المعنى المختصر للكلمة
apokrínomai:
to conclude for oneself, i.e. (by implication) to
respond
اللفظ الأصلي
ἀποκρίνομαι
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
apokrínomai
(ap-ok-ree-nom-ahee)
تكرار الورود في الكتاب
151
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
مشتق من:
G575
ἀπό
•
apo
•
«مِنْ»
المعنى والشرح المفصل
1
to conclude for oneself, i.e. (by implication) to
respond
2
by Hebraism (compare ) to begin to speak (where an
address is expected)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
answer
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
Ἀπεκρίθη (19×)
Καὶ ; ἀποκριθεὶς (18×)
ἀπεκρίθη (17×)
Ὁ ; δὲ ; ἀποκριθεὶς (15×)
καὶ ; ἀποκριθεὶς (13×)
ὁ ; δὲ ; ἀποκριθεὶς (10×)
δὲ ; ἀποκριθεὶς (9×)
ἀποκριθεὶς (6×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (151 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
لوقا 20: 7
Luk.20.7
فَأَجَابُوا أَنَّهُمْ لاَ يَعْلَمُونَ مِنْ أَيْنَ.
καὶ ; ἀπεκρίθησαν μὴ εἰδέναι πόθεν.
لوقا 20: 24
Luk.20.24
أَرُونِي دِينَارًا. لِمَنِ الصُّورَةُ وَالْكِتَابَةُ. فَأَجَابُوا وَقَالوُا: لِقَيْصَرَ.
Ἐπιδείξατέ; μοι δηνάριον· τίνος ἔχει ; εἰκόνα καὶ ; ἐπιγραφήν; ἀποκριθέντες δὲ ; εἶπαν· Καίσαρος.
لوقا 20: 34
Luk.20.34
فَأَجَابَ وَقَالَ لَهُمْ يَسُوعُ: أَبْنَاءُ هذَا الدَّهْرِ يُزَوِّجُونَ وَيُزَوَّجُونَ،
Καὶ ; ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· οἱ ; υἱοὶ τούτου αἰῶνος γαμοῦσιν καὶ ; ἐκγαμίσκονται
لوقا 24: 18
Luk.24.18
فَأَجَابَ أَحَدُهُمَا، الَّذِي اسْمُهُ كَِلْيُوبَاسُ وَقَالَ لَهُ: هَلْ أَنْتَ مُتَغَرِّبٌ وَحْدَكَ فِي أُورُشَلِيمَ وَلَمْ تَعْلَمِ الأُمُورَ الَّتِي حَدَثَتْ فِيهَا فِي هذِهِ الأَيَّامِ.
δὲ ; ἀποκριθεὶς ὁ ; εἷς ᾧ ὀνόματι Κλεοπᾶς εἶπεν πρὸς ; αὐτόν· σὺ παροικεῖς μόνος ἐν Ἰερουσαλὴμ καὶ ; οὐκ ἔγνως τὰ γενόμενα ἐν ; αὐτῇ ἐν ταύταις; ταῖς ; ἡμέραις
يوحنا 1: 21
Jhn.1.21
فَسَأَلُوهُ: إِذًا مَاذَا. إِيلِيَّا أَنْتَ. فَقَالَ: لَسْتُ أَنَا. أَلنَّبِيُّ أَنْتَ. فَأَجَابَ: لاَ.
Καὶ ; ἠρώτησαν ; αὐτόν· οὖν; τί Ἠλίας σὺ ; εἶ; καὶ ; λέγει· οὐκ εἰμί. ὁ ; προφήτης εἶ ; σύ; καὶ ; ἀπεκρίθη· οὔ.
يوحنا 1: 48
Jhn.1.48
قَالَ لَهُ نَثَنَائِيلُ: مِنْ أَيْنَ تَعْرِفُنِي. أَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهُ: قَبْلَ أَنْ دَعَاكَ فِيلُبُّسُ وَأَنْتَ تَحْتَ التِّينَةِ، رَأَيْتُكَ.
λέγει αὐτῷ Ναθαναήλ· πόθεν με ; γινώσκεις; ἀπεκρίθη ὁ ; Ἰησοῦς καὶ ; εἶπεν αὐτῷ· πρὸ τοῦ ; σε ; φωνῆσαι Φίλιππον ὄντα ὑπὸ τὴν ; συκῆν εἶδόν ; σε.
يوحنا 1: 49
Jhn.1.49
أَجَابَ نَثَنَائِيلُ وَقَالَ لَهُ: يَا مُعَلِّمُ، أَنْتَ ابْنُ اللهِ. أَنْتَ مَلِكُ إِسْرَائِيلَ.
ἀπεκρίθη Ναθαναήλ καὶ ; λέγει· αὐτῷ ῥαββί, σὺ ; εἶ ὁ ; υἱὸς τοῦ ; θεοῦ, σὺ ; εἶ ὁ ; βασιλεὺς τοῦ ; Ἰσραήλ.¶
يوحنا 1: 50
Jhn.1.50
أَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهُ: هَلْ آمَنْتَ لأَنِّي قُلْتُ لَكَ إِنِّي رَأَيْتُكَ تَحْتَ التِّينَةِ. سَوْفَ تَرَى أَعْظَمَ مِنْ هذَا.
Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ ; εἶπεν αὐτῷ· πιστεύεις; ὅτι εἶπόν σοι εἶδόν ; σε ὑποκάτω τῆς ; συκῆς, ὄψῃ. μείζω τούτων
يوحنا 2: 19
Jhn.2.19
أَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهُمْ: انْقُضُوا هذَا الْهَيْكَلَ، وَفِي ثَلاَثَةِ أَيَّامٍ أُقِيمُهُ.
Ἀπεκρίθη ὁ ; Ἰησοῦς καὶ ; εἶπεν αὐτοῖς· λύσατε τοῦτον, τὸν ; ναὸν καὶ ; ἐν τρισὶν ἡμέραις ἐγερῶ ; αὐτόν.
يوحنا 3: 3
Jhn.3.3
أَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهُ: الْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكَ: إِنْ كَانَ أَحَدٌ لاَ يُولَدُ مِنْ فَوْقُ لاَ يَقْدِرُ أَنْ يَرَى مَلَكُوتَ اللهِ.
Ἀπεκρίθη ὁ ; Ἰησοῦς καὶ ; εἶπεν αὐτῷ· ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι· ἐὰν τις μή γεννηθῇ ἄνωθεν, οὐ δύναται ἰδεῖν τὴν ; βασιλείαν τοῦ ; θεοῦ.¶
يوحنا 3: 5
Jhn.3.5
أَجَابَ يَسُوعُ: الْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكَ: إِنْ كَانَ أَحَدٌ لاَ يُولَدُ مِنَ الْمَاءِ وَالرُّوحِ لاَ يَقْدِرُ أَنْ يَدْخُلَ مَلَكُوتَ اللهِ.
Ἀπεκρίθη ὁ ; Ἰησοῦς· ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι, ἐὰν τις μή γεννηθῇ ἐξ ὕδατος καὶ ; πνεύματος, οὐ δύναται εἰσελθεῖν εἰς ; τὴν ; βασιλείαν τοῦ ; θεοῦ.¶
يوحنا 3: 9
Jhn.3.9
أَجَابَ نِيقُودِيمُوسُ وَقَالَ لَهُ: كَيْفَ يُمْكِنُ أَنْ يَكُونَ هذَا.
Ἀπεκρίθη Νικόδημος καὶ ; εἶπεν αὐτῷ· πῶς δύναται γενέσθαι;¶ ταῦτα
يوحنا 3: 10
Jhn.3.10
أَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهُ: أَنْتَ مُعَلِّمُ إِسْرَائِيلَ وَلَسْتَ تَعْلَمُ هذَا.
Ἀπεκρίθη ὁ ; Ἰησοῦς καὶ ; εἶπεν αὐτῷ· σὺ ; εἶ ὁ ; διδάσκαλος Ἰσραὴλ ; τοῦ καὶ ; οὐ γινώσκεις; ταῦτα
يوحنا 3: 27
Jhn.3.27
أجَابَ يُوحَنَّا وَقَالَ: لاَ يَقْدِرُ إِنْسَانٌ أَنْ يَأْخُذَ شَيْئًا إِنْ لَمْ يَكُنْ قَدْ أُعْطِيَ مِنَ السَّمَاءِ.
ἀπεκρίθη Ἰωάννης καὶ ; εἶπεν· οὐ δύναται ἄνθρωπος λαμβάνειν οὐδὲν; ἓν ἐὰν μὴ ᾖ δεδομένον ; αὐτῷ ἐκ τοῦ ; οὐρανοῦ.
يوحنا 4: 10
Jhn.4.10
أَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهاَ: لَوْ كُنْتِ تَعْلَمِينَ عَطِيَّةَ اللهِ، وَمَنْ هُوَ الَّذِي يَقُولُ لَكِ أَعْطِينِي لأَشْرَبَ، لَطَلَبْتِ أَنْتِ مِنْهُ فَأَعْطَاكِ مَاءً حَيًّا.
Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ ; εἶπεν αὐτῇ· εἰ ᾔδεις τὴν ; δωρεὰν τοῦ ; θεοῦ καὶ ; τίς ἐστιν ὁ λέγων σοι· δός ; μοι πεῖν, ἂν ; ᾔτησας σὺ αὐτὸν καὶ ; ἔδωκεν ; ἄν ; σοι ὕδωρ ζῶν.
يوحنا 4: 13
Jhn.4.13
أَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهاَ: كُلُّ مَنْ يَشْرَبُ مِنْ هذَا الْمَاءِ يَعْطَشُ أَيْضًا.
Ἀπεκρίθη ὁ ; Ἰησοῦς καὶ ; εἶπεν αὐτῇ· πᾶς ὁ ; πίνων ἐκ τούτου τοῦ ; ὕδατος διψήσει πάλιν.
يوحنا 4: 17
Jhn.4.17
أَجَابَتِ الْمَرْأَةُ وَقَالتْ: لَيْسَ لِي زَوْجٌ. قَالَ لَهَا يَسُوعُ: حَسَنًا قُلْتِ: لَيْسَ لِي زَوْجٌ،
ἀπεκρίθη ἡ ; γυνὴ καὶ ; εἶπεν οὐκ ἔχω ἄνδρα.¶ Λέγει αὐτῇ ὁ ; Ἰησοῦς· καλῶς εἶπας ὅτι ; οὐκ ἔχω· ἄνδρα
يوحنا 5: 17
Jhn.5.17
فَأَجَابَهُمْ يَسُوعُ: أَبِي يَعْمَلُ حَتَّى الآنَ وَأَنَا أَعْمَلُ.
δὲ ; ἀπεκρίνατο Ὁ ; Ἰησοῦς ὁ ; πατήρ ; μου ἐργάζεται, ἕως ἄρτι κἀγὼ ἐργάζομαι.
يوحنا 6: 29
Jhn.6.29
أَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهُمْ: هذَا هُوَ عَمَلُ اللهِ: أَنْ تُؤْمِنُوا بِالَّذِي هُوَ أَرْسَلَهُ.
Ἀπεκρίθη ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν ; καὶ αὐτοῖς· τοῦτό ἐστιν τὸ ; ἔργον τοῦ ; θεοῦ ἵνα πιστεύσητε εἰς ; ὃν ἐκεῖνος.¶ ἀπέστειλεν
يوحنا 7: 20
Jhn.7.20
أَجَابَ الْجَمْعُ وَقَالوُا: بِكَ شَيْطَانٌ. مَنْ يَطْلُبُ أَنْ يَقْتُلَكَ.
ἀπεκρίθη ὁ ; ὄχλος καὶ ; εἶπεν· ἔχεις· δαιμόνιον τίς ζητεῖ σε ; ἀποκτεῖναι;¶
يوحنا 7: 21
Jhn.7.21
أَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهُمْ: عَمَلاً وَاحِدًا عَمِلْتُ فَتَتَعَجَّبُونَ جَمِيعًا.
Ἀπεκρίθη ὁ ; Ἰησοῦς καὶ ; εἶπεν αὐτοῖς· ἔργον ἓν ἐποίησα, καὶ ; θαυμάζετε. πάντες
يوحنا 7: 46
Jhn.7.46
أَجَابَ الْخُدَّامُ: لَمْ يَتَكَلَّمْ إِنْسَانٌ هكَذَا مِثْلَ هذَا الإِنْسَانِ..
ἀπεκρίθησαν οἱ ; ὑπηρέται· οὐδέποτε ἐλάλησεν ἄνθρωπος οὕτως ὡς οὗτος ὁ ; ἄνθρωπος.
يوحنا 7: 52
Jhn.7.52
أَجَابُوا وَقَالوُا لَهُ: أَلَعَلَّكَ أَنْتَ أَيْضًا مِنَ الْجَلِيلِ. فَتِّشْ وَانْظُرْ. إِنَّهُ لَمْ يَقُمْ نَبِيٌّ مِنَ الْجَلِيلِ.
ἀπεκρίθησαν καὶ ; εἶπαν αὐτῷ· μὴ σὺ καὶ ἐκ τῆς ; Γαλιλαίας ἐραύνησον καὶ ; ἴδε ὅτι οὐκ ἐγηγέρται προφήτης ἐκ τῆς ; Γαλιλαίας
يوحنا 8: 14
Jhn.8.14
أَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهُمْ: وَإِنْ كُنْتُ أَشْهَدُ لِنَفْسِي فَشَهَادَتِي حَقٌّ، لأَنِّي أَعْلَمُ مِنْ أَيْنَ أَتَيْتُ وَإِلَى أَيْنَ أَذْهَبُ. وَأَمَّا أَنْتُمْ فَلاَ تَعْلَمُونَ مِنْ أَيْنَ آتِي وَلاَ إِلَى أَيْنَ أَذْهَبُ.
Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ ; εἶπεν αὐτοῖς· κἂν ἐγὼ ; μαρτυρῶ περὶ ; ἐμαυτοῦ, ἡ ; μαρτυρία ; μου, ἀληθής ; ἐστιν ὅτι οἶδα πόθεν ἦλθον καὶ ; ποῦ ὑπάγω· δὲ ὑμεῖς οὐκ οἴδατε πόθεν ἔρχομαι καὶ ποῦ ὑπάγω.
يوحنا 8: 19
Jhn.8.19
فَقَالُوا لَهُ: أَيْنَ هُوَ أَبُوكَ. أَجَابَ يَسُوعُ: لَسْتُمْ تَعْرِفُونَنِي أَنَا وَلاَ أَبِي. لَوْ عَرَفْتُمُونِي لَعَرَفْتُمْ أَبِي أَيْضًا.
ἔλεγον ; οὖν αὐτῷ· ποῦ ἐστιν ὁ ; πατήρ ; σου;¶ Ἀπεκρίθη ὁ ; Ἰησοῦς· οὔτε οἴδατε ἐμὲ οὔτε τὸν ; πατέρα ; μου. εἰ ἐμὲ ; ᾔδειτε ἂν ; ᾔδειτε. τὸν ; πατέρα ; μου καὶ
يوحنا 8: 39
Jhn.8.39
أَجَابُوا وَقَالُوا لَهُ: أَبُونَا هُوَ إِبْرَاهِيمُ. قَالَ لَهُمْ يَسُوعُ: لَوْ كُنْتُمْ أَوْلاَدَ إِبْرَاهِيمَ، لَكُنْتُمْ تَعْمَلُونَ أَعْمَالَ إِبْرَاهِيمَ.
Ἀπεκρίθησαν καὶ ; εἶπαν αὐτῷ· ὁ ; πατὴρ ; ἡμῶν ἐστιν. Ἀβραάμ λέγει αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· εἰ ἦτε τέκνα τοῦ ; Ἀβραάμ ἄν. ἐποιεῖτε τὰ ; ἔργα τοῦ ; Ἀβραὰμ
يوحنا 8: 49
Jhn.8.49
أَجَابَ يَسُوعُ: أَنَا لَيْسَ بِي شَيْطَانٌ، لكِنِّي أُكْرِمُ أَبِي وَأَنْتُمْ تُهِينُونَنِي.
Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· ἐγὼ οὐκ ἔχω, δαιμόνιον ἀλλὰ τιμῶ τὸν ; πατέρα ; μου, καὶ ; ὑμεῖς ἀτιμάζετέ ; με.
يوحنا 8: 54
Jhn.8.54
أَجَابَ يَسُوعُ: إِنْ كُنْتُ أُمَجِّدُ نَفْسِي فَلَيْسَ مَجْدِي شَيْئًا. أَبِي هُوَ الَّذِي يُمَجِّدُنِي، الَّذِي تَقُولُونَ أَنْتُمْ إِنَّهُ إِلهُكُمْ،
Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· ἐὰν ἐγὼ ; δοξάζω ἐμαυτόν, οὐδέν ἡ ; δόξα ; μου ἐστιν· ὁ ; πατήρ ; μου ἔστιν ὁ δοξάζων ; με ὃν λέγετε ὑμεῖς ὅτι ; ἐστιν, θεὸς ; ὑμῶν
يوحنا 9: 3
Jhn.9.3
أَجَابَ يَسُوعُ: لاَ هذَا أَخْطَأَ وَلاَ أَبَوَاهُ، لكِنْ لِتَظْهَرَ أَعْمَالُ اللهِ فِيهِ.
Ἀπεκρίθη ὁ ; Ἰησοῦς· οὔτε οὗτος ἥμαρτεν οὔτε οἱ ; γονεῖς ; αὐτοῦ, ἀλλ᾽ ἵνα ; φανερωθῇ τὰ ; ἔργα τοῦ ; θεοῦ ἐν ; αὐτῷ.
يوحنا 9: 11
Jhn.9.11
أَجَابَ ذَاكَ وقَالَ: إِنْسَانٌ يُقَالُ لَهُ يَسُوعُ صَنَعَ طِينًا وَطَلَى عَيْنَيَّ، وَقَالَ لِي: اذْهَبْ إِلَى بِرْكَةِ سِلْوَامَ وَاغْتَسِلْ. فَمَضَيْتُ وَاغْتَسَلْتُ فَأَبْصَرْتُ.
ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ ; εἶπεν· ἄνθρωπος ὁ ; λεγόμενος Ἰησοῦς ἐποίησεν πηλὸν καὶ ; ἐπέχρισέν μου ; τοὺς ; ὀφθαλμοὺς καὶ ; εἶπέν μοι ὕπαγε εἰς κολυμβήθραν ; τοῦ ὁ ; Σιλωὰμ καὶ ; νίψαι. ἀπελθὼν ; δὲ καὶ ; νιψάμενος ἀνέβλεψα.