ك
إصحاح
G905
G906. bállō
G907
المعنى المختصر للكلمة
bállō: to throw (in various applications, more or less violent or intense)
اللفظ الأصلي βάλλω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق bállō (bal-lo)
تكرار الورود في الكتاب 109 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

to throw (in various applications, more or less violent or intense)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
arise cast (out) X dung lay lie pour put (up) send strike throw (down) thrust

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

καὶ ; ἔβαλεν (7×) ἐβλήθη (6×) βάλλει (6×) βαλεῖν (6×) καὶ ; βάλε (5×) βληθῆναι (5×) ἔβαλον (4×) ἔβαλεν (4×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (109 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَالآنَ قَدْ وُضِعَتِ الْفَأْسُ عَلَى أَصْلِ الشَّجَرِ، فَكُلُّ شَجَرَةٍ لاَ تَصْنَعُ ثَمَرًا جَيِّدًا تُقْطَعُ وَتُلْقَى فِي النَّارِ.
δὲ ; καὶ Ἤδη κεῖται. ἡ ; ἀξίνη πρὸς τὴν ; ῥίζαν τῶν ; δένδρων πᾶν ; οὖν δένδρον μὴ ποιοῦν καρπὸν καλὸν ἐκκόπτεται καὶ ; βάλλεται. εἰς πῦρ
وَقَالَ لَهُ: إِنْ كُنْتَ ابْنَ اللهِ فَاطْرَحْ نَفْسَكَ إِلَى أَسْفَلُ، لأَنَّهُ مَكْتُوبٌ: أَنَّهُ يُوصِي مَلاَئِكَتَهُ بِكَ، فَعَلَى أيَادِيهِمْ يَحْمِلُونَكَ لِكَيْ لاَ تَصْدِمَ بِحَجَرٍ رِجْلَكَ.
καὶ ; λέγει αὐτῷ· εἰ εἶ υἱὸς τοῦ ; θεοῦ, βάλε σεαυτὸν κάτω· γὰρ γέγραπται ὅτι ἐντελεῖται τοῖς ; ἀγγέλοις ; αὐτοῦ περὶ ; σοῦ, καὶ ; ἐπὶ χειρῶν ἀροῦσίν ; σε μήποτε προσκόψῃς πρὸς ; λίθον τὸν ; πόδα ; σου.
وَإِذْ كَانَ يَسُوعُ مَاشِيًا عِنْدَ بَحْرِ الْجَلِيلِ أَبْصَرَ أَخَوَيْنِ: سِمْعَانَ الَّذِي يُقَالُ لَهُ بُطْرُسُ، وَأَنْدَرَاوُسَ أَخَاهُ يُلْقِيَانِ شَبَكَةً فِي الْبَحْرِ، فَإِنَّهُمَا كَانَا صَيَّادَيْنِ.
δὲ ὁ ; Ἰησοῦς Περιπατῶν παρὰ τὴν ; θάλασσαν τῆς ; Γαλιλαίας εἶδεν δύο ; ἀδελφούς, Σίμωνα τὸν ; λεγόμενον Πέτρον καὶ ; Ἀνδρέαν τὸν ; ἀδελφὸν ; αὐτοῦ βάλλοντας ἀμφίβληστρον εἰς τὴν ; θάλασσαν· ἦσαν ; γὰρ ἁλιεῖς.
أَنْتُمْ مِلْحُ الأَرْضِ، وَلكِنْ إِنْ فَسَدَ الْمِلْحُ فَبِمَاذَا يُمَلَّحُ. لاَ يَصْلُحُ بَعْدُ لِشَيْءٍ، إِلاَّ لأَنْ يُطْرَحَ خَارِجًا وَيُدَاسَ مِنَ النَّاسِ.
Ὑμεῖς ; ἐστε τὸ ; ἅλας τῆς ; γῆς· δὲ ἐὰν μωρανθῇ, τὸ ; ἅλας ἐν ; τίνι ἁλισθήσεται; οὐδὲν ἰσχύει ἔτι εἰς εἰ μὴ βληθῆναι ἔξω καὶ ; καταπατεῖσθαι ὑπὸ τῶν ; ἀνθρώπων.¶
كُنْ مُرَاضِيًا لِخَصْمِكَ سَرِيعًا مَا دُمْتَ مَعَهُ فِي الطَّرِيقِ، لِئَلاَّ يُسَلِّمَكَ الْخَصْمُ إِلَى الْقَاضِي، وَيُسَلِّمَكَ الْقَاضِي إِلَى الشُّرَطِيِّ، فَتُلْقَى فِي السِّجْنِ.
Ἴσθι εὐνοῶν τῷ ; ἀντιδίκῳ ; σου ταχὺ ἕως ; ὅτου ; εἶ μετ᾽ ; αὐτοῦ ἐν τῇ ; ὁδῷ, μήποτέ σε ; παραδῷ ὁ ; ἀντίδικος τῷ κριτῇ, καὶ ; σε ; παραδῷ ὁ ; κριτὴς τῷ ὑπηρέτῃ, βληθήσῃ. εἰς φυλακὴν
فَإِنْ كَانَتْ عَيْنُكَ الْيُمْنَى تُعْثِرُكَ فَاقْلَعْهَا وَأَلْقِهَا عَنْكَ، لأَنَّهُ خَيْرٌ لَكَ أَنْ يَهْلِكَ أَحَدُ أَعْضَائِكَ وَلاَ يُلْقَى جَسَدُكَ كُلُّهُ فِي جَهَنَّمَ.
εἰ ; δὲ ὁ ; ὀφθαλμός ; σου ὁ ; δεξιὸς σκανδαλίζει ; σε, ἔξελε ; αὐτὸν καὶ ; βάλε ἀπὸ ; σοῦ· γάρ συμφέρει σοι ἵνα ἀπόληται ἓν τῶν ; μελῶν ; σου καὶ ; μὴ βληθῇ τὸ ; σῶμά ; σου ὅλον εἰς γέενναν.¶
فَإِنْ كَانَتْ عَيْنُكَ الْيُمْنَى تُعْثِرُكَ فَاقْلَعْهَا وَأَلْقِهَا عَنْكَ، لأَنَّهُ خَيْرٌ لَكَ أَنْ يَهْلِكَ أَحَدُ أَعْضَائِكَ وَلاَ يُلْقَى جَسَدُكَ كُلُّهُ فِي جَهَنَّمَ.
εἰ ; δὲ ὁ ; ὀφθαλμός ; σου ὁ ; δεξιὸς σκανδαλίζει ; σε, ἔξελε ; αὐτὸν καὶ ; βάλε ἀπὸ ; σοῦ· γάρ συμφέρει σοι ἵνα ἀπόληται ἓν τῶν ; μελῶν ; σου καὶ ; μὴ βληθῇ τὸ ; σῶμά ; σου ὅλον εἰς γέενναν.¶
وَإِنْ كَانَتْ يَدُكَ الْيُمْنَى تُعْثِرُكَ فَاقْطَعْهَا وَأَلْقِهَا عَنْكَ، لأَنَّهُ خَيْرٌ لَكَ أَنْ يَهْلِكَ أَحَدُ أَعْضَائِكَ وَلاَ يُلْقَى جَسَدُكَ كُلُّهُ فِي جَهَنَّمَ.
Καὶ ; εἰ ἡ ; σου ; χεὶρ δεξιά σκανδαλίζει ; σε, ἔκκοψον ; αὐτὴν καὶ ; βάλε ἀπὸ ; σοῦ· γάρ συμφέρει σοι ἵνα ἀπόληται ἓν τῶν ; μελῶν ; σου καὶ ; μὴ βληθῇ τὸ ; σῶμά ; σου ὅλον εἰς γέενναν
وَإِنْ كَانَتْ يَدُكَ الْيُمْنَى تُعْثِرُكَ فَاقْطَعْهَا وَأَلْقِهَا عَنْكَ، لأَنَّهُ خَيْرٌ لَكَ أَنْ يَهْلِكَ أَحَدُ أَعْضَائِكَ وَلاَ يُلْقَى جَسَدُكَ كُلُّهُ فِي جَهَنَّمَ.
Καὶ ; εἰ ἡ ; σου ; χεὶρ δεξιά σκανδαλίζει ; σε, ἔκκοψον ; αὐτὴν καὶ ; βάλε ἀπὸ ; σοῦ· γάρ συμφέρει σοι ἵνα ἀπόληται ἓν τῶν ; μελῶν ; σου καὶ ; μὴ βληθῇ τὸ ; σῶμά ; σου ὅλον εἰς γέενναν
فَإِنْ كَانَ عُشْبُ الْحَقْلِ الَّذِي يُوجَدُ الْيَوْمَ وَيُطْرَحُ غَدًا فِي التَّنُّورِ، يُلْبِسُهُ اللهُ هكَذَا، أَفَلَيْسَ بِالْحَرِيِّ جِدًّا يُلْبِسُكُمْ أَنْتُمْ يَا قَلِيلِي الإِيمَانِ.
εἰ ; δὲ τὸν ; χόρτον τοῦ ; ἀγροῦ, ὄντα σήμερον καὶ ; βαλλόμενον, αὔριον εἰς κλίβανον ἀμφιέννυσιν, ὁ ; θεὸς οὕτως οὐ πολλῷ μᾶλλον ὑμᾶς, ὀλιγόπιστοι;
لاَ تُعْطُوا الْقُدْسَ لِلْكِلاَب، وَلاَ تَطْرَحُوا دُرَرَكُمْ قُدَّامَ الْخَنَازِيرِ، لِئَلاَّ تَدُوسَهَا بِأَرْجُلِهَا وَتَلْتَفِتَ فَتُمَزِّقَكُمْ.
Μὴ δῶτε τὸ ; ἅγιον τοῖς ; κυσὶν μηδὲ βάλητε τοὺς ; μαργαρίτας ; ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ; χοίρων μήποτε καταπατήσωσιν ἐν ; τοῖς ; ποσὶν ; αὐτῶν, καὶ ; στραφέντες ῥήξωσιν ; ὑμᾶς.¶
كُلُّ شَجَرَةٍ لاَ تَصْنَعُ ثَمَرًا جَيِّدًا تُقْطَعُ وَتُلْقَى فِي النَّارِ.
πᾶν δένδρον μὴ ποιοῦν καρπὸν καλὸν ἐκκόπτεται καὶ ; βάλλεται. εἰς πῦρ
وَيَقُولُ: يَا سَيِّدُ، غُلاَمِي مَطْرُوحٌ فِي الْبَيْتِ مَفْلُوجًا مُتَعَذِّبًا جِدًّا.
καὶ ; λέγων· κύριε, ὁ ; παῖς ; μου βέβληται ἐν τῇ ; οἰκίᾳ παραλυτικὸς βασανιζόμενος. δεινῶς
وَلَمَّا جَاءَ يَسُوعُ إِلَى بَيْتِ بُطْرُسَ، رَأَى حَمَاتَهُ مَطْرُوحَةً وَمَحْمُومَةً،
Καὶ ἐλθὼν ὁ ; Ἰησοῦς εἰς οἰκίαν ; τὴν Πέτρου εἶδεν αὐτοῦ ; πενθερὰν ; τὴν βεβλημένην καὶ ; πυρέσσουσαν
وَإِذَا مَفْلُوجٌ يُقَدِّمُونَهُ إِلَيْهِ مَطْرُوحًا عَلَى فِرَاشٍ. فَلَمَّا رَأَى يَسُوعُ إِيمَانَهُمْ قَالَ لِلْمَفْلُوجِ: ثِقْ يَا بُنَيَّ. مَغْفُورَةٌ لَكَ خَطَايَاكَ.
καὶ ; ἰδοὺ παραλυτικὸν προσέφερον αὐτῷ βεβλημένον. ἐπὶ κλίνης καὶ ἰδὼν ὁ ; Ἰησοῦς τὴν ; πίστιν ; αὐτῶν εἶπεν τῷ ; παραλυτικῷ· θάρσει τέκνον, ἀφέωνταί σοί σου ; αἱ ; ἁμαρτίαι.
وَلاَ يَجْعَلُونَ خَمْرًا جَدِيدَةً فِي زِقَاق عَتِيقَةٍ، لِئَلاَّ تَنْشَقَّ الزِّقَاقُ، فَالْخَمْرُ تَنْصَبُّ وَالزِّقَاقُ تَتْلَفُ. بَلْ خَمْرًا جَدِيدَةً فِي زِقَاق جَدِيدَةٍ فَتُحْفَظُ جَمِيعًا.
οὐδὲ βάλλουσιν οἶνον νέον εἰς ἀσκοὺς παλαιούς· εἰ ; δὲ ; μή ῥήγνυνται οἱ ; ἀσκοί, καὶ ; ὁ ; οἶνος ἐκχεῖται καὶ ; οἱ ; ἀσκοὶ ἀπολοῦνται ἀλλὰ οἶνον βάλλουσιν εἰς ἀσκοὺς καινούς, καὶ ; συντηροῦνται.¶ ἀμφότερα
وَلاَ يَجْعَلُونَ خَمْرًا جَدِيدَةً فِي زِقَاق عَتِيقَةٍ، لِئَلاَّ تَنْشَقَّ الزِّقَاقُ، فَالْخَمْرُ تَنْصَبُّ وَالزِّقَاقُ تَتْلَفُ. بَلْ خَمْرًا جَدِيدَةً فِي زِقَاق جَدِيدَةٍ فَتُحْفَظُ جَمِيعًا.
οὐδὲ βάλλουσιν οἶνον νέον εἰς ἀσκοὺς παλαιούς· εἰ ; δὲ ; μή ῥήγνυνται οἱ ; ἀσκοί, καὶ ; ὁ ; οἶνος ἐκχεῖται καὶ ; οἱ ; ἀσκοὶ ἀπολοῦνται ἀλλὰ οἶνον βάλλουσιν εἰς ἀσκοὺς καινούς, καὶ ; συντηροῦνται.¶ ἀμφότερα
متى 10: 34 Mat.10.34
لاَ تَظُنُّوا أَنِّي جِئْتُ لأُلْقِيَ سَلاَمًا عَلَى الأَرْضِ. مَا جِئْتُ لأُلْقِيَ سَلاَمًا بَلْ سَيْفًا.
Μὴ νομίσητε ὅτι ; ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην ἐπὶ τὴν ; γῆν· οὐκ ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην ἀλλὰ μάχαιραν.
متى 10: 34 Mat.10.34
لاَ تَظُنُّوا أَنِّي جِئْتُ لأُلْقِيَ سَلاَمًا عَلَى الأَرْضِ. مَا جِئْتُ لأُلْقِيَ سَلاَمًا بَلْ سَيْفًا.
Μὴ νομίσητε ὅτι ; ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην ἐπὶ τὴν ; γῆν· οὐκ ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην ἀλλὰ μάχαιραν.
متى 13: 47 Mat.13.47
أَيْضًا يُشْبِهُ مَلَكُوتُ السَّمَاوَاتِ شَبَكَةً مَطْرُوحَةً فِي الْبَحْرِ، وَجَامِعَةً مِنْ كُلِّ نَوْعٍ.
Πάλιν ὁμοία ; ἐστὶν ἡ ; βασιλεία τῶν ; οὐρανῶν σαγήνῃ βληθείσῃ εἰς τὴν ; θάλασσαν καὶ ; συναγαγούσῃ, ἐκ παντὸς γένους
متى 13: 48 Mat.13.48
فَلَمَّا امْتَلأَتْ أَصْعَدُوهَا عَلَى الشَّاطِئِ، وَجَلَسُوا وَجَمَعُوا الْجِيَادَ إِلَى أَوْعِيَةٍ، وَأَمَّا الأَرْدِيَاءُ فَطَرَحُوهَا خَارِجًا.
ἣν ; ὅτε ἐπληρώθη ἀναβιβάσαντες ἐπὶ τὸν ; αἰγιαλόν, καὶ ; καθίσαντες συνέλεξαν τὰ ; καλὰ εἰς ἀγγεῖα δὲ τὰ ; σαπρὰ ἔβαλον. ἔξω
متى 15: 26 Mat.15.26
فَأَجَابَ وَقَالَ: لَيْسَ حَسَنًا أَنْ يُؤْخَذَ خُبْزُ الْبَنِينَ وَيُطْرَحَ لِلْكِلاَب.
Ὁ ; δὲ ; ἀποκριθεὶς εἶπεν· οὐκ ; ἔστιν καλὸν λαβεῖν τὸν ; ἄρτον τῶν ; τέκνων καὶ ; βαλεῖν τοῖς ; κυναρίοις.¶
متى 17: 27 Mat.17.27
وَلكِنْ لِئَلاَّ نُعْثِرَهُمُ، اذْهَبْ إِلَى الْبَحْرِ وَأَلْقِ صِنَّارَةً، وَالسَّمَكَةُ الَّتِي تَطْلُعُ أَوَّلاً خُذْهَا، وَمَتَى فَتَحْتَ فَاهَا تَجِدْ إِسْتَارًا، فَخُذْهُ وَأَعْطِهِمْ عَنِّي وَعَنْكَ.
ἵνα ; δὲ μὴ σκανδαλίσωμεν ; αὐτούς, πορευθεὶς εἰς τὴν ; θάλασσαν βάλε ἄγκιστρον καὶ ; τὸν ; ἰχθὺν ἀναβάντα πρῶτον ἆρον· καὶ ; ἀνοίξας τὸ ; στόμα ; αὐτοῦ εὑρήσεις στατῆρα. λαβὼν ; ἐκεῖνον δὸς ; αὐτοῖς ἀντὶ ; ἐμοῦ καὶ ; σοῦ.¶
فَإِنْ أَعْثَرَتْكَ يَدُكَ أَوْ رِجْلُكَ فَاقْطَعْهَا وَأَلْقِهَا عَنْكَ. خَيْرٌ لَكَ أَنْ تَدْخُلَ الْحَيَاةَ أَعْرَجَ أَوْ أَقْطَعَ مِنْ أَنْ تُلْقَى فِي النَّارِ الأَبَدِيَّةِ وَلَكَ يَدَانِ أَوْ رِجْلاَنِ.
εἰ ; δὲ σκανδαλίζει ; σε, ἡ ; χείρ ; σου ἢ ὁ ; πούς ; σου ἔκκοψον ; αὐτὰ καὶ ; βάλε ἀπὸ ; σοῦ· καλόν σοί ἐστιν εἰσελθεῖν τὴν ; ζωὴν χωλὸν ἢ κυλλὸν ἢ βληθῆναι εἰς τὸ ; πῦρ τὸ ; αἰώνιον. ἔχοντα δύο ; χεῖρας ἢ δύο ; πόδας
فَإِنْ أَعْثَرَتْكَ يَدُكَ أَوْ رِجْلُكَ فَاقْطَعْهَا وَأَلْقِهَا عَنْكَ. خَيْرٌ لَكَ أَنْ تَدْخُلَ الْحَيَاةَ أَعْرَجَ أَوْ أَقْطَعَ مِنْ أَنْ تُلْقَى فِي النَّارِ الأَبَدِيَّةِ وَلَكَ يَدَانِ أَوْ رِجْلاَنِ.
εἰ ; δὲ σκανδαλίζει ; σε, ἡ ; χείρ ; σου ἢ ὁ ; πούς ; σου ἔκκοψον ; αὐτὰ καὶ ; βάλε ἀπὸ ; σοῦ· καλόν σοί ἐστιν εἰσελθεῖν τὴν ; ζωὴν χωλὸν ἢ κυλλὸν ἢ βληθῆναι εἰς τὸ ; πῦρ τὸ ; αἰώνιον. ἔχοντα δύο ; χεῖρας ἢ δύο ; πόδας
وَإِنْ أَعْثَرَتْكَ عَيْنُكَ فَاقْلَعْهَا وَأَلْقِهَا عَنْكَ. خَيْرٌ لَكَ أَنْ تَدْخُلَ الْحَيَاةَ أَعْوَرَ مِنْ أَنْ تُلْقَى فِي جَهَنَّمِ النَّارِ وَلَكَ عَيْنَانِ.
καὶ ; εἰ σκανδαλίζει ; σε, ὀφθαλμός ; σου ἔξελε ; αὐτὸν καὶ ; βάλε ἀπὸ ; σοῦ· καλόν σοί εἰσελθεῖν εἰς ; τὴν ; ζωὴν μονόφθαλμον ἢ βληθῆναι εἰς τὴν ; γέενναν τοῦ ; πυρός. ἔχοντα δύο ; ὀφθαλμοὺς
وَإِنْ أَعْثَرَتْكَ عَيْنُكَ فَاقْلَعْهَا وَأَلْقِهَا عَنْكَ. خَيْرٌ لَكَ أَنْ تَدْخُلَ الْحَيَاةَ أَعْوَرَ مِنْ أَنْ تُلْقَى فِي جَهَنَّمِ النَّارِ وَلَكَ عَيْنَانِ.
καὶ ; εἰ σκανδαλίζει ; σε, ὀφθαλμός ; σου ἔξελε ; αὐτὸν καὶ ; βάλε ἀπὸ ; σοῦ· καλόν σοί εἰσελθεῖν εἰς ; τὴν ; ζωὴν μονόφθαλμον ἢ βληθῆναι εἰς τὴν ; γέενναν τοῦ ; πυρός. ἔχοντα δύο ; ὀφθαλμοὺς
متى 21: 21 Mat.21.21
فَأَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهُمْ: اَلْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنْ كَانَ لَكُمْ إِيمَانٌ وَلاَ تَشُكُّونَ، فَلاَ تَفْعَلُونَ أَمْرَ التِّينَةِ فَقَطْ، بَلْ إِنْ قُلْتُمْ لِهذَا الْجَبَلِ: انْتَقِلْ وَانْطَرِحْ فِي الْبَحْرِ فَيَكُونُ.
Ἀποκριθεὶς ; δὲ ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν· ἐὰν ἔχητε πίστιν καὶ ; μὴ διακριθῆτε, οὐ ποιήσετε, τὸ ; τῆς συκῆς μόνον ἀλλὰ κἂν εἴπητε· τῷ ; τούτῳ ὄρει ἄρθητι καὶ ; βλήθητι εἰς τὴν ; θάλασσαν, γενήσεται·
متى 25: 27 Mat.25.27
فَكَانَ يَنْبَغِي أَنْ تَضَعَ فِضَّتِي عِنْدَ الصَّيَارِفَةِ، فَعِنْدَ مَجِيئِي كُنْتُ آخُذُ الَّذِي لِي مَعَ رِبًا.
ἔδει ; σε ; οὖν βαλεῖν τὸ; ἀργύριόν; μου τοῖς τραπεζίταις, καὶ ; ἐλθὼν ; ἐγὼ ἐκομισάμην ; ἂν τὸ ; ἐμὸν σὺν τόκῳ.
متى 26: 12 Mat.26.12
فَإِنَّهَا إِذْ سَكَبَتْ هذَا الطِّيبَ عَلَى جَسَدِي إِنَّمَا فَعَلَتْ ذلِكَ لأَجْلِ تَكْفِينِي.
γὰρ ; αὕτη βαλοῦσα τοῦτο τὸ ; μύρον ἐπὶ τοῦ ; σώματός ; μου ἐποίησεν.¶ πρὸς τὸ ; ἐνταφιάσαι ; με