَ النَّهَارِ، مَلاَكًا مِنَ اللهِ دَاخِلاً إِلَيْهِ وَقَائِلاً لَهُ: يَا كَرْنِيلِيُوسُ..
εἶδεν φανερῶς ἐν ὁράματι ὡσεὶ ; περὶ ὥραν ἐνάτην τῆς ἡμέρας ἄγγελον τοῦ ; θεοῦ εἰσελθόντα πρὸς ; αὐτὸν καὶ ; εἰπόντα αὐτῷ· Κορνήλιε.
وَفِي الْغَدِ دَخَلُوا قَيْصَرِيَّةَ. وَأَمَّا كَرْنِيلِيُوسُ فَكَانَ يَنْتَظِرُهُمْ، وَقَدْ دَعَا أَنْسِبَاءَهُ وَأَصْدِقَاءَهُ الأَقْرَبِينَ.
Καὶ ; τῇ ἐπαύριον εἰσῆλθον εἰς ; τὴν ; Καισάρειαν· δὲ ὁ ; Κορνήλιος ἦν προσδοκῶν ; αὐτοὺς συγκαλεσάμενος τοὺς ; συγγενεῖς ; αὐτοῦ καὶ ; τοὺς ; φίλους. ἀναγκαίους
ثُمَّ دَخَلَ وَهُوَ يَتَكَلَّمُ مَعَهُ وَوَجَدَ كَثِيرِينَ مُجْتَمِعِينَ.
καὶ εἰσῆλθεν συνομιλῶν αὐτῷ καὶ ; εὑρίσκει πολλούς, συνεληλυθότας
قَائِلِينَ: إِنَّكَ دَخَلْتَ إِلَى رِجَال ذَوِي غُلْفَةٍ وَأَكَلْتَ مَعَهُمْ.
λέγοντες ὅτι εἰσῆλθες πρὸς ἄνδρας ἔχοντας ἀκροβυστίαν καὶ ; συνέφαγες αὐτοῖς.
فَقُلْتُ: كَلاَّ يَا رَبُّ. لأَنَّهُ لَمْ يَدْخُلْ فَمِي دَنِسٌ أَوْ نَجِسٌ.
εἶπον ; δέ· μηδαμῶς, κύριε· ὅτι οὐδέποτε εἰσῆλθεν τὸ ; στόμα ; μου. κοινὸν ἢ ἀκάθαρτον
وَلكِنْ كَانَ مِنْهُمْ قَوْمٌ، وَهُمْ رِجَالٌ قُبْرُسِيُّونَ وَقَيْرَوَانِيُّونَ، الَّذِينَ لَمَّا دَخَلُوا أَنْطَاكِيَةَ كَانُوا يُخَاطِبُونَ الْيُونَانِيِّينَ مُبَشِّرِينَ بِالرَّبِّ يَسُوعَ.
δέ Ἦσαν ἐξ ; αὐτῶν τινες ἄνδρες Κύπριοι καὶ ; Κυρηναῖοι, οἵτινες εἰσελθόντες εἰς ; Ἀντιόχειαν ἐλάλουν πρὸς ; τοὺς ; Ἑλληνιστὰς εὐαγγελιζόμενοι τὸν ; κύριον Ἰησοῦν.
وَأَمَّا هُمْ فَجَازُوا مِنْ بَرْجَةَ وَأَتَوْا إِلَى أَنْطَاكِيَةِ بِيسِيدِيَّةَ، وَدَخَلُوا الْمَجْمَعَ يَوْمَ السَّبْتِ وَجَلَسُوا.
δὲ αὐτοὶ διελθόντες ἀπὸ τῆς ; Πέργης παρεγένοντο εἰς Ἀντιόχειαν τῆς; Πισιδίας καὶ ; εἰσελθόντες τὴν ; συναγωγὴν τῇ ; ἡμέρᾳ σαββάτων ἐκάθισαν.¶
وَحَدَثَ فِي إِيقُونِيَةَ أَنَّهُمَا دَخَلاَ مَعًا إِلَى مَجْمَعِ الْيَهُودِ وَتَكَلَّمَا، حَتَّى آمَنَ جُمْهُورٌ كَثِيرٌ مِنَ الْيَهُودِ وَالْيُونَانِيِّينَ.
Ἐγένετο ; δὲ ἐν Ἰκονίῳ αὐτοὺς εἰσελθεῖν κατὰ ; τὸ ; αὐτὸ εἰς τὴν ; συναγωγὴν τῶν ; Ἰουδαίων καὶ ; λαλῆσαι οὕτως ; ὥστε πιστεῦσαι πλῆθος. πολὺ Ἰουδαίων καὶ ; Ἑλλήνων
وَلكِنْ إِذْ أَحَاطَ بِهِ التَّلاَمِيذُ، قَامَ وَدَخَلَ الْمَدِينَةَ، وَفِي الْغَدِ خَرَجَ مَعَ بَرْنَابَا إِلَى دَرْبَةَ.
δὲ κυκλωσάντων αὐτὸν τῶν ; μαθητῶν ἀναστὰς εἰσῆλθεν εἰς ; τὴν ; πόλιν καὶ ; τῇ ἐπαύριον ἐξῆλθεν σὺν τῷ ; Βαρναβᾷ εἰς Δέρβην.
يُشَدِّدَانِ أَنْفُسَ التَّلاَمِيذِ وَيَعِظَانِهِمْ أَنْ يَثْبُتُوا فِي الإِيمَانِ، وَأَنَّهُ بِضِيقَاتٍ كَثِيرَةٍ يَنْبَغِي أَنْ نَدْخُلَ مَلَكُوتَ اللهِ.
ἐπιστηρίζοντες τὰς ; ψυχὰς τῶν ; μαθητῶν, παρακαλοῦντες ἐμμένειν τῇ πίστει καὶ ; ὅτι διὰ ; θλίψεων πολλῶν δεῖ ἡμᾶς ; εἰσελθεῖν εἰς ; τὴν ; βασιλείαν τοῦ ; θεοῦ.
فَلَمَّا اعْتَمَدَتْ هِيَ وَأَهْلُ بَيْتِهَا طَلَبَتْ قَائِلَةً: إِنْ كُنْتُمْ قَدْ حَكَمْتُمْ أَنِّي مُؤْمِنَةٌ بِالرَّبِّ، فَادْخُلُوا بَيْتِي وَامْكُثُوا. فَأَلْزَمَتْنَا.
ὡς ; δὲ ἐβαπτίσθη καὶ ; ὁ ; οἶκος ; αὐτῆς, παρεκάλεσεν λέγουσα· εἰ κεκρίκατέ με πιστὴν ; εἶναι, τῷ ; κυρίῳ εἰσελθόντες εἰς ; τὸν ; μου ; οἶκόν μείνατε καὶ ; παρεβιάσατο ; ἡμᾶς.¶
فَخَرَجَا مِنَ السِّجْنِ وَدَخَلاَ عِنْدَ لِيدِيَّةَ، فَأَبْصَرَا الإِخْوَةَ وَعَزَّيَاهُمْ ثُمَّ خَرَجَا.
Ἐξελθόντες ; δὲ ἐκ τῆς ; φυλακῆς εἰσῆλθον εἰς τὴν ; Λυδίαν· καὶ ; ἰδόντες τοὺς ; ἀδελφοὺς παρεκάλεσαν ; αὐτούς καὶ ; ἐξῆλθαν.¶
فَأَقْبَلَ إِلَى أَفَسُسَ وَتَرَكَهُمَا هُنَاكَ. وَأَمَّا هُوَ فَدَخَلَ الْمَجْمَعَ وَحَاجَّ الْيَهُودَ.
Κατήντησεν; δὲ εἰς Ἔφεσον· κἀκείνους ; κατέλιπεν αὐτοῦ, δὲ αὐτὸς εἰσελθὼν τὴν ; συναγωγὴν διελέχθη τοῖς ; Ἰουδαίοις.
ثُمَّ دَخَلَ الْمَجْمَعَ، وَكَانَ يُجَاهِرُ مُدَّةَ ثَلاَثَةِ أَشْهُرٍ مُحَاجًّا وَمُقْنِعًا فِي مَا يَخْتَصُّ بِمَلَكُوتِ اللهِ.
δὲ Εἰσελθὼν εἰς ; τὴν ; συναγωγὴν ἐπαρρησιάζετο ἐπὶ τρεῖς μῆνας διαλεγόμενος καὶ ; πείθων τὰ ; περὶ τῆς ; βασιλείας τοῦ ; θεοῦ.
وَلَمَّا كَانَ بُولُسُ يُرِيدُ أَنْ يَدْخُلَ بَيْنَ الشَّعْبِ، لَمْ يَدَعْهُ التَّلاَمِيذُ.
δὲ Τοῦ ; Παύλου βουλομένου εἰσελθεῖν εἰς ; τὸν ; δῆμον οὐκ εἴων ; αὐτὸν οἱ ; μαθηταί·
لأَنِّي أَعْلَمُ هذَا: أَنَّهُ بَعْدَ ذِهَابِي سَيَدْخُلُ بَيْنَكُمْ ذِئَابٌ خَاطِفَةٌ لاَ تُشْفِقُ عَلَى الرَّعِيَّةِ.
Ἐγὼ ; γὰρ οἶδα τοῦτο ὅτι μετὰ τὴν ; ἄφιξίν ; μου εἰσελεύσονται εἰς ; ὑμᾶς λύκοι βαρεῖς μὴ φειδόμενοι τοῦ ; ποιμνίου,
ثُمَّ خَرَجْنَا فِي الْغَدِ نَحْنُ رُفَقَاءَ بُولُسَ وَجِئْنَا إِلَى قَيْصَرِيَّةَ، فَدَخَلْنَا بَيْتَ فِيلُبُّسَ الْمُبَشِّرِ، إِذْ كَانَ وَاحِدًا مِنَ السَّبْعَةِ وَأَقَمْنَا عِنْدَهُ.
δὲ ἐξελθόντες Τῇ ; ἐπαύριον οἱ ; περὶ τὸν ; Παῦλον ἤλθομεν εἰς Καισάρειαν, καὶ ; εἰσελθόντες εἰς ; τὸν ; οἶκον Φιλίππου τοῦ ; εὐαγγελιστοῦ τοῦ ; ὄντος ἐκ τῶν ; ἑπτὰ ἐμείναμεν παρ᾽ ; αὐτῷ.
وَلكِنَّ ابْنَ أُخْتِ بُولُسَ سَمِعَ بِالْكَمِينِ، فَجَاءَ وَدَخَلَ الْمُعَسْكَرَ وَأَخْبَرَ بُولُسَ.
δὲ ὁ ; υἱὸς τῆς ; ἀδελφῆς Παύλου Ἀκούσας τὴν ; ἐνέδραν, παραγενόμενος καὶ ; εἰσελθὼν εἰς ; τὴν ; παρεμβολὴν ἀπήγγειλεν τῷ ; Παύλῳ.
وَأُولئِكَ لَمَّا دَخَلُوا قَيْصَرِيَّةَ وَدَفَعُوا الرِّسَالَةَ إِلَى الْوَالِي، أَحْضَرُوا بُولُسَ أَيْضًا إِلَيْهِ.
οἵτινες εἰσελθόντες εἰς ; τὴν ; Καισάρειαν καὶ ; ἀναδόντες τὴν ; ἐπιστολὴν τῷ ἡγεμόνι παρέστησαν τὸν ; Παῦλον καὶ αὐτῷ.
فَفِي الْغَدِ لَمَّا جَاءَ أَغْرِيبَاسُ وَبَرْنِيكِي فِي احْتِفَال عَظِيمٍ، وَدَخَلاَ إِلَى دَارِ الاسْتِمَاعِ مَعَ الأُمَرَاءِ وَرِجَالِ الْمَدِينَةِ الْمُقَدَّمِينَ، أَمَرَ فَسْتُوسُ فَأُتِيَ بِبُولُسَ.
Τῇ ; οὖν ἐπαύριον ἐλθόντος τοῦ ; Ἀγρίππα καὶ ; τῆς ; Βερνίκης μετὰ φαντασίας πολλῆς καὶ ; εἰσελθόντων εἰς τὸ ; ἀκροατήριον σύν τε ; τοῖς ; χιλιάρχοις καὶ ; ἀνδράσιν τῆς ; πόλεως τοῖς ; κατ᾽ ; ἐξοχὴν ; οὖσιν καὶ ; κελεύσαντος τοῦ ; Φήστου ἤχθη ὁ ; Παῦλος.¶
فَحَدَثَ أَنَّ أَبَا بُوبْلِيُوسَ كَانَ مُضْطَجِعًا مُعْتَرًى بِحُمَّى وَسَحْجٍ. فَدَخَلَ إِلَيْهِ بُولُسُ وَصَلَّى، وَوَضَعَ يَدَيْهِ عَلَيْهِ فَشَفَاهُ.
Ἐγένετο ; δὲ τὸν ; πατέρα τοῦ ; Ποπλίου κατακεῖσθαι· συνεχόμενον πυρετοῖς καὶ ; δυσεντερίᾳ εἰσελθὼν ὁ ; Παῦλος καὶ ; προσευξάμενος, ἐπιθεὶς τὰς ; χεῖρας αὐτῷ, ἰάσατο ; αὐτόν.¶