ك
إصحاح
G845
G846. autós
G847
المعنى المختصر للكلمة
autós: the reflexive pronoun self, used (alone or in the comparative ) of the third person , and (with the proper personal pronoun) of the other persons
اللفظ الأصلي αὐτός
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق autós (ow-tos)
تكرار الورود في الكتاب 5246 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

the reflexive pronoun self, used (alone or in the comparative ) of the third person , and (with the proper personal pronoun) of the other persons

الإنجليزية — KJV Translation Tags
her it(-self) one the other (mine) own said (self-) the) same ((him-, my-, thy- )self, (your-)selves, she, that, their(-s), them(-selves), there(-at, - by, -in, -into, -of, -on, -with), they, (these) things, this (man), those, together, very, which

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

αὐτῷ (284×) αὐτῷ· (187×) αὐτοῖς· (187×) αὐτοῖς (155×) αὐτὸν (99×) αὐτὸς (83×) αὐτοῦ (62×) πρὸς ; αὐτὸν (54×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (5246 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَبَادَرَ إِلَيْهِ فِيلُبُّسُ، وَسَمِعَهُ يَقْرَأُ النَّبِيَّ إِشَعْيَاءَ، فَقَالَ: أَلَعَلَّكَ تَفْهَمُ مَا أَنْتَ تَقْرَأُ.
δὲ ; προσδραμὼν ὁ ; Φίλιππος ἤκουσεν ; αὐτοῦ ἀναγινώσκοντος τὸν ; προφήτην Ἠσαΐαν καὶ ; εἶπεν· ἆρά ; γε γινώσκεις ἃ ἀναγινώσκεις;
فَقَالَ: كَيْفَ يُمْكِنُنِي إِنْ لَمْ يُرْشِدْنِي أَحَدٌ.. وَطَلَبَ إِلَى فِيلُبُّسَ أَنْ يَصْعَدَ وَيَجْلِسَ مَعَهُ.
ὁ ; δὲ ; εἶπεν· πῶς δυναίμην, ἐὰν ; μή ὁδηγήσῃ; με; τις παρεκάλεσέν ; τε τὸν ; Φίλιππον ἀναβάντα καθίσαι σὺν ; αὐτῷ.
وَأَمَّا فَصْلُ الْكِتَابِ الَّذِي كَانَ يَقْرَأُهُ فَكَانَ هذَا: مِثْلَ شَاةٍ سِيقَ إِلَى الذَّبْحِ، وَمِثْلَ خَرُوفٍ صَامِتٍ أَمَامَ الَّذِي يَجُزُّهُ هكَذَا لَمْ يَفْتَحْ فَاهُ.
ἡ ; δὲ ; περιοχὴ τῆς ; γραφῆς ἣν ἀνεγίνωσκεν ἦν αὕτη· ὡς πρόβατον ἤχθη, ἐπὶ σφαγὴν καὶ ; ὡς ἀμνὸς ἄφωνος, ἐναντίον τοῦ κείροντος; αὐτὸν οὕτως οὐκ ἀνοίγει τὸ ; στόμα ; αὐτοῦ.
وَأَمَّا فَصْلُ الْكِتَابِ الَّذِي كَانَ يَقْرَأُهُ فَكَانَ هذَا: مِثْلَ شَاةٍ سِيقَ إِلَى الذَّبْحِ، وَمِثْلَ خَرُوفٍ صَامِتٍ أَمَامَ الَّذِي يَجُزُّهُ هكَذَا لَمْ يَفْتَحْ فَاهُ.
ἡ ; δὲ ; περιοχὴ τῆς ; γραφῆς ἣν ἀνεγίνωσκεν ἦν αὕτη· ὡς πρόβατον ἤχθη, ἐπὶ σφαγὴν καὶ ; ὡς ἀμνὸς ἄφωνος, ἐναντίον τοῦ κείροντος; αὐτὸν οὕτως οὐκ ἀνοίγει τὸ ; στόμα ; αὐτοῦ.
فِي تَوَاضُعِهِ انْتُزِعَ قَضَاؤُهُ، وَجِيلُهُ مَنْ يُخْبِرُ بِهِ. لأَنَّ حَيَاتَهُ تُنْتَزَعُ مِنَ الأَرْضِ
ἐν τῇ ; ταπεινώσει ; αὐτοῦ ἤρθη, ἡ ; κρίσις ; αὐτοῦ τὴν ; δὲ ; γενεὰν ; αὐτοῦ τίς διηγήσεται; ὅτι ἡ ; ζωὴ ; αὐτοῦ.¶ αἴρεται ἀπὸ τῆς ; γῆς
فِي تَوَاضُعِهِ انْتُزِعَ قَضَاؤُهُ، وَجِيلُهُ مَنْ يُخْبِرُ بِهِ. لأَنَّ حَيَاتَهُ تُنْتَزَعُ مِنَ الأَرْضِ
ἐν τῇ ; ταπεινώσει ; αὐτοῦ ἤρθη, ἡ ; κρίσις ; αὐτοῦ τὴν ; δὲ ; γενεὰν ; αὐτοῦ τίς διηγήσεται; ὅτι ἡ ; ζωὴ ; αὐτοῦ.¶ αἴρεται ἀπὸ τῆς ; γῆς
فِي تَوَاضُعِهِ انْتُزِعَ قَضَاؤُهُ، وَجِيلُهُ مَنْ يُخْبِرُ بِهِ. لأَنَّ حَيَاتَهُ تُنْتَزَعُ مِنَ الأَرْضِ
ἐν τῇ ; ταπεινώσει ; αὐτοῦ ἤρθη, ἡ ; κρίσις ; αὐτοῦ τὴν ; δὲ ; γενεὰν ; αὐτοῦ τίς διηγήσεται; ὅτι ἡ ; ζωὴ ; αὐτοῦ.¶ αἴρεται ἀπὸ τῆς ; γῆς
فِي تَوَاضُعِهِ انْتُزِعَ قَضَاؤُهُ، وَجِيلُهُ مَنْ يُخْبِرُ بِهِ. لأَنَّ حَيَاتَهُ تُنْتَزَعُ مِنَ الأَرْضِ
ἐν τῇ ; ταπεινώσει ; αὐτοῦ ἤρθη, ἡ ; κρίσις ; αὐτοῦ τὴν ; δὲ ; γενεὰν ; αὐτοῦ τίς διηγήσεται; ὅτι ἡ ; ζωὴ ; αὐτοῦ.¶ αἴρεται ἀπὸ τῆς ; γῆς
فَفَتَحَ فِيلُبُّسُ فَاهُ وابْتَدَأَ مِنْ هذَا الْكِتَابِ فَبَشِّرَهُ بِيَسُوعَ.
ἀνοίξας ; δὲ ὁ ; Φίλιππος τὸ ; στόμα ; αὐτοῦ καὶ ; ἀρξάμενος ἀπὸ ταύτης τῆς ; γραφῆς εὐηγγελίσατο ; αὐτῷ τὸν ; Ἰησοῦν.¶
فَفَتَحَ فِيلُبُّسُ فَاهُ وابْتَدَأَ مِنْ هذَا الْكِتَابِ فَبَشِّرَهُ بِيَسُوعَ.
ἀνοίξας ; δὲ ὁ ; Φίλιππος τὸ ; στόμα ; αὐτοῦ καὶ ; ἀρξάμενος ἀπὸ ταύτης τῆς ; γραφῆς εὐηγγελίσατο ; αὐτῷ τὸν ; Ἰησοῦν.¶
فَأَمَرَ أَنْ تَقِفَ الْمَرْكَبَةُ، فَنَزَلاَ كِلاَهُمَا إِلَى الْمَاءِ، فِيلُبُّسُ وَالْخَصِيُّ، فَعَمَّدَهُ.
καὶ ; ἐκέλευσεν στῆναι τὸ ; ἅρμα, καὶ ; κατέβησαν ἀμφότεροι εἰς τὸ ; ὕδωρ, ὅ ; τε ; Φίλιππος καὶ ; ὁ ; εὐνοῦχος, καὶ ; ἐβάπτισεν ; αὐτόν.
وَلَمَّا صَعِدَا مِنَ الْمَاءِ، خَطِفَ رُوحُ الرَّبِّ فِيلُبُّسَ، فَلَمْ يُبْصِرْهُ الْخَصِيُّ أَيْضًا، وَذَهَبَ فِي طَرِيقِهِ فَرِحًا.
ὅτε ; δὲ ἀνέβησαν ἐκ τοῦ ; ὕδατος, ἥρπασεν πνεῦμα κυρίου τὸν ; Φίλιππον, καὶ ; οὐκ εἶδεν ; αὐτὸν ὁ ; εὐνοῦχος· οὐκέτι ἐπορεύετο γὰρ τὴν ; ὁδὸν ; αὐτοῦ χαίρων.¶
وَلَمَّا صَعِدَا مِنَ الْمَاءِ، خَطِفَ رُوحُ الرَّبِّ فِيلُبُّسَ، فَلَمْ يُبْصِرْهُ الْخَصِيُّ أَيْضًا، وَذَهَبَ فِي طَرِيقِهِ فَرِحًا.
ὅτε ; δὲ ἀνέβησαν ἐκ τοῦ ; ὕδατος, ἥρπασεν πνεῦμα κυρίου τὸν ; Φίλιππον, καὶ ; οὐκ εἶδεν ; αὐτὸν ὁ ; εὐνοῦχος· οὐκέτι ἐπορεύετο γὰρ τὴν ; ὁδὸν ; αὐτοῦ χαίρων.¶
وَأَمَّا فِيلُبُّسُ فَوُجِدَ فِي أَشْدُودَ. وَبَيْنَمَا هُوَ مُجْتَازٌ، كَانَ يُبَشِّرُ جَمِيعَ الْمُدُنِ حَتَّى جَاءَ إِلَى قَيْصَرِيَّةَ.
δὲ Φίλιππος εὑρέθη εἰς Ἄζωτον, καὶ ; διερχόμενος εὐηγγελίζετο πάσας τὰς ; πόλεις ἕως τοῦ ; ἐλθεῖν ; αὐτὸν εἰς Καισάρειαν.¶
وَطَلَبَ مِنْهُ رَسَائِلَ إِلَى دِمَشْقَ، إِلَى الْجَمَاعَاتِ، حَتَّى إِذَا وَجَدَ أُنَاسًا مِنَ الطَّرِيقِ، رِجَالاً أَوْ نِسَاءً، يَسُوقُهُمْ مُوثَقِينَ إِلَى أُورُشَلِيمَ.
ᾐτήσατο παρ᾽ ; αὐτοῦ ἐπιστολὰς εἰς Δαμασκὸν πρὸς τὰς ; συναγωγάς, ὅπως ἐάν εὕρῃ τινας τῆς ὁδοῦ ἄνδρας καὶ γυναῖκας, ἀγάγῃ δεδεμένους εἰς Ἰερουσαλήμ.
وَفِي ذَهَابِهِ حَدَثَ أَنَّهُ اقْتَرَبَ إِلَى دِمَشْقَ فَبَغْتَةً أَبْرَقَ حَوْلَهُ نُورٌ مِنَ السَّمَاءِ،
ἐν ; δὲ τῷ ; πορεύεσθαι ἐγένετο αὐτὸν ἐγγίζειν τῇ ; Δαμασκῷ, ἐξαίφνης αὐτὸν ; περιήστραψεν φῶς ἀπὸ τοῦ ; οὐρανοῦ·
فَسَقَطَ عَلَى الأَرْضِ وَسَمِعَ صَوْتًا قَائِلاً لَهُ: شَاوُلُ، شَاوُلُ. لِمَاذَا تَضْطَهِدُنِي.
καὶ ; πεσὼν ἐπὶ τὴν ; γῆν ἤκουσεν φωνὴν λέγουσαν αὐτῷ· Σαοὺλ Σαούλ, τί με ; διώκεις;
فَقَاَلَ وَهُوَ مُرْتَعِدٌ وَمُتَحَيِّرٌ: يَا رَبُّ، مَاذَا تُرِيدُ أَنْ أَفْعَلَ. فَقَالَ لَهُ الرَّبُّ: قُمْ وَادْخُلِ الْمَدِينَةَ فَيُقَالَ لَكَ مَاذَا يَنْبَغِي أَنْ تَفْعَلَ.
τε ; εἶπεν τρέμων καὶ ; θαμβῶν κύριε τί θέλεις μέ ; ποιῆσαι καὶ ; πρός αὐτόν ὅ ; κύριος ἀνάστηθι καὶ ; εἴσελθε τὴν ; πόλιν, καὶ ; λαληθήσεταί σοι τί δεῖ σε ; ποιεῖν.
وَأَمَّا الرِّجَالُ الْمُسَافِرُونَ مَعَهُ فَوَقَفُوا صَامِتِينَ، يَسْمَعُونَ الصَّوْتَ وَلاَ يَنْظُرُونَ أَحَدًا.
δὲ ἄνδρες ; οἱ οἱ ; συνοδεύοντες αὐτῷ εἱστήκεισαν ἐνεοί, ἀκούοντες τῆς ; φωνῆς, μηδένα ; δὲ ; θεωροῦντες.
فَنَهَضَ شَاوُلُ عَنِ الأَرْضِ، وَكَانَ وَهُوَ مَفْتُوحُ الْعَيْنَيْنِ لاَ يُبْصِرُ أَحَدًا. فَاقْتَادُوهُ بِيَدِهِ وَأَدْخَلُوهُ إِلَى دِمَشْقَ.
ἠγέρθη ; δὲ ὁ ; Σαῦλος ἀπὸ τῆς ; γῆς, ἀνεῳγμένων ; δὲ τῶν ; ὀφθαλμῶν ; αὐτοῦ οὐδένα; ἔβλεπεν· χειραγωγοῦντες δὲ ; αὐτὸν ; εἰσήγαγον εἰς Δαμασκόν.
وَكَانَ فِي دِمَشْقَ تِلْمِيذٌ اسْمُهُ حَنَانِيَّا، فَقَالَ لَهُ الرَّبُّ فِي رُؤْيَا: يَا حَنَانِيَّا.. فَقَالَ: هأَنَذَا يَا رَبُّ.
Ἦν ; δέ ἐν Δαμασκῷ τις ; μαθητὴς ὀνόματι Ἁνανίας, καὶ ; εἶπεν πρὸς ; αὐτὸν ὁ ; κύριος· ἐν ὁράματι Ἁνανία. ὁ ; δὲ ; εἶπεν· ἰδοὺ ; ἐγώ, κύριε.
لَهُ الرَّبُّ: قُمْ وَاذْهَبْ إِلَى الزُّقَاقِ الَّذِي يُقَالُ لَهُ الْمُسْتَقِيمُ، وَاطْلُبْ فِي بَيْتِ يَهُوذَا رَجُلاً طَرْسُوسِيًّا اسْمُهُ شَاوُلُ. لأَنَّهُ هُوَذَا يُصَلِّي،
πρὸς ; αὐτόν· ὁ ; κύριος ἀναστὰς πορεύθητι ἐπὶ τὴν ; ῥύμην τὴν ; καλουμένην εὐθεῖαν καὶ ; ζήτησον ἐν οἰκίᾳ Ἰούδα Ταρσέα· ὀνόματι Σαῦλον γὰρ ἰδοὺ προσεύχεται
وَقَدْ رَأَى فِي رُؤْيَا رَجُلاً اسْمُهُ حَنَانِيَّا دَاخِلاً وَوَاضِعًا يَدَهُ عَلَيْهِ لِكَيْ يُبْصِرَ.
καὶ εἶδεν ἐν ὁράματι ἄνδρα ὀνόματι Ἁνανίαν εἰσελθόντα καὶ ; ἐπιθέντα χεῖρα αὐτῷ ὅπως ἀναβλέψῃ.¶
فَقَالَ لَهُ الرَّبُّ: اذْهَبْ. لأَنَّ هذَا لِي إِنَاءٌ مُخْتَارٌ لِيَحْمِلَ اسْمِي أَمَامَ أُمَمٍ وَمُلُوكٍ وَبَنِي إِسْرَائِيلَ.
Εἶπεν ; δὲ πρὸς ; αὐτὸν ὁ ; κύριος· πορεύου, ὅτι οὗτος ἐστίν ; μοι σκεῦος ἐκλογῆς τοῦ ; βαστάσαι τὸ ; ὄνομά ; μου ἐνώπιον ἐθνῶν καὶ ; βασιλέων υἱῶν ; τε Ἰσραήλ.
لأَنِّي سَأُرِيهِ كَمْ يَنْبَغِي أَنْ يَتَأَلَّمَ مِنْ أَجْلِ اسْمِي.
ἐγὼ ; γὰρ ὑποδείξω ; αὐτῷ ὅσα δεῖ παθεῖν.¶ ὑπὲρ τοῦ ; ὀνόματός ; μου
فَمَضَى حَنَانِيَّا وَدَخَلَ الْبَيْتَ وَوَضَعَ عَلَيْهِ يَدَيْهِ وَقَالَ: أَيُّهَا الأَخُ شَاوُلُ، قَدْ أَرْسَلَنِي الرَّبُّ يَسُوعُ الَّذِي ظَهَرَ لَكَ فِي الطَّرِيقِ الَّذِي جِئْتَ فِيهِ، لِكَيْ تُبْصِرَ وَتَمْتَلِئَ مِنَ الرُّوحِ الْقُدُسِ.
Ἀπῆλθεν ; δὲ Ἁνανίας καὶ ; εἰσῆλθεν εἰς ; τὴν ; οἰκίαν, καὶ ; ἐπιθεὶς ἐπ᾽ ; αὐτὸν τὰς ; χεῖρας εἶπεν· ἀδελφέ, Σαοὺλ ἀπέσταλκέν ; με, ὁ ; κύριος Ἰησοῦς ὁ ; ὀφθείς σοι ἐν τῇ ; ὁδῷ ᾗ ἤρχου, ὅπως ἀναβλέψῃς καὶ ; πλησθῇς πνεύματος ἁγίου.
وَلَمَّا تَمَّتْ أَيَّامٌ كَثِيرَةٌ تَشَاوَرَ الْيَهُودُ لِيَقْتُلُوهُ،
ὡς ; δὲ ἐπληροῦντο ἡμέραι ἱκαναί, συνεβουλεύσαντο οἱ ; Ἰουδαῖοι ἀνελεῖν ; αὐτόν·
فَعَلِمَ شَاوُلُ بِمَكِيدَتِهِمْ. وَكَانُوا يُرَاقِبُونَ الأَبْوَابَ أَيْضًا نَهَارًا وَلَيْلاً لِيَقْتُلُوهُ.
ἐγνώσθη ; δὲ τῷ ; Σαύλῳ ἡ ; ἐπιβουλὴ ; αὐτῶν. Παρετήρουν; τε τὰς ; πύλας καὶ ἡμέρας τε ; καὶ ; νυκτός, ὅπως ; αὐτὸν ; ἀνέλωσιν·
فَأَخَذَهُ التَّلاَمِيذُ لَيْلاً وَأَنْزَلُوهُ مِنَ السُّورِ مُدَلِّينَ إِيَّاهُ فِي سَلّ.
λαβόντες ; δὲ οἱ ; μαθηταὶ νυκτὸς καθῆκαν ; αὐτὸν διὰ τοῦ ; τείχους χαλάσαντες αὐτὸν ἐν σπυρίδι.¶
فَأَخَذَهُ التَّلاَمِيذُ لَيْلاً وَأَنْزَلُوهُ مِنَ السُّورِ مُدَلِّينَ إِيَّاهُ فِي سَلّ.
λαβόντες ; δὲ οἱ ; μαθηταὶ νυκτὸς καθῆκαν ; αὐτὸν διὰ τοῦ ; τείχους χαλάσαντες αὐτὸν ἐν σπυρίδι.¶