المعنى المختصر للكلمة
autós:
the reflexive pronoun self, used
(alone or in the comparative ) of the third person , and (with the
proper personal pronoun) of the other persons
اللفظ الأصلي
αὐτός
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
autós
(ow-tos)
تكرار الورود في الكتاب
5246
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
the reflexive pronoun self, used (alone or in the comparative ) of the third person , and (with the proper personal pronoun) of the other persons
الإنجليزية — KJV Translation Tags
her
it(-self)
one
the other
(mine) own
said
(self-)
the) same
((him-, my-, thy-
)self, (your-)selves, she, that, their(-s), them(-selves), there(-at,
- by, -in, -into, -of, -on, -with), they, (these) things, this (man),
those, together, very, which
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
αὐτῷ (284×)
αὐτῷ· (187×)
αὐτοῖς· (187×)
αὐτοῖς (155×)
αὐτὸν (99×)
αὐτὸς (83×)
αὐτοῦ (62×)
πρὸς ; αὐτὸν (54×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (5246 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
أعمال الرسل 11: 3
Act.11.3
قَائِلِينَ: إِنَّكَ دَخَلْتَ إِلَى رِجَال ذَوِي غُلْفَةٍ وَأَكَلْتَ مَعَهُمْ.
λέγοντες ὅτι εἰσῆλθες πρὸς ἄνδρας ἔχοντας ἀκροβυστίαν καὶ ; συνέφαγες αὐτοῖς.
أعمال الرسل 11: 4
Act.11.4
فَابْتَدَأَ بُطْرُسُ يَشْرَحُ لَهُمْ بِالتَّتَابُعِ قَائِلاً:
ἀρξάμενος ; δὲ ὁ ; Πέτρος ἐξετίθετο αὐτοῖς καθεξῆς λέγων·
أعمال الرسل 11: 12
Act.11.12
فَقَالَ لِي الرُّوحُ أَنْ أَذْهَبَ مَعَهُمْ غَيْرَ مُرْتَابٍ فِي شَيْءٍ. وَذَهَبَ مَعِي أَيْضًا هؤُلاَءِ الإِخْوَةُ السِّتَّةُ. فَدَخَلْنَا بَيْتَ الرَّجُلِ،
εἶπεν ; δὲ μοι τὸ ; πνεῦμά συνελθεῖν αὐτοῖς μηδὲν διακρινόμενον ἦλθον ; δὲ σὺν ; ἐμοὶ καὶ οἱ ; οὗτοι, ἀδελφοὶ ἓξ εἰσήλθομεν ; καὶ τὸν ; οἶκον τοῦ ; ἀνδρός.
أعمال الرسل 11: 13
Act.11.13
فَأَخْبَرَنَا كَيْفَ رَأَى الْمَلاَكَ فِي بَيْتِهِ قَائِمًا وَقَائِلاً لَهُ: أَرْسِلْ إِلَى يَافَا رِجَالاً، وَاسْتَدْعِ سِمْعَانَ الْمُلَقَّبَ بُطْرُسَ،
ἀπήγγειλεν ; τε; ἡμῖν πῶς εἶδεν τὸν ; ἄγγελον ἐν τῷ ; οἴκῳ ; αὐτοῦ σταθέντα καὶ ; εἰπόντα αὐτῷ· ἀπόστειλον εἰς Ἰόππην ἄνδρας καὶ ; μετάπεμψαι Σίμωνα τὸν ; ἐπικαλούμενον Πέτρον,
أعمال الرسل 11: 13
Act.11.13
فَأَخْبَرَنَا كَيْفَ رَأَى الْمَلاَكَ فِي بَيْتِهِ قَائِمًا وَقَائِلاً لَهُ: أَرْسِلْ إِلَى يَافَا رِجَالاً، وَاسْتَدْعِ سِمْعَانَ الْمُلَقَّبَ بُطْرُسَ،
ἀπήγγειλεν ; τε; ἡμῖν πῶς εἶδεν τὸν ; ἄγγελον ἐν τῷ ; οἴκῳ ; αὐτοῦ σταθέντα καὶ ; εἰπόντα αὐτῷ· ἀπόστειλον εἰς Ἰόππην ἄνδρας καὶ ; μετάπεμψαι Σίμωνα τὸν ; ἐπικαλούμενον Πέτρον,
أعمال الرسل 11: 15
Act.11.15
فَلَمَّا ابْتَدَأْتُ أَتَكَلَّمُ، حَلَّ الرُّوحُ الْقُدُسُ عَلَيْهِمْ كَمَا عَلَيْنَا أَيْضًا فِي الْبُدَاءَةِ.
ἐν ; δὲ ; τῷ ἄρξασθαί ; με λαλεῖν ἐπέπεσεν τὸ ; πνεῦμα τὸ ; ἅγιον ἐπ᾽ ; αὐτούς, ὥσπερ ἐφ᾽ ; ἡμᾶς καὶ ἐν ἀρχῇ.
أعمال الرسل 11: 17
Act.11.17
فَإِنْ كَانَ اللهُ قَدْ أَعْطَاهُمُ الْمَوْهِبَةَ كَمَا لَنَا أَيْضًا بِالسَّوِيَّةِ مُؤْمِنِينَ بِالرَّبِّ يَسُوعَ الْمَسِيحِ، فَمَنْ أَنَا. أَقَادِرٌ أَنْ أَمْنَعَ اللهَ..
οὖν ; εἰ ὁ ; θεὸς ἔδωκεν ; αὐτοῖς δωρεὰν ὡς ἡμῖν, καὶ τὴν ; ἴσην πιστεύσασιν ἐπὶ ; τὸν ; κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, δὲ ; τίς ἐγὼ ἤμην ; δυνατὸς κωλῦσαι τὸν ; θεόν;¶
أعمال الرسل 11: 20
Act.11.20
وَلكِنْ كَانَ مِنْهُمْ قَوْمٌ، وَهُمْ رِجَالٌ قُبْرُسِيُّونَ وَقَيْرَوَانِيُّونَ، الَّذِينَ لَمَّا دَخَلُوا أَنْطَاكِيَةَ كَانُوا يُخَاطِبُونَ الْيُونَانِيِّينَ مُبَشِّرِينَ بِالرَّبِّ يَسُوعَ.
δέ Ἦσαν ἐξ ; αὐτῶν τινες ἄνδρες Κύπριοι καὶ ; Κυρηναῖοι, οἵτινες εἰσελθόντες εἰς ; Ἀντιόχειαν ἐλάλουν πρὸς ; τοὺς ; Ἑλληνιστὰς εὐαγγελιζόμενοι τὸν ; κύριον Ἰησοῦν.
أعمال الرسل 11: 21
Act.11.21
وَكَانَتْ يَدُ الرَّبِّ مَعَهُمْ، فَآمَنَ عَدَدٌ كَثِيرٌ وَرَجَعُوا إِلَى الرَّبِّ.
καὶ ; ἦν χεὶρ κυρίου μετ᾽ ; αὐτῶν, τε ; πιστεύσας ἀριθμὸς πολύς ἐπέστρεψεν ἐπὶ τὸν ; κύριον·
أعمال الرسل 11: 22
Act.11.22
فَسُمِعَ الْخَبَرُ عَنْهُمْ فِي آذَانِ الْكَنِيسَةِ الَّتِي فِي أُورُشَلِيمَ، فَأَرْسَلُوا بَرْنَابَا لِكَيْ يَجْتَازَ إِلَى أَنْطَاكِيَةَ.
ἠκούσθη ; δὲ ὁ ; λόγος περὶ ; αὐτῶν εἰς τὰ ; ὦτα τῆς ; ἐκκλησίας τῆς ἐν Ἱεροσολύμοις καὶ ; ἐξαπέστειλαν Βαρναβᾶν διελθεῖν ἕως Ἀντιοχείας·
أعمال الرسل 11: 25
Act.11.25
ثُمَّ خَرَجَ بَرْنَابَا إِلَى طَرْسُوسَ لِيَطْلُبَ شَاوُلَ. وَلَمَّا وَجَدَهُ جَاءَ بِهِ إِلَى أَنْطَاكِيَةَ.
δὲ ἐξῆλθεν ὁ ; Βαρνάβας εἰς Ταρσὸν ἀναζητῆσαι Σαῦλον, καὶ εὑρὼν ; αὐτὸν ἤγαγεν αὐτὸν εἰς Ἀντιόχειαν.
أعمال الرسل 11: 25
Act.11.25
ثُمَّ خَرَجَ بَرْنَابَا إِلَى طَرْسُوسَ لِيَطْلُبَ شَاوُلَ. وَلَمَّا وَجَدَهُ جَاءَ بِهِ إِلَى أَنْطَاكِيَةَ.
δὲ ἐξῆλθεν ὁ ; Βαρνάβας εἰς Ταρσὸν ἀναζητῆσαι Σαῦλον, καὶ εὑρὼν ; αὐτὸν ἤγαγεν αὐτὸν εἰς Ἀντιόχειαν.
أعمال الرسل 11: 26
Act.11.26
فَحَدَثَ أَنَّهُمَا اجْتَمَعَا فِي الْكَنِيسَةِ سَنَةً كَامِلَةً وَعَلَّمَا جَمْعًا غَفِيرًا. وَدُعِيَ التَّلاَمِيذُ مَسِيحِيِّينَ فِي أَنْطَاكِيَةَ أَوَّلاً.
ἐγένετο ; δὲ αὐτοὺς συναχθῆναι ἐν τῇ ; ἐκκλησίᾳ ἐνιαυτὸν ὅλον καὶ ; διδάξαι ὄχλον ἱκανόν, χρηματίσαι τοὺς ; μαθητὰς Χριστιανούς.¶ ἐν Ἀντιοχείᾳ πρώτον
أعمال الرسل 11: 28
Act.11.28
وَقَامَ وَاحِدٌ مِنْهُمُ اسْمُهُ أَغَابُوسُ، وَأَشَارَ بِالرُّوحِ أَنَّ جُوعًا عَظِيمًا كَانَ عَتِيدًا أَنْ يَصِيرَ عَلَى جَمِيعِ الْمَسْكُونَةِ، الَّذِي صَارَ أَيْضًا فِي أَيَّامِ كُلُودِيُوسَ قَيْصَرَ.
ἀναστὰς ; δὲ εἷς ἐξ ; αὐτῶν ὀνόματι Ἅγαβος ἐσήμανεν διὰ ; τοῦ ; πνεύματος λιμὸν μέγαν ἔσεσθαι ; μέλλειν ἐφ᾽ ὅλην τὴν ; οἰκουμένην, ὅστις ἐγένετο καὶ ἐπὶ Κλαυδίου Καίσαρος.
أعمال الرسل 11: 29
Act.11.29
فَحَتَمَ التَّلاَمِيذُ حَسْبَمَا تَيَسَّرَ لِكُلّ مِنْهُمْ أَنْ يُرْسِلَ كُلُّ وَاحِدٍ شَيْئًا، خِدْمَةً إِلَى الإِخْوَةِ السَّاكِنِينَ فِي الْيَهُودِيَّةِ.
δὲ ; ὥρισαν τῶν ; μαθητῶν καθὼς εὐπορεῖτό ; τις, αὐτῶν πέμψαι ἕκαστος εἰς ; διακονίαν τοῖς ἀδελφοῖς· κατοικοῦσιν ἐν τῇ ; Ἰουδαίᾳ
أعمال الرسل 12: 4
Act.12.4
وَلَمَّا أَمْسَكَهُ وَضَعَهُ فِي السِّجْنِ، مُسَلِّمًا إِيَّاهُ إِلَى أَرْبَعَةِ أَرَابعَ مِنَ الْعَسْكَرِ لِيَحْرُسُوهُ، نَاوِيًا أَنْ يُقَدِّمَهُ بَعْدَ الْفِصْحِ إِلَى الشَّعْبِ.
ὃν ; καὶ ; πιάσας ἔθετο εἰς φυλακὴν παραδοὺς τέσσαρσιν τετραδίοις στρατιωτῶν φυλάσσειν ; αὐτόν, βουλόμενος ἀναγαγεῖν ; αὐτὸν μετὰ τὸ ; πάσχα τῷ ; λαῷ.¶
أعمال الرسل 12: 4
Act.12.4
وَلَمَّا أَمْسَكَهُ وَضَعَهُ فِي السِّجْنِ، مُسَلِّمًا إِيَّاهُ إِلَى أَرْبَعَةِ أَرَابعَ مِنَ الْعَسْكَرِ لِيَحْرُسُوهُ، نَاوِيًا أَنْ يُقَدِّمَهُ بَعْدَ الْفِصْحِ إِلَى الشَّعْبِ.
ὃν ; καὶ ; πιάσας ἔθετο εἰς φυλακὴν παραδοὺς τέσσαρσιν τετραδίοις στρατιωτῶν φυλάσσειν ; αὐτόν, βουλόμενος ἀναγαγεῖν ; αὐτὸν μετὰ τὸ ; πάσχα τῷ ; λαῷ.¶
أعمال الرسل 12: 5
Act.12.5
فَكَانَ بُطْرُسُ مَحْرُوسًا فِي السِّجْنِ، وَأَمَّا الْكَنِيسَةُ فَكَانَتْ تَصِيرُ مِنْهَا صَلاَةٌ بِلَجَاجَةٍ إِلَى اللهِ مِنْ أَجْلِهِ.
μὲν ; οὖν Ὁ ; Πέτρος ἐτηρεῖτο ἐν τῇ ; φυλακῇ· δὲ τῆς ; ἐκκλησίας ἦν γινομένη ὑπὸ προσευχὴ ἐκτενὴς πρὸς τὸν ; θεὸν ὑπὲρ; αὐτοῦ.
أعمال الرسل 12: 6
Act.12.6
وَلَمَّا كَانَ هِيرُودُسُ مُزْمِعًا أَنْ يُقَدِّمَهُ، كَانَ بُطْرُسُ فِي تِلْكَ اللَّيْلَةِ نَائِمًا بَيْنَ عَسْكَرِيَّيْنِ مَرْبُوطًا بِسِلْسِلَتَيْنِ، وَكَانَ قُدَّامَ الْبَابِ حُرَّاسٌ يَحْرُسُونَ السِّجْنَ.
ὅτε ; δὲ ὁ ; Ἡρῴδης, ἤμελλεν προάγειν; αὐτὸν ἦν ὁ ; Πέτρος ἐκείνῃ ; τῇ νυκτὶ κοιμώμενος μεταξὺ δύο ; στρατιωτῶν δεδεμένος ἁλύσεσιν ; δυσίν, τε πρὸ τῆς ; θύρας φύλακές ἐτήρουν τὴν ; φυλακήν.
أعمال الرسل 12: 7
Act.12.7
وَإِذَا مَلاَكُ الرَّبِّ أَقْبَلَ، وَنُورٌ أَضَاءَ فِي الْبَيْتِ، فَضَرَبَ جَنْبَ بُطْرُسَ وَأَيْقَظَهُ قَائِلاً: قُمْ عَاجِلاً.. فَسَقَطَتِ السِّلْسِلَتَانِ مِنْ يَدَيْهِ.
καὶ ; ἰδοὺ ἄγγελος κυρίου ἐπέστη καὶ ; φῶς ἔλαμψεν ἐν τῷ ; οἰκήματι· πατάξας ; δὲ τὴν ; πλευρὰν τοῦ ; Πέτρου ἤγειρεν ; αὐτὸν λέγων· ἀνάστα ἐν ; τάχει. καὶ ; ἐξέπεσαν ; αὐτοῦ αἱ ; ἁλύσεις ἐκ τῶν ; χειρῶν.
أعمال الرسل 12: 7
Act.12.7
وَإِذَا مَلاَكُ الرَّبِّ أَقْبَلَ، وَنُورٌ أَضَاءَ فِي الْبَيْتِ، فَضَرَبَ جَنْبَ بُطْرُسَ وَأَيْقَظَهُ قَائِلاً: قُمْ عَاجِلاً.. فَسَقَطَتِ السِّلْسِلَتَانِ مِنْ يَدَيْهِ.
καὶ ; ἰδοὺ ἄγγελος κυρίου ἐπέστη καὶ ; φῶς ἔλαμψεν ἐν τῷ ; οἰκήματι· πατάξας ; δὲ τὴν ; πλευρὰν τοῦ ; Πέτρου ἤγειρεν ; αὐτὸν λέγων· ἀνάστα ἐν ; τάχει. καὶ ; ἐξέπεσαν ; αὐτοῦ αἱ ; ἁλύσεις ἐκ τῶν ; χειρῶν.
أعمال الرسل 12: 8
Act.12.8
وَقَالَ لَهُ الْمَلاَكُ: تَمَنْطَقْ وَالْبَسْ نَعْلَيْكَ. فَفَعَلَ هكَذَا. فَقَالَ لَهُ: الْبَسْ رِدَاءَكَ وَاتْبَعْنِي.
εἶπεν ; τε πρὸς ; αὐτόν· ὁ ; ἄγγελος Περίζωσαι καὶ ; ὑπόδησαι τὰ ; σανδάλιά ; σου. ἐποίησεν οὕτως. καὶ ; λέγει αὐτῷ· περιβαλοῦ τὸ ; ἱμάτιόν ; σου καὶ ; ἀκολούθει ; μοι.
أعمال الرسل 12: 8
Act.12.8
وَقَالَ لَهُ الْمَلاَكُ: تَمَنْطَقْ وَالْبَسْ نَعْلَيْكَ. فَفَعَلَ هكَذَا. فَقَالَ لَهُ: الْبَسْ رِدَاءَكَ وَاتْبَعْنِي.
εἶπεν ; τε πρὸς ; αὐτόν· ὁ ; ἄγγελος Περίζωσαι καὶ ; ὑπόδησαι τὰ ; σανδάλιά ; σου. ἐποίησεν οὕτως. καὶ ; λέγει αὐτῷ· περιβαλοῦ τὸ ; ἱμάτιόν ; σου καὶ ; ἀκολούθει ; μοι.
أعمال الرسل 12: 9
Act.12.9
فَخَرَجَ يَتْبَعُهُ. وَكَانَ لاَ يَعْلَمُ أَنَّ الَّذِي جَرَى بِوَاسِطَةِ الْمَلاَكِ هُوَ حَقِيقِيٌّ، بَلْ يَظُنُّ أَنَّهُ يَنْظُرُ رُؤْيَا.
καὶ ; ἐξελθὼν ἠκολούθει ; αὐτῷ· καὶ ; οὐκ ᾔδει ὅτι τὸ γινόμενον διὰ τοῦ ; ἀγγέλου, ἐστιν ἀληθές δὲ ἐδόκει βλέπειν. ὅραμα
أعمال الرسل 12: 10
Act.12.10
فَجَازَا الْمَحْرَسَ الأَوَّلَ وَالثَّانِيَ، وَأَتَيَا إِلَى بَابِ الْحَدِيدِ الَّذِي يُؤَدِّي إِلَى الْمَدِينَةِ، فَانْفَتَحَ لَهُمَا مِنْ ذَاتِهِ، فَخَرَجَا وَتَقَدَّمَا زُقَاقًا وَاحِدًا، وَلِلْوَقْتِ فَارَقَهُ الْمَلاَكُ.
διελθόντες ; δὲ φυλακὴν πρώτην καὶ ; δευτέραν ἦλθαν ἐπὶ τὴν ; πύλην τὴν ; σιδηρᾶν τὴν φέρουσαν εἰς τὴν ; πόλιν, ἠνοίχθη αὐτοῖς, αὐτομάτη καὶ ; ἐξελθόντες προῆλθον ῥύμην μίαν καὶ ; εὐθέως ἀπέστη ; ἀπ᾽ ; αὐτοῦ. ὁ ; ἄγγελος
أعمال الرسل 12: 10
Act.12.10
فَجَازَا الْمَحْرَسَ الأَوَّلَ وَالثَّانِيَ، وَأَتَيَا إِلَى بَابِ الْحَدِيدِ الَّذِي يُؤَدِّي إِلَى الْمَدِينَةِ، فَانْفَتَحَ لَهُمَا مِنْ ذَاتِهِ، فَخَرَجَا وَتَقَدَّمَا زُقَاقًا وَاحِدًا، وَلِلْوَقْتِ فَارَقَهُ الْمَلاَكُ.
διελθόντες ; δὲ φυλακὴν πρώτην καὶ ; δευτέραν ἦλθαν ἐπὶ τὴν ; πύλην τὴν ; σιδηρᾶν τὴν φέρουσαν εἰς τὴν ; πόλιν, ἠνοίχθη αὐτοῖς, αὐτομάτη καὶ ; ἐξελθόντες προῆλθον ῥύμην μίαν καὶ ; εὐθέως ἀπέστη ; ἀπ᾽ ; αὐτοῦ. ὁ ; ἄγγελος
أعمال الرسل 12: 11
Act.12.11
فَقَالَ بُطْرُسُ، وَهُوَ قَدْ رَجَعَ إِلَى نَفْسِهِ: الآنَ عَلِمْتُ يَقِينًا أَنَّ الرَّبَّ أَرْسَلَ مَلاَكَهُ وَأَنْقَذَنِي مِنْ يَدِ هِيرُودُسَ، وَمِنْ كُلِّ انْتِظَارِ شَعْبِ الْيَهُودِ.
καὶ ; εἶπεν· ὁ ; Πέτρος γενόμενος ἐν ἑαυτῷ νῦν οἶδα ἀληθῶς ὅτι ὁ ; κύριος ἐξαπέστειλεν τὸν ; ἄγγελον ; αὐτοῦ με ; ἐξείλατό ; καὶ ἐκ χειρὸς Ἡρῴδου καὶ πάσης τῆς ; προσδοκίας τοῦ ; λαοῦ τῶν ; Ἰουδαίων.
أعمال الرسل 12: 15
Act.12.15
فَقَالُوا لَهَا: أَنْتِ تَهْذِينَ.. وَأَمَّا هِيَ فَكَانَتْ تُؤَكِّدُ أَنَّ هكَذَا هُوَ. فَقَالُوا: إِنَّهُ مَلاَكُهُ..
οἱ ; δὲ ; εἶπαν· πρὸς ; αὐτὴν μαίνῃ. δὲ ἡ ; διϊσχυρίζετο οὕτως ἔχειν. οἱ ; δὲ ; ἔλεγον· ἐστιν ὁ ; ἄγγελός ; αὐτοῦ.
أعمال الرسل 12: 15
Act.12.15
فَقَالُوا لَهَا: أَنْتِ تَهْذِينَ.. وَأَمَّا هِيَ فَكَانَتْ تُؤَكِّدُ أَنَّ هكَذَا هُوَ. فَقَالُوا: إِنَّهُ مَلاَكُهُ..
οἱ ; δὲ ; εἶπαν· πρὸς ; αὐτὴν μαίνῃ. δὲ ἡ ; διϊσχυρίζετο οὕτως ἔχειν. οἱ ; δὲ ; ἔλεγον· ἐστιν ὁ ; ἄγγελός ; αὐτοῦ.
أعمال الرسل 12: 16
Act.12.16
وَأَمَّا بُطْرُسُ فَلَبِثَ يَقْرَعُ. فَلَمَّا فَتَحُوا وَرَأَوْهُ انْدَهَشُوا.
δὲ ὁ ; Πέτρος ἐπέμενεν κρούων· δὲ ἀνοίξαντες εἶδαν ; αὐτὸν καὶ ; ἐξέστησαν.