ك
إصحاح
G1509
G1510. eimí
G1511
المعنى المختصر للكلمة
eimí: I exist (used only when emphatic)
اللفظ الأصلي εἰμί
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق eimí (i-mee)
تكرار الورود في الكتاب 2055 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

I exist (used only when emphatic)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
am have been X it is I was

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἐστιν (216×) ἦν (160×) ἔσται (89×) ἐστὶν (53×) ἦσαν (45×) καὶ ; ἦν (43×) οὐκ ; ἔστιν (37×) εἰσιν (35×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (2055 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَقَالَ لَهُ يَسُوعُ: قَدْ رَأَيْتَهُ، وَالَّذِي يَتَكَلَّمُ مَعَكَ هُوَ هُوَ..
εἶπεν ; δὲ αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς· καὶ ; ἑώρακας ; αὐτόν, καὶ ; ὁ λαλῶν μετὰ ; σοῦ ἐκεῖνός ἐστιν.
فَسَمِعَ هذَا الَّذِينَ كَانُوا مَعَهُ مِنَ الْفَرِّيسِيِّينَ، وَقَالُوا لَهُ: أَلَعَلَّنَا نَحْنُ أَيْضًا عُمْيَانٌ.
Καὶ ; ἤκουσαν ταῦτα οἱ ὄντες μετ᾽ ; αὐτοῦ ἐκ τῶν ; Φαρισαίων καὶ ; εἶπον αὐτῷ· μὴ ἡμεῖς καὶ τυφλοί ; ἐσμεν;
فَسَمِعَ هذَا الَّذِينَ كَانُوا مَعَهُ مِنَ الْفَرِّيسِيِّينَ، وَقَالُوا لَهُ: أَلَعَلَّنَا نَحْنُ أَيْضًا عُمْيَانٌ.
Καὶ ; ἤκουσαν ταῦτα οἱ ὄντες μετ᾽ ; αὐτοῦ ἐκ τῶν ; Φαρισαίων καὶ ; εἶπον αὐτῷ· μὴ ἡμεῖς καὶ τυφλοί ; ἐσμεν;
قَالَ لَهُمْ يَسُوعُ: لَوْ كُنْتُمْ عُمْيَانًا لَمَا كَانَتْ لَكُمْ خَطِيَّةٌ. وَلكِنِ الآنَ تَقُولُونَ إِنَّنَا نُبْصِرُ، فَخَطِيَّتُكُمْ بَاقِيَةٌ.
εἶπεν αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· εἰ ἦτε, τυφλοὶ ἂν ; οὐκ εἴχετε ἁμαρτίαν. δὲ νῦν λέγετε ὅτι ; βλέπομεν, ἡ ; οὖν ; ἁμαρτία ; ὑμῶν μένει.¶
اَلْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّ الَّذِي لاَ يَدْخُلُ مِنَ الْبَابِ إِلَى حَظِيرَةِ الْخِرَافِ، بَلْ يَطْلَعُ مِنْ مَوْضِعٍ آخَرَ، فَذَاكَ سَارِقٌ وَلِصٌّ.
Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν· ὁ μὴ εἰσερχόμενος διὰ τῆς ; θύρας εἰς τὴν ; αὐλὴν τῶν ; προβάτων ἀλλ᾽ ἀναβαίνων ἀλλαχόθεν, ἐκεῖνος ; ἐστὶν κλέπτης καὶ ; λῃστής·
وَأَمَّا الَّذِي يَدْخُلُ مِنَ الْبَابِ فَهُوَ رَاعِي الْخِرَافِ.
ὁ ; δὲ εἰσερχόμενος διὰ τῆς ; θύρας ἐστιν ποιμήν τῶν ; προβάτων.
هذَا الْمَثَلُ قَالَهُ لَهُمْ يَسُوعُ، وَأَمَّا هُمْ فَلَمْ يَفْهَمُوا مَا هُوَ الَّذِي كَانَ يُكَلِّمُهُمْ بِهِ.
Ταύτην τὴν ; παροιμίαν εἶπεν αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· δὲ ἐκεῖνοι οὐκ ἔγνωσαν τίνα ἦν ἃ ἐλάλει ; αὐτοῖς.¶
فَقَالَ لَهُمْ يَسُوعُ أَيْضًا: الْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنِّي أَنَا بَابُ الْخِرَافِ.
Εἶπεν ; οὖν αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· πάλιν ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ; ἐγώ εἰμι ἡ ; θύρα τῶν ; προβάτων.
جَمِيعُ الَّذِينَ أَتَوْا قَبْلِي هُمْ سُرَّاقٌ وَلُصُوصٌ، وَلكِنَّ الْخِرَافَ لَمْ تَسْمَعْ لَهُمْ.
πάντες ὅσοι ἦλθον πρὸ ; ἐμοῦ, εἰσὶν κλέπται καὶ ; λῃσταί· ἀλλ᾽ τὰ ; πρόβατα. οὐκ ἤκουσαν αὐτῶν
أَنَا هُوَ الْبَابُ. إِنْ دَخَلَ بِي أَحَدٌ فَيَخْلُصُ وَيَدْخُلُ وَيَخْرُجُ وَيَجِدُ مَرْعًى.
ἐγώ εἰμι ἡ ; θύρα· ἐάν εἰσέλθῃ, δι᾽ ; ἐμοῦ τις σωθήσεται καὶ ; εἰσελεύσεται καὶ ; ἐξελεύσεται καὶ ; εὑρήσει. νομὴν
أَنَا هُوَ الرَّاعِي الصَّالِحُ، وَالرَّاعِي الصَّالِحُ يَبْذِلُ نَفْسَهُ عَنِ الْخِرَافِ.
ἐγώ εἰμι ὁ ; ποιμὴν ὁ ; καλός· ὁ ; ποιμὴν ὁ ; καλὸς τίθησιν τὴν ; ψυχὴν ; αὐτοῦ ὑπὲρ τῶν ; προβάτων.
وَأَمَّا الَّذِي هُوَ أَجِيرٌ، وَلَيْسَ رَاعِيًا، الَّذِي لَيْسَتِ الْخِرَافُ لَهُ، فَيَرَى الذِّئْبَ مُقْبِلاً وَيَتْرُكُ الْخِرَافَ وَيَهْرُبُ، فَيَخْطَفُ الذِّئْبُ الْخِرَافَ وَيُبَدِّدُهَا.
δέ ; καὶ ὁ ; μισθωτὸς οὐκ ὢν ; ποιμήν, οὗ οὐκ ; εἰσιν τὰ ; πρόβατα ἴδια, θεωρεῖ τὸν ; λύκον ἐρχόμενον καὶ ; ἀφίησιν τὰ ; πρόβατα καὶ ; φεύγει, καὶ ; ἁρπάζει ὁ ; λύκος τὰ ; πρόβατα αὐτὰ ; καὶ ; σκορπίζει.
وَالأَجِيرُ يَهْرُبُ لأَنَّهُ أَجِيرٌ، وَلاَ يُبَالِي بِالْخِرَافِ.
ὁ ; δὲ ; μισθωτὸς φεύγει ὅτι ; ἐστιν μισθωτός καὶ ; οὐ ; αὐτῷ μέλει περὶ ; τῶν ; προβάτων.¶
أَمَّا أَنَا فَإِنِّي الرَّاعِي الصَّالِحُ، وَأَعْرِفُ خَاصَّتِي وَخَاصَّتِي تَعْرِفُنِي،
Ἐγώ εἰμι ὁ ; ποιμὴν ὁ ; καλὸς καὶ ; γινώσκω τὰ ; ἐμά, καὶ ; τῶν; ἐμῶν γινώσκομαι; ὑπὸ
وَلِي خِرَافٌ أُخَرُ لَيْسَتْ مِنْ هذِهِ الْحَظِيرَةِ، يَنْبَغِي أَنْ آتِيَ بِتِلْكَ أَيْضًا فَتَسْمَعُ صَوْتِي، وَتَكُونُ رَعِيَّةٌ وَاحِدَةٌ وَرَاعٍ وَاحِدٌ.
καὶ ; ἔχω, πρόβατα ἄλλα ἃ ; οὐκ ; ἔστιν ἐκ ταύτης, τῆς ; αὐλῆς δεῖ με ; ἀγαγεῖν, κἀκεῖνα καὶ ; ἀκούσουσιν, τῆς ; φωνῆς ; μου καὶ ; γενήσεται ποίμνη, μία ποιμήν. εἷς
آخَرُونَ قَالُوا: لَيْسَ هذَا كَلاَمَ مَنْ بِهِ شَيْطَانٌ. أَلَعَلَّ شَيْطَانًا يَقْدِرُ أَنْ يَفْتَحَ أَعْيُنَ الْعُمْيَانِ..
ἄλλοι ἔλεγον· οὐκ ; ἔστιν ταῦτα τὰ ; ῥήματα δαιμονιζομένου· μὴ δαιμόνιον δύναται ἀνοίγειν ὀφθαλμοὺς τυφλῶν
وَكَانَ عِيدُ التَّجْدِيدِ فِي أُورُشَلِيمَ، وَكَانَ شِتَاءٌ.
Ἐγένετο ; δὲ τὰ ; ἐγκαίνια ἐν τοῖς ; Ἱεροσολύμοις· καὶ ; ἦν, χειμὼν
فَاحْتَاطَ بِهِ الْيَهُودُ وَقَالُوا لَهُ: إِلَى مَتَى تُعَلِّقُ أَنْفُسَنَا. إِنْ كُنْتَ أَنْتَ الْمَسِيحَ فَقُلْ لَنَا جَهْرًا.
ἐκύκλωσαν ; οὖν αὐτὸν οἱ ; Ἰουδαῖοι καὶ ; ἔλεγον αὐτῷ· ἕως πότε αἴρεις; ψυχὴν ; ἡμῶν εἰ εἶ σὺ ὁ ; χριστός, εἰπὲ ἡμῖν παρρησίᾳ.¶
وَلكِنَّكُمْ لَسْتُمْ تُؤْمِنُونَ لأَنَّكُمْ لَسْتُمْ مِنْ خِرَافِي، كَمَا قُلْتُ لَكُمْ.
ἀλλ᾽ ; ὑμεῖς οὐ πιστεύετε, γάρ; ἐστὲ οὐκ ἐκ τῶν ; προβάτων ; τῶν ; ἐμῶν καθὼς εἶπον ὑμῖν.
أَبِي الَّذِي أَعْطَانِي إِيَّاهَا هُوَ أَعْظَمُ مِنَ الْكُلِّ، وَلاَ يَقْدِرُ أَحَدٌ أَنْ يَخْطَفَ مِنْ يَدِ أَبِي.
ὁ ; πατήρ ; μου ὃς δέδωκέν ; μοι ἐστιν, μείζων πάντων καὶ δύναται οὐδεὶς ἁρπάζειν ἐκ τῆς ; χειρὸς τοῦ ; πατρός ; μου.
أَنَا وَالآبُ وَاحِدٌ.
ἐγὼ καὶ ; ὁ ; πατὴρ ἕν ; ἐσμεν.¶
أَجَابَهُ الْيَهُودُ قَائِلِينَ: لَسْنَا نَرْجُمُكَ لأَجْلِ عَمَل حَسَنٍ، بَلْ لأَجْلِ تَجْدِيفٍ، فَإِنَّكَ وَأَنْتَ إِنْسَانٌ تَجْعَلُ نَفْسَكَ إِلهًا
ἀπεκρίθησαν ; αὐτῷ οἱ ; Ἰουδαῖοι λέγοντες· οὐ λιθάζομέν ; σε περὶ ἔργου καλοῦ ἀλλὰ περὶ βλασφημίας, καὶ ; ὅτι ; σὺ ἄνθρωπος ; ὢν ποιεῖς σεαυτὸν θεόν.¶
أَجَابَهُمْ يَسُوعُ: أَلَيْسَ مَكْتُوبًا فِي نَامُوسِكُمْ: أَنَا قُلْتُ إِنَّكُمْ آلِهَةٌ.
Ἀπεκρίθη ; αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· οὐκ ἔστιν ; γεγραμμένον ἐν τῷ ; νόμῳ ; ὑμῶν ἐγὼ εἶπα· ἐστε; θεοί
فَالَّذِي قَدَّسَهُ الآبُ وَأَرْسَلَهُ إِلَى الْعَالَمِ، أَتَقُولُونَ إِنَّكَ تُجَدِّفُ، لأَنِّي قُلْتُ: إِنِّي ابْنُ اللهِ.
ὃν ἡγίασεν ὁ ; πατὴρ καὶ ; ἀπέστειλεν εἰς τὸν ; κόσμον, ὑμεῖς ; λέγετε ὅτι βλασφημεῖς, ὅτι εἶπον· εἰμι; υἱὸς τοῦ ; θεοῦ
وَمَضَى أَيْضًا إِلَى عَبْرِ الأُرْدُنِّ إِلَى الْمَكَانِ الَّذِي كَانَ يُوحَنَّا يُعَمِّدُ فِيهِ أَوَّلاً وَمَكَثَ هُنَاكَ.
καὶ ; ἀπῆλθεν πάλιν πέραν τοῦ ; Ἰορδάνου εἰς τὸν ; τόπον ὅπου ἦν Ἰωάννης τὸ ; βαπτίζων, πρῶτον καὶ ; ἔμεινεν ἐκεῖ.
فَأَتَى إِلَيْهِ كَثِيرُونَ وَقَالُوا: إِنَّ يُوحَنَّا لَمْ يَفْعَلْ آيَةً وَلكِنْ كُلُّ مَا قَالَهُ يُوحَنَّا عَنْ هذَا كَانَ حَقًّا.
καὶ ; ἦλθον πρὸς ; αὐτὸν πολλοὶ καὶ ; ἔλεγον ὅτι ; μὲν Ἰωάννης οὐδέν, ἐποίησεν σημεῖον δὲ πάντα ὅσα εἶπεν Ἰωάννης περὶ τούτου ἦν. ἀληθῆ
فَلَمَّا سَمِعَ يَسُوعُ، قَالَ: هذَا الْمَرَضُ لَيْسَ لِلْمَوْتِ، بَلْ لأَجْلِ مَجْدِ اللهِ، لِيَتَمَجَّدَ ابْنُ اللهِ بِهِ.
δὲ Ἀκούσας ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν· αὕτη ἡ ; ἀσθένεια οὐκ ; ἔστιν πρὸς ; θάνατον ἀλλ᾽ ὑπὲρ τῆς ; δόξης τοῦ ; θεοῦ ἵνα ; δοξασθῇ ὁ ; υἱὸς τοῦ ; θεοῦ δι᾽ ; αὐτῆς.¶
فَلَمَّا سَمِعَ أَنَّهُ مَرِيضٌ مَكَثَ حِينَئِذٍ فِي الْمَوْضِعِ الَّذِي كَانَ فِيهِ يَوْمَيْنِ.
ὡς ; οὖν ἤκουσεν ὅτι ἀσθενεῖ, ἔμεινεν τότε ἐν τόπῳ ᾧ ἦν δύο ; ἡμέρας.
أَجَابَ يَسُوعُ: أَلَيْسَتْ سَاعَاتُ النَّهَارِ اثْنَتَيْ عَشْرَةَ. إِنْ كَانَ أَحَدٌ يَمْشِي فِي النَّهَارِ لاَ يَعْثُرُ لأَنَّهُ يَنْظُرُ نُورَ هذَا الْعَالَمِ،
Ἀπεκρίθη ὁ ; Ἰησοῦς· οὐχὶ ; εἰσιν ὧραί τῆς ; ἡμέρας; δώδεκα ἐάν τις περιπατῇ ἐν τῇ ; ἡμέρᾳ, οὐ προσκόπτει, ὅτι βλέπει. τὸ ; φῶς τούτου τοῦ ; κόσμου
وَلكِنْ إِنْ كَانَ أَحَدٌ يَمْشِي فِي اللَّيْلِ يَعْثُرُ، لأَنَّ النُّورَ لَيْسَ فِيهِ.
δέ ἐὰν τις περιπατῇ ἐν τῇ ; νυκτί, προσκόπτει, ὅτι τὸ ; φῶς οὐκ ; ἔστιν ἐν ; αὐτῷ.