ك
إصحاح
G1524
G1525. eisérchomai
G1526
المعنى المختصر للكلمة
eisérchomai: to enter (literally or figuratively)
اللفظ الأصلي εἰσέρχομαι
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق eisérchomai (ice-er-khom-ahee)
تكرار الورود في الكتاب 170 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

to enter (literally or figuratively)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
X arise come (in, into) enter in(-to) go in (through)

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

εἰσῆλθεν (25×) εἰσελθεῖν (22×) εἰσῆλθον (10×) εἰσελθὼν (10×) καὶ ; εἰσῆλθεν (7×) εἰσέλθητε (6×) καὶ ; εἰσελθὼν (5×) εἰσελθεῖν. (4×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (170 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
مِنْ أَجْلِ ذلِكَ كَأَنَّمَا بِإِنْسَانٍ وَاحِدٍ دَخَلَتِ الْخَطِيَّةُ إِلَى الْعَالَمِ، وَبِالْخَطِيَّةِ الْمَوْتُ، وَهكَذَا اجْتَازَ الْمَوْتُ إِلَى جَمِيعِ النَّاسِ، إِذْ أَخْطَأَ الْجَمِيعُ.
Διὰ τοῦτο ὥσπερ δι᾽ ; ἀνθρώπου ἑνὸς εἰσῆλθεν ἡ ; ἁμαρτία εἰς τὸν ; κόσμον καὶ ; διὰ ; τῆς ; ἁμαρτίας ὁ ; θάνατος, καὶ ; οὕτως διῆλθεν, ὁ ; θάνατος εἰς πάντας ἀνθρώπους ἐφ᾽ ἥμαρτον· ᾧ ; πάντες
فَإِنِّي لَسْتُ أُرِيدُ أَيُّهَا الإِخْوَةُ أَنْ تَجْهَلُوا هذَا السِّرَّ، لِئَلاَّ تَكُونُوا عِنْدَ أَنْفُسِكُمْ حُكَمَاءَ: أَنَّ الْقَسَاوَةَ قَدْ حَصَلَتْ جُزْئِيًّا لإِسْرَائِيلَ إِلَى أَنْ يَدْخُلَ مِلْؤُ الأُمَمِ،
γὰρ Οὐ θέλω ἀδελφοί, ὑμᾶς ; ἀγνοεῖν, τὸ ; τοῦτο, μυστήριον ἵνα ; μὴ ἦτε παρ᾽ ἑαυτοῖς φρόνιμοι, ὅτι πώρωσις γέγονεν ἀπὸ ; μέρους τῷ ; Ἰσραὴλ ἄχρι οὗ εἰσέλθῃ, τὸ ; πλήρωμα τῶν ; ἐθνῶν
حَتَّى أَقْسَمْتُ فِي غَضَبِي: لَنْ يَدْخُلُوا رَاحَتِي.
ὡς ὤμοσα ἐν τῇ ; ὀργῇ ; μου· εἰ εἰσελεύσονται τὴν ; κατάπαυσίν ; μου.¶
فَنَرَى أَنَّهُمْ لَمْ يَقْدِرُوا أَنْ يَدْخُلُوا لِعَدَمِ الإِيمَانِ.
καὶ ; βλέπομεν ὅτι οὐκ ἠδυνήθησαν εἰσελθεῖν δι᾽ ; ἀπιστίαν.¶
فَلْنَخَفْ، أَنَّهُ مَعَ بَقَاءِ وَعْدٍ بِالدُّخُولِ إِلَى رَاحَتِهِ، يُرَى أَحَدٌ مِنْكُمْ أَنَّهُ قَدْ خَابَ مِنْهُ.
Φοβηθῶμεν οὖν μήποτε καταλειπομένης ἐπαγγελίας εἰσελθεῖν εἰς τὴν ; κατάπαυσιν ; αὐτοῦ, δοκῇ τις ἐξ ; ὑμῶν ὑστερηκέναι.
فَإِذْ بَقِيَ أَنَّ قَوْمًا يَدْخُلُونَهَا، وَالَّذِينَ بُشِّرُوا أَوَّلاً لَمْ يَدْخُلُوا لِسَبَبِ الْعِصْيَانِ،
ἐπεὶ ; οὖν ἀπολείπεται τινὰς εἰσελθεῖν ; εἰς ; αὐτὴν καὶ ; οἱ εὐαγγελισθέντες πρότερον οὐκ εἰσῆλθον δι᾽ ἀπείθειαν,
الَّذِي هُوَ لَنَا كَمِرْسَاةٍ لِلنَّفْسِ مُؤْتَمَنَةٍ وَثَابِتَةٍ، تَدْخُلُ إِلَى مَا دَاخِلَ الْحِجَابِ،
ἣν ἔχομεν ὡς ; ἄγκυραν τῆς ; ψυχῆς ἀσφαλῆ τε ; καὶ ; βεβαίαν καὶ ; εἰσερχομένην εἰς τὸ ἐσώτερον τοῦ ; καταπετάσματος,
حَيْثُ دَخَلَ يَسُوعُ كَسَابِق لأَجْلِنَا، صَائِرًا عَلَى رُتْبَةِ مَلْكِي صَادَقَ، رَئِيسَ كَهَنَةٍ إِلَى الأَبَدِ.
ὅπου εἰσῆλθεν Ἰησοῦς πρόδρομος ὑπὲρ ; ἡμῶν γενόμενος κατὰ τὴν ; τάξιν Μελχισέδεκ ἀρχιερεὺς εἰς τὸν ; αἰῶνα.¶
وَلَيْسَ بِدَمِ تُيُوسٍ وَعُجُول، بَلْ بِدَمِ نَفْسِهِ، دَخَلَ مَرَّةً وَاحِدَةً إِلَى الأَقْدَاسِ، فَوَجَدَ فِدَاءً أَبَدِيًّا.
οὐδὲ δι᾽ ; αἵματος τράγων καὶ ; μόσχων δὲ διὰ ; τοῦ ; αἵματος ἰδίου εἰσῆλθεν ἐφάπαξ εἰς τὰ ; ἅγια εὑράμενος. λύτρωσιν αἰωνίαν
لأَنَّ الْمَسِيحَ لَمْ يَدْخُلْ إِلَى أَقْدَاسٍ مَصْنُوعَةٍ بِيَدٍ أَشْبَاهِ الْحَقِيقِيَّةِ، بَلْ إِلَى السَّمَاءِ عَيْنِهَا، لِيَظْهَرَ الآنَ أَمَامَ وَجْهِ اللهِ لأَجْلِنَا.
γὰρ ὁ ; Χριστός, οὐ εἰσῆλθεν εἰς ἅγια χειροποίητα ἀντίτυπα τῶν ; ἀληθινῶν, ἀλλ᾽ εἰς τὸν ; οὐρανόν, αὐτὸν ἐμφανισθῆναι νῦν τῷ ; προσώπῳ τοῦ ; θεοῦ ὑπὲρ ; ἡμῶν·
وَلاَ لِيُقَدِّمَ نَفْسَهُ مِرَارًا كَثِيرَةً، كَمَا يَدْخُلُ رَئِيسُ الْكَهَنَةِ إِلَى الأَقْدَاسِ كُلَّ سَنَةٍ بِدَمِ آخَرَ.
οὐδ᾽ ἵνα ; προσφέρῃ ἑαυτόν, πολλάκις ὥσπερ εἰσέρχεται ὁ ; ἀρχιερεὺς εἰς τὰ ; ἅγια κατ᾽ ἐνιαυτὸν ἐν ; αἵματι ἀλλοτρίῳ·
لِذلِكَ عِنْدَ دُخُولِهِ إِلَى الْعَالَمِ يَقُولُ: ذَبِيحَةً وَقُرْبَانًا لَمْ تُرِدْ، وَلكِنْ هَيَّأْتَ لِي جَسَدًا.
Διὸ εἰσερχόμενος εἰς τὸν ; κόσμον λέγει· θυσίαν καὶ ; προσφορὰν οὐκ ἠθέλησας, δὲ κατηρτίσω μοι· σῶμα
فَإِنَّهُ إِنْ دَخَلَ إِلَى مَجْمَعِكُمْ رَجُلٌ بِخَوَاتِمِ ذَهَبٍ فِي لِبَاسٍ بَهِيٍّ، وَدَخَلَ أَيْضًا فَقِيرٌ بِلِبَاسٍ وَسِخٍ،
γὰρ ἐὰν εἰσέλθῃ εἰς τὴν ; συναγωγὴν ; ὑμῶν ἀνὴρ χρυσοδακτύλιος ἐν ἐσθῆτι λαμπρᾷ, εἰσέλθῃ δὲ ; καὶ πτωχὸς ἐν ; ἐσθῆτι ῥυπαρᾷ
فَإِنَّهُ إِنْ دَخَلَ إِلَى مَجْمَعِكُمْ رَجُلٌ بِخَوَاتِمِ ذَهَبٍ فِي لِبَاسٍ بَهِيٍّ، وَدَخَلَ أَيْضًا فَقِيرٌ بِلِبَاسٍ وَسِخٍ،
γὰρ ἐὰν εἰσέλθῃ εἰς τὴν ; συναγωγὴν ; ὑμῶν ἀνὴρ χρυσοδακτύλιος ἐν ἐσθῆτι λαμπρᾷ, εἰσέλθῃ δὲ ; καὶ πτωχὸς ἐν ; ἐσθῆτι ῥυπαρᾷ
هُوَذَا أُجْرَةُ الْفَعَلَةِ الَّذِينَ حَصَدُوا حُقُولَكُمُ، الْمَبْخُوسَةُ مِنْكُمْ تَصْرُخُ، وَصِيَاحُ الْحَصَّادِينَ قَدْ دَخَلَ إِلَى أُذْنَيْ رَبِّ الْجُنُودِ.
ἰδοὺ ὁ ; μισθὸς τῶν ; ἐργατῶν τῶν ἀμησάντων τὰς ; χώρας ; ὑμῶν ὁ ; ἀπεστερημένος ἀφ᾽ ; ὑμῶν κράζει καὶ ; αἱ ; βοαὶ τῶν ; θερισάντων εἰσεληλύθασιν. εἰς τὰ ; ὦτα κυρίου σαβαὼθ
لأَنَّهُ قَدْ دَخَلَ إِلَى الْعَالَمِ مُضِلُّونَ كَثِيرُونَ، لاَ يَعْتَرِفُونَ بِيَسُوعَ الْمَسِيحِ آتِيًا فِي الْجَسَدِ. هذَا هُوَ الْمُضِلُّ، وَالضِّدُّ لِلْمَسِيحِ.
ὅτι εἰσῆλθόν εἰς κόσμον, πλάνοι πολλοὶ μὴ ὁμολογοῦντες Ἰησοῦν Χριστὸν ἐρχόμενον ἐν σαρκί· οὗτός ἐστιν πλάνος καὶ ; ὁ ; ἀντίχριστος.
هأنَذَا وَاقِفٌ عَلَى الْبَابِ وَأَقْرَعُ. إِنْ سَمِعَ أَحَدٌ صَوْتِي وَفَتَحَ الْبَابَ، أَدْخُلُ إِلَيْهِ وَأَتَعَشَّى مَعَهُ وَهُوَ مَعِي.
ἰδοὺ ἕστηκα ἐπὶ τὴν ; θύραν καὶ ; κρούω. ἐάν ἀκούσῃ τις τῆς ; φωνῆς ; μου καὶ ; ἀνοίξῃ τὴν ; θύραν, εἰσελεύσομαι πρὸς ; αὐτὸν καὶ ; δειπνήσω μετ᾽ ; αὐτοῦ καὶ ; αὐτὸς μετ᾽ ; ἐμοῦ.
ثُمَّ بَعْدَ الثَّلاَثَةِ الأَيَّامِ وَالنِّصْفِ، دَخَلَ فِيهِمَا رُوحُ حَيَاةٍ مِنَ اللهِ، فَوَقَفَا عَلَى أَرْجُلِهِمَا. وَوَقَعَ خَوْفٌ عَظِيمٌ عَلَى الَّذِينَ كَانُوا يَنْظُرُونَهُمَا.
Καὶ μετὰ τὰς ; τρεῖς ἡμέρας καὶ ; ἥμισυ εἰσῆλθεν ἐν ; αὐτούς πνεῦμα ζωῆς ἐκ τοῦ ; θεοῦ καὶ ; ἔστησαν ἐπὶ τοὺς ; πόδας ; αὐτῶν, καὶ ; ἔπεσεν φόβος μέγας ἐπὶ τοὺς θεωροῦντας ; αὐτούς.
وَامْتَلأَ الْهَيْكَلُ دُخَانًا مِنْ مَجْدِ اللهِ وَمِنْ قُدْرَتِهِ، وَلَمْ يَكُنْ أَحَدٌ يَقْدِرُ أَنْ يَدْخُلَ الْهَيْكَلَ حَتَّى كَمِلَتْ سَبْعُ ضَرَبَاتِ السَّبْعَةِ الْمَلاَئِكَةِ.
καὶ ; ἐγεμίσθη ὁ ; ναὸς καπνοῦ ἐκ τῆς ; δόξης τοῦ ; θεοῦ καὶ ; ἐκ τῆς ; δυνάμεως ; αὐτοῦ, καὶ ; οὐδεὶς ἐδύνατο εἰσελθεῖν τὸν ; ναὸν ἄχρι τελεσθῶσιν αἱ ; ἑπτὰ πληγαὶ τῶν ; ἑπτὰ ἀγγέλων.¶
طُوبَى لِلَّذِينَ يَصْنَعُونَ وَصَايَاهُ لِكَيْ يَكُونَ سُلْطَانُهُمْ عَلَى شَجَرَةِ الْحَيَاةِ، وَيَدْخُلُوا مِنَ الأَبْوَابِ إِلَى الْمَدِينَةِ،
Μακάριοι οἱ ποιοῦντες τὰς ; ἐντολὰς; αὐτοῦ ἵνα ἔσται ἡ ; ἐξουσία ; αὐτῶν ἐπὶ τὸ ; ξύλον τῆς ; ζωῆς, καὶ ; εἰσέλθωσιν τοῖς ; πυλῶσιν εἰς τὴν ; πόλιν.¶