ك
إصحاح
G1509
G1510. eimí
G1511
المعنى المختصر للكلمة
eimí: I exist (used only when emphatic)
اللفظ الأصلي εἰμί
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق eimí (i-mee)
تكرار الورود في الكتاب 2055 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

I exist (used only when emphatic)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
am have been X it is I was

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἐστιν (216×) ἦν (160×) ἔσται (89×) ἐστὶν (53×) ἦσαν (45×) καὶ ; ἦν (43×) οὐκ ; ἔστιν (37×) εἰσιν (35×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (2055 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
أَجَابَ يَسُوعُ: إِنْ كُنْتُ أُمَجِّدُ نَفْسِي فَلَيْسَ مَجْدِي شَيْئًا. أَبِي هُوَ الَّذِي يُمَجِّدُنِي، الَّذِي تَقُولُونَ أَنْتُمْ إِنَّهُ إِلهُكُمْ،
Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· ἐὰν ἐγὼ ; δοξάζω ἐμαυτόν, οὐδέν ἡ ; δόξα ; μου ἐστιν· ὁ ; πατήρ ; μου ἔστιν ὁ δοξάζων ; με ὃν λέγετε ὑμεῖς ὅτι ; ἐστιν, θεὸς ; ὑμῶν
وَلَسْتُمْ تَعْرِفُونَهُ. وَأَمَّا أَنَا فَأَعْرِفُهُ. وَإِنْ قُلْتُ إِنِّي لَسْتُ أَعْرِفُهُ أَكُونُ مِثْلَكُمْ كَاذِبًا، لكِنِّي أَعْرِفُهُ وَأَحْفَظُ قَوْلَهُ.
καὶ ; οὐκ ἐγνώκατε ; αὐτόν, δὲ ἐγὼ οἶδα ; αὐτόν. κἂν εἴπω ὅτι οὐκ οἶδα ; αὐτόν, ἔσομαι ὅμοιος ; ὑμῶν ψεύστης· ἀλλ᾽ οἶδα ; αὐτὸν καὶ ; τηρῶ.¶ τὸν ; λόγον ; αὐτοῦ
قَالَ لَهُمْ يَسُوعُ: الْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: قَبْلَ أَنْ يَكُونَ إِبْرَاهِيمُ أَنَا كَائِنٌ.
Εἶπεν αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν· πρὶν γενέσθαι Ἀβραὰμ ἐγὼ εἰμί.
يَنْبَغِي أَنْ أَعْمَلَ أَعْمَالَ الَّذِي أَرْسَلَنِي مَا دَامَ نَهَارٌ. يَأْتِي لَيْلٌ حِينَ يَسْتَطِيعُ أَحَدٌ أَنْ يَعْمَلَ.
δεῖ Ἐμὲ; ἐργάζεσθαι τὰ ; ἔργα τοῦ πέμψαντός ; με ἕως ; ἐστίν· ἡμέρα ἔρχεται νύξ, ὅτε δύναται οὐδεὶς ἐργάζεσθαι.
مَا دُمْتُ فِي الْعَالَمِ فَأَنَا نُورُ الْعَالَمِ.
ὅταν ἐν ; ὦ, τῷ ; κόσμῳ εἰμι φῶς τοῦ ; κόσμου.
مَا دُمْتُ فِي الْعَالَمِ فَأَنَا نُورُ الْعَالَمِ.
ὅταν ἐν ; ὦ, τῷ ; κόσμῳ εἰμι φῶς τοῦ ; κόσμου.
فَالْجِيرَانُ وَالَّذِينَ كَانُوا يَرَوْنَهُ قَبْلاً أَنَّهُ كَانَ أَعْمَى، قَالُوا: أَلَيْسَ هذَا هُوَ الَّذِي كَانَ يَجْلِسُ وَيَسْتَعْطِي.
Οἱ ; οὖν ; γείτονες καὶ ; οἱ θεωροῦντες ; αὐτὸν τὸ ; πρότερον ὅτι ἦν, τυφλὸς ἔλεγον· οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ καθήμενος καὶ ; προσαιτῶν;
فَالْجِيرَانُ وَالَّذِينَ كَانُوا يَرَوْنَهُ قَبْلاً أَنَّهُ كَانَ أَعْمَى، قَالُوا: أَلَيْسَ هذَا هُوَ الَّذِي كَانَ يَجْلِسُ وَيَسْتَعْطِي.
Οἱ ; οὖν ; γείτονες καὶ ; οἱ θεωροῦντες ; αὐτὸν τὸ ; πρότερον ὅτι ἦν, τυφλὸς ἔλεγον· οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ καθήμενος καὶ ; προσαιτῶν;
آخَرُونَ قَالُوا: هذَا هُوَ. وَآخَرُونَ: إِنَّهُ يُشْبِهُهُ. وَأَمَّا هُوَ فَقَالَ: إِنِّي أَنَا هُوَ.
ἄλλοι ἔλεγον ὅτι ; οὗτός ἐστιν, ἄλλοι ὅτι ; ἐστιν. ὅμοιος ; αὐτῷ ἐκεῖνος ἔλεγεν ὅτι ; ἐγώ εἰμι.
آخَرُونَ قَالُوا: هذَا هُوَ. وَآخَرُونَ: إِنَّهُ يُشْبِهُهُ. وَأَمَّا هُوَ فَقَالَ: إِنِّي أَنَا هُوَ.
ἄλλοι ἔλεγον ὅτι ; οὗτός ἐστιν, ἄλλοι ὅτι ; ἐστιν. ὅμοιος ; αὐτῷ ἐκεῖνος ἔλεγεν ὅτι ; ἐγώ εἰμι.
آخَرُونَ قَالُوا: هذَا هُوَ. وَآخَرُونَ: إِنَّهُ يُشْبِهُهُ. وَأَمَّا هُوَ فَقَالَ: إِنِّي أَنَا هُوَ.
ἄλλοι ἔλεγον ὅτι ; οὗτός ἐστιν, ἄλλοι ὅτι ; ἐστιν. ὅμοιος ; αὐτῷ ἐκεῖνος ἔλεγεν ὅτι ; ἐγώ εἰμι.
فَقَالُوا لَهُ: أَيْنَ ذَاكَ. قَالَ: لاَ أَعْلَمُ.
οὖν; εἶπαν αὐτῷ· ποῦ ; ἐστιν ἐκεῖνος; λέγει· οὐκ οἶδα.
وَكَانَ سَبْتٌ حِينَ صَنَعَ يَسُوعُ الطِّينَ وَفَتَحَ عَيْنَيْهِ.
δὲ ; ἦν σάββατον ὅτε ἐποίησεν ὁ ; Ἰησοῦς τὸν ; πηλὸν καὶ ; ἀνέῳξεν αὐτοῦ ; τοὺς ; ὀφθαλμούς.
فَقَالَ قَوْمٌ مِنَ الْفَرِّيسِيِّينَ: هذَا الإِنْسَانُ لَيْسَ مِنَ اللهِ، لأَنَّهُ لاَ يَحْفَظُ السَّبْتَ. آخَرُونَ قَالُوا: كَيْفَ يَقْدِرُ إِنْسَانٌ خَاطِئٌ أَنْ يَعْمَلَ مِثْلَ هذِهِ الآيَاتِ. وَكَانَ بَيْنَهُمُ انْشِقَاقٌ.
ἔλεγον ; οὖν τινές· ἐκ τῶν ; Φαρισαίων οὗτος ὁ ; ἄνθρωπος, οὐκ ; ἔστιν παρὰ τοῦ ; θεοῦ ὅτι οὐ τηρεῖ. τὸ ; σάββατον ἄλλοι ἔλεγον· πῶς δύναται ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς ποιεῖν; τοιαῦτα σημεῖα καὶ ; ἦν ἐν ; αὐτοῖς. σχίσμα
فَقَالَ قَوْمٌ مِنَ الْفَرِّيسِيِّينَ: هذَا الإِنْسَانُ لَيْسَ مِنَ اللهِ، لأَنَّهُ لاَ يَحْفَظُ السَّبْتَ. آخَرُونَ قَالُوا: كَيْفَ يَقْدِرُ إِنْسَانٌ خَاطِئٌ أَنْ يَعْمَلَ مِثْلَ هذِهِ الآيَاتِ. وَكَانَ بَيْنَهُمُ انْشِقَاقٌ.
ἔλεγον ; οὖν τινές· ἐκ τῶν ; Φαρισαίων οὗτος ὁ ; ἄνθρωπος, οὐκ ; ἔστιν παρὰ τοῦ ; θεοῦ ὅτι οὐ τηρεῖ. τὸ ; σάββατον ἄλλοι ἔλεγον· πῶς δύναται ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς ποιεῖν; τοιαῦτα σημεῖα καὶ ; ἦν ἐν ; αὐτοῖς. σχίσμα
قَالُوا أَيْضًا لِلأَعْمَى: مَاذَا تَقُولُ أَنْتَ عَنْهُ مِنْ حَيْثُ إِنَّهُ فَتَحَ عَيْنَيْكَ. فَقَالَ: إِنَّهُ نَبِيٌّ..
λέγουσιν πάλιν· τῷ ; τυφλῷ τί λέγεις σὺ περὶ ; αὐτοῦ ὅτι ἠνέῳξέν σου ; τοὺς ; ὀφθαλμούς; ὁ ; δὲ ; εἶπεν ὅτι ; ἐστίν. προφήτης
فَلَمْ يُصَدِّقِ الْيَهُودُ عَنْهُ أَنَّهُ كَانَ أَعْمَى فَأَبْصَرَ حَتَّى دَعَوْا أَبَوَيِ الَّذِي أَبْصَرَ.
οὐκ ἐπίστευσαν οἱ ; Ἰουδαῖοι περὶ ; αὐτοῦ ὅτι ἦν τυφλὸς καὶ ; ἀνέβλεψεν ἕως ; ὅτου ἐφώνησαν τοὺς ; γονεῖς ; αὐτοῦ τοῦ ἀναβλέψαντος,
فَسَأَلُوهُمَا قَائِلِينَ: أَهذَا ابْنُكُمَا الَّذِي تَقُولاَنِ إِنَّهُ وُلِدَ أَعْمَى. فَكَيْفَ يُبْصِرُ الآنَ.
καὶ ; ἠρώτησαν ; αὐτοὺς λέγοντες· οὗτός ; ἐστιν ὁ ; υἱὸς ; ὑμῶν ὃν ὑμεῖς ; λέγετε ὅτι ἐγεννήθη; τυφλὸς πῶς ; οὖν βλέπει ἄρτι;¶
فَدَعَوْا ثَانِيَةً الإِنْسَانَ الَّذِي كَانَ أَعْمَى، وَقَالُوا لَهُ: أَعْطِ مَجْدًا ِللهِ. نَحْنُ نَعْلَمُ أَنَّ هذَا الإِنْسَانَ خَاطِئٌ.
Ἐφώνησαν ; οὖν ; ἐκ δευτέρου, τὸν ; ἄνθρωπον ὃς ἦν τυφλὸς καὶ ; εἶπαν αὐτῷ· δὸς δόξαν τῷ ; θεῷ· ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι οὗτος ὁ ; ἄνθρωπος ἁμαρτωλός ; ἐστιν.¶
فَدَعَوْا ثَانِيَةً الإِنْسَانَ الَّذِي كَانَ أَعْمَى، وَقَالُوا لَهُ: أَعْطِ مَجْدًا ِللهِ. نَحْنُ نَعْلَمُ أَنَّ هذَا الإِنْسَانَ خَاطِئٌ.
Ἐφώνησαν ; οὖν ; ἐκ δευτέρου, τὸν ; ἄνθρωπον ὃς ἦν τυφλὸς καὶ ; εἶπαν αὐτῷ· δὸς δόξαν τῷ ; θεῷ· ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι οὗτος ὁ ; ἄνθρωπος ἁμαρτωλός ; ἐστιν.¶
فَأَجَابَ ذَاكَ وَقَالَ: أَخَاطِئٌ هُوَ. لَسْتُ أَعْلَمُ. إِنَّمَا أَعْلَمُ شَيْئًا وَاحِدًا: أَنِّي كُنْتُ أَعْمَى وَالآنَ أُبْصِرُ.
Ἀπεκρίθη ; οὖν ἐκεῖνος καὶ ; εἶπεν· εἰ ; ἁμαρτωλός ἐστιν οὐκ οἶδα· οἶδα ἓν ὅτι ὢν τυφλὸς ἄρτι βλέπω.
فَأَجَابَ ذَاكَ وَقَالَ: أَخَاطِئٌ هُوَ. لَسْتُ أَعْلَمُ. إِنَّمَا أَعْلَمُ شَيْئًا وَاحِدًا: أَنِّي كُنْتُ أَعْمَى وَالآنَ أُبْصِرُ.
Ἀπεκρίθη ; οὖν ἐκεῖνος καὶ ; εἶπεν· εἰ ; ἁμαρτωλός ἐστιν οὐκ οἶδα· οἶδα ἓν ὅτι ὢν τυφλὸς ἄρτι βλέπω.
فَشَتَمُوهُ وَقَالُوا: أَنْتَ تِلْمِيذُ ذَاكَ، وَأَمَّا نَحْنُ فَإِنَّنَا تَلاَمِيذُ مُوسَى.
ἐλοιδόρησαν ; οὖν ; αὐτὸν καὶ ; εἶπον· σὺ ; εἶ μαθητὴς ἐκείνου, δὲ ἡμεῖς ἐσμὲν μαθηταί. τοῦ ; Μωϋσέως
فَشَتَمُوهُ وَقَالُوا: أَنْتَ تِلْمِيذُ ذَاكَ، وَأَمَّا نَحْنُ فَإِنَّنَا تَلاَمِيذُ مُوسَى.
ἐλοιδόρησαν ; οὖν ; αὐτὸν καὶ ; εἶπον· σὺ ; εἶ μαθητὴς ἐκείνου, δὲ ἡμεῖς ἐσμὲν μαθηταί. τοῦ ; Μωϋσέως
نَحْنُ نَعْلَمُ أَنَّ مُوسَى كَلَّمَهُ اللهُ، وَأَمَّا هذَا فَمَا نَعْلَمُ مِنْ أَيْنَ هُوَ.
ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι Μωϋσεῖ λελάληκεν ὁ ; θεός, δὲ τοῦτον οὐκ οἴδαμεν πόθεν ἐστίν.
أَجَابَ الرَّجُلُ وَقَالَ لَهُمْ: إِنَّ فِي هذَا عَجَبًا. إِنَّكُمْ لَسْتُمْ تَعْلَمُونَ مِنْ أَيْنَ هُوَ، وَقَدْ فَتَحَ عَيْنَيَّ.
ἀπεκρίθη ὁ ; ἄνθρωπος καὶ ; εἶπεν αὐτοῖς· ἐν τούτῳ θαυμαστόν ; ἐστιν ὅτι ; ὑμεῖς οὐκ οἴδατε πόθεν ἐστίν, καὶ ἀνέῳξεν μου ; τοὺς ; ὀφθαλμούς.
أَجَابَ الرَّجُلُ وَقَالَ لَهُمْ: إِنَّ فِي هذَا عَجَبًا. إِنَّكُمْ لَسْتُمْ تَعْلَمُونَ مِنْ أَيْنَ هُوَ، وَقَدْ فَتَحَ عَيْنَيَّ.
ἀπεκρίθη ὁ ; ἄνθρωπος καὶ ; εἶπεν αὐτοῖς· ἐν τούτῳ θαυμαστόν ; ἐστιν ὅτι ; ὑμεῖς οὐκ οἴδατε πόθεν ἐστίν, καὶ ἀνέῳξεν μου ; τοὺς ; ὀφθαλμούς.
وَنَعْلَمُ أَنَّ اللهَ لاَ يَسْمَعُ لِلْخُطَاةِ. وَلكِنْ إِنْ كَانَ أَحَدٌ يَتَّقِي اللهَ وَيَفْعَلُ مَشِيئَتَهُ، فَلِهذَا يَسْمَعُ.
οἴδαμεν ; δὲ ὅτι ὁ ; θεὸς οὐκ ἀκούει, ἁμαρτωλῶν ἀλλ᾽ ἐάν τις θεοσεβὴς καὶ ; ποιῇ, τὸ ; θέλημα ; αὐτοῦ τούτου ἀκούει.
لَوْ لَمْ يَكُنْ هذَا مِنَ اللهِ لَمْ يَقْدِرْ أَنْ يَفْعَلَ شَيْئًا.
εἰ μὴ ἦν οὗτος παρὰ θεοῦ, οὐκ ἠδύνατο ποιεῖν οὐδέν.¶
أَجَابَ ذَاكَ وَقَالَ: مَنْ هُوَ يَا سَيِّدُ لأُومِنَ بِهِ.
ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ ; εἶπεν· τίς ἐστιν, κύριε, ἵνα ; πιστεύσω εἰς ; αὐτόν;