المعنى المختصر للكلمة
apothnḗskō:
to die off (literally or figuratively)
اللفظ الأصلي
ἀποθνήσκω
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
apothnḗskō
(ap-oth-nace-ko)
تكرار الورود في الكتاب
109
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
مشتق من:
G575
ἀπό
•
apo
•
«مِنْ»
المعنى والشرح المفصل
to die off (literally or figuratively)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
be dead
death
die
lie a-dying
be slain (X with)
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
ἀπέθανεν (11×)
ἀπέθανεν. (9×)
ἀποθάνῃ (8×)
ἀποθανεῖν (6×)
ἀποθανεῖν· (4×)
ἀπέθανεν· (3×)
ἀποθανεῖν, (3×)
ἀπέθανον. (2×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (109 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 9: 24
Mat.9.24
قَالَ لَهُمْ: تَنَحَّوْا، فَإِنَّ الصَّبِيَّةَ لَمْ تَمُتْ لكِنَّهَا نَائِمَةٌ. فَضَحِكُوا عَلَيْهِ.
λέγει αὐτοῖς· ἀναχωρεῖτε, γὰρ τὸ ; κοράσιον οὐ ἀπέθανεν ἀλλὰ καθεύδει. καὶ ; κατεγέλων αὐτοῦ.
متى 22: 24
Mat.22.24
قَائِلِينَ: يَا مُعَلِّمُ، قَالَ مُوسَى: إِنْ مَاتَ أَحَدٌ وَلَيْسَ لَهُ أَوْلاَدٌ، يَتَزَوَّجْ أَخُوهُ بِامْرَأَتِهِ وَيُقِمْ نَسْلاً لأَخِيهِ.
λέγοντες· διδάσκαλε, εἶπεν· Μωϋσῆς ἐάν ἀποθάνῃ τις μὴ ἔχων τέκνα, ἐπιγαμβρεύσει ὁ ; ἀδελφὸς ; αὐτοῦ τὴν ; γυναῖκα ; αὐτοῦ καὶ ; ἀναστήσει σπέρμα τῷ ; ἀδελφῷ ; αὐτοῦ.
متى 22: 27
Mat.22.27
وَآخِرَ الْكُلِّ مَاتَتِ الْمَرْأَةُ أَيْضًا.
ὕστερον ; δὲ πάντων ἀπέθανεν ἡ ; γυνή. καὶ
متى 26: 35
Mat.26.35
قَالَ لَهُ بُطْرُسُ: وَلَوِ اضْطُرِرْتُ أَنْ أَمُوتَ مَعَكَ لاَ أُنْكِرُكَ. هكَذَا قَالَ أَيْضًا جَمِيعُ التَّلاَمِيذِ.
Λέγει αὐτῷ ὁ ; Πέτρος· κἂν δέῃ ; με ἀποθανεῖν, σὺν ; σοὶ οὐ ; μή σε ; ἀπαρνήσομαι. ὁμοίως εἶπαν.¶ καὶ πάντες οἱ ; μαθηταὶ
مرقس 5: 35
Mrk.5.35
وَبَيْنَمَا هُوَ يَتَكَلَّمُ جَاءُوا مِنْ دَارِ رَئِيسِ الْمَجْمَعِ قَائِلِينَ: ابْنَتُكَ مَاتَتْ. لِمَاذَا تُتْعِبُ الْمُعَلِّمَ بَعْدُ.
ἔτι ; αὐτοῦ λαλοῦντος ἔρχονται ἀπὸ τοῦ ; ἀρχισυναγώγου λέγοντες ὅτι ; ἡ ; θυγάτηρ ; σου ἀπέθανεν· τί σκύλλεις διδάσκαλον;¶ ἔτι
مرقس 5: 39
Mrk.5.39
فَدَخَلَ وَقَالَ لَهُمْ: لِمَاذَا تَضِجُّونَ وَتَبْكُونَ. لَمْ تَمُتِ الصَّبِيَّةُ لكِنَّهَا نَائِمَةٌ.
καὶ ; εἰσελθὼν λέγει αὐτοῖς· τί θορυβεῖσθε καὶ ; κλαίετε; οὐκ ἀπέθανεν τὸ ; παιδίον ἀλλὰ καθεύδει.
مرقس 9: 26
Mrk.9.26
فَصَرَخَ وَصَرَعَهُ شَدِيدًا وَخَرَجَ. فَصَارَ كَمَيْتٍ، حَتَّى قَالَ كَثِيرُونَ: إِنَّهُ مَاتَ..
καὶ ; κράξαν καὶ ; σπαράξαν; αὐτόν πολλὰ ἐξῆλθεν, καὶ ; ἐγένετο ὡσεὶ ; νεκρὸς ὥστε λέγειν πολλοὺς ὅτι ἀπέθανεν.
مرقس 12: 19
Mrk.12.19
يَا مُعَلِّمُ، كَتَبَ لَنَا مُوسَى: إِنْ مَاتَ لأَحَدٍ أَخٌ، وَتَرَكَ امْرَأَةً وَلَمْ يُخَلِّفْ أَوْلاَدًا، أَنْ يَأْخُذَ أَخُوهُ امْرَأَتَهُ، وَيُقِيمَ نَسْلاً لأَخِيهِ.
διδάσκαλε, ἔγραψεν ἡμῖν Μωϋσῆς ὅτι ; ἐάν ἀποθάνῃ τινος ἀδελφὸς καὶ ; καταλίπῃ γυναῖκα καὶ ; μὴ ἀφῇ τέκνα ἵνα λάβῃ ὁ ; ἀδελφὸς ; αὐτοῦ τὴν ; γυναῖκα ; αὐτοῦ καὶ ; ἐξαναστήσῃ σπέρμα τῷ ; ἀδελφῷ ; αὐτοῦ.
مرقس 12: 20
Mrk.12.20
فَكَانَ سَبْعَةُ إِخْوَةٍ. أَخَذَ الأَوَّلُ امْرَأَةً وَمَاتَ، وَلَمْ يَتْرُكْ نَسْلاً.
ἦσαν· ἑπτὰ ἀδελφοὶ καὶ ; ἔλαβεν ὁ ; πρῶτος γυναῖκα καὶ ; ἀποθνῄσκων οὐκ ἀφῆκεν σπέρμα.
مرقس 12: 21
Mrk.12.21
فَأَخَذَهَا الثَّانِي وَمَاتَ، وَلَمْ يَتْرُكْ هُوَ أَيْضًا نَسْلاً. وَهكَذَا الثَّالِثُ.
καὶ ; ἔλαβεν ; αὐτὴν ὁ ; δεύτερος καὶ ; ἀπέθανεν καὶ οὐδὲ; ἀφῆκεν; αὐτὸς σπέρμα καὶ ; ὡσαύτως· ὁ ; τρίτος
مرقس 12: 22
Mrk.12.22
فَأَخَذَهَا السَّبْعَةُ، وَلَمْ يَتْرُكُوا نَسْلاً. وَآخِرَ الْكُلِّ مَاتَتِ الْمَرْأَةُ أَيْضًا.
καὶ ; ἔλαβον ; αὐτὴν οἱ ; ἑπτὰ καὶ ; οὐκ ἀφῆκαν σπέρμα. Ἐσχάτη πάντων ἀπέθανεν. ἡ ; γυνὴ καὶ
مرقس 15: 44
Mrk.15.44
فَتَعَجَّبَ بِيلاَطُسُ أَنَّهُ مَاتَ كَذَا سَرِيعًا. فَدَعَا قَائِدَ الْمِئَةِ وَسَأَلَهُ: هَلْ لَهُ زَمَانٌ قَدْ مَاتَ.
δὲ ; ἐθαύμασεν ὁ ; Πιλᾶτος εἰ τέθνηκεν, ἤδη καὶ ; προσκαλεσάμενος τὸν ; κεντυρίωνα ἐπηρώτησεν ; αὐτὸν εἰ πάλαι ἀπέθανεν.
لوقا 8: 42
Luk.8.42
لأَنَّهُ كَانَ لَهُ بِنْتٌ وَحِيدَةٌ لَهَا نَحْوُ اثْنَتَيْ عَشْرَةَ سَنَةً، وَكَانَتْ فِي حَالِ الْمَوْتِ. فَفِيمَا هُوَ مُنْطَلِقٌ زَحَمَتْهُ الْجُمُوعُ.
ὅτι ἦν αὐτῷ θυγάτηρ μονογενὴς ὡς δώδεκα ἐτῶν καὶ ; αὐτὴ ἀπέθνῃσκεν. ἐν ; δὲ τῷ ὑπάγειν ; αὐτὸν συνέπνιγον ; αὐτόν.¶ οἱ ; ὄχλοι
لوقا 8: 52
Luk.8.52
وَكَانَ الْجَمِيعُ يَبْكُونَ عَلَيْهَا وَيَلْطِمُونَ. فَقَالَ: لاَ تَبْكُوا. لَمْ تَمُتْ لكِنَّهَا نَائِمَةٌ.
δὲ πάντες ἔκλαιον αὐτήν. καὶ ; ἐκόπτοντο ὁ ; δὲ ; εἶπεν· μὴ κλαίετε· οὐ ἀπέθανεν ἀλλὰ καθεύδει.
لوقا 8: 53
Luk.8.53
فَضَحِكُوا عَلَيْهِ، عَارِفِينَ أَنَّهَا مَاتَتْ.
καὶ ; κατεγέλων αὐτοῦ, εἰδότες ὅτι ἀπέθανεν.
لوقا 16: 22
Luk.16.22
فَمَاتَ الْمِسْكِينُ وَحَمَلَتْهُ الْمَلاَئِكَةُ إِلَى حِضْنِ إِبْرَاهِيمَ. وَمَاتَ الْغَنِيُّ أَيْضًا وَدُفِنَ،
Ἐγένετο ; δὲ ; ἀποθανεῖν τὸν ; πτωχὸν καὶ ; ἀπενεχθῆναι ; αὐτὸν ὑπὸ ; τῶν ; ἀγγέλων εἰς τὸν ; κόλπον τοῦ ; Ἀβραάμ· ἀπέθανεν ; δὲ ὁ ; πλούσιος καὶ καὶ ; ἐτάφη.
لوقا 20: 28
Luk.20.28
قَائِلِيِنَ: يَا مُعَلِّمُ، كَتَبَ لَنَا مُوسَى: إِنْ مَاتَ لأَحَدٍ أَخٌ وَلَهُ امْرَأَةٌ، وَمَاتَ بِغَيْرِ وَلَدٍ، يَأْخُذُ أَخُوهُ الْمَرْأَةَ وَيُقِيمُ نَسْلاً لأَخِيهِ.
λέγοντες· διδάσκαλε, ἔγραψεν ἡμῖν· Μωϋσῆς ἐάν ἀποθάνῃ τινος ἀδελφὸς ἔχων γυναῖκα καὶ ; οὗτος ; ἀποθάνῃ ἄτεκνος ἵνα ; λάβῃ ὁ ; ἀδελφὸς ; αὐτοῦ τὴν ; γυναῖκα καὶ ; ἐξαναστήσῃ σπέρμα τῷ ; ἀδελφῷ ; αὐτοῦ.
لوقا 20: 28
Luk.20.28
قَائِلِيِنَ: يَا مُعَلِّمُ، كَتَبَ لَنَا مُوسَى: إِنْ مَاتَ لأَحَدٍ أَخٌ وَلَهُ امْرَأَةٌ، وَمَاتَ بِغَيْرِ وَلَدٍ، يَأْخُذُ أَخُوهُ الْمَرْأَةَ وَيُقِيمُ نَسْلاً لأَخِيهِ.
λέγοντες· διδάσκαλε, ἔγραψεν ἡμῖν· Μωϋσῆς ἐάν ἀποθάνῃ τινος ἀδελφὸς ἔχων γυναῖκα καὶ ; οὗτος ; ἀποθάνῃ ἄτεκνος ἵνα ; λάβῃ ὁ ; ἀδελφὸς ; αὐτοῦ τὴν ; γυναῖκα καὶ ; ἐξαναστήσῃ σπέρμα τῷ ; ἀδελφῷ ; αὐτοῦ.
لوقا 20: 29
Luk.20.29
فَكَانَ سَبْعَةُ إِخْوَةٍ. وَأَخَذَ الأَوَّلُ امْرَأَةً وَمَاتَ بِغَيْرِ وَلَدٍ،
οὖν ; ἦσαν· ἑπτὰ ἀδελφοὶ καὶ ; λαβὼν ὁ ; πρῶτος γυναῖκα ἀπέθανεν ἄτεκνος,
لوقا 20: 30
Luk.20.30
فَأَخَذَ الثَّانِي الْمَرْأَةَ وَمَاتَ بِغَيْرِ وَلَدٍ،
καὶ ; ἔλαβεν ὁ ; δεύτερος τὴν ; γυναῖκα καὶ ; οὑτὸς ; ἀπέθανεν ἄτεκνος
لوقا 20: 31
Luk.20.31
ثُمَّ أَخَذَهَا الثَّالِثُ، وَهكَذَا السَّبْعَةُ. وَلَمْ يَتْرُكُوا وَلَدًا وَمَاتُوا.
καὶ ἔλαβεν ; αὐτήν ὁ ; τρίτος ὡσαύτως ; δὲ ; καὶ οἱ ; ἑπτὰ οὐ κατέλιπον τέκνα καὶ ; ἀπέθανον.
لوقا 20: 32
Luk.20.32
وَآخِرَ الْكُلِّ مَاتَتِ الْمَرْأَةُ أَيْضًا.
δὲ ; ὕστερον πάντων ἀπέθανεν. ἡ ; γυνὴ καὶ
لوقا 20: 36
Luk.20.36
إِذْ لاَ يَسْتَطِيعُونَ أَنْ يَمُوتُوا أَيْضًا، لأَنَّهُمْ مِثْلُ الْمَلاَئِكَةِ، وَهُمْ أَبْنَاءُ اللهِ، إِذْ هُمْ أَبْنَاءُ الْقِيَامَةِ.
γὰρ οὔτε δύνανται, ἀποθανεῖν ἔτι γάρ ; εἰσιν, ἰσάγγελοι καὶ ; εἰσιν υἱοί τοῦ ; θεοῦ ὄντες. υἱοὶ τῆς ; ἀναστάσεως
يوحنا 4: 47
Jhn.4.47
هذَا إِذْ سَمِعَ أَنَّ يَسُوعَ قَدْ جَاءَ مِنَ الْيَهُودِيَّةِ إِلَى الْجَلِيلِ، انْطَلَقَ إِلَيْهِ وَسَأَلَهُ أَنْ يَنْزِلَ وَيَشْفِيَ ابْنَهُ لأَنَّهُ كَانَ مُشْرِفًا عَلَى الْمَوْتِ.
οὗτος ἀκούσας ὅτι Ἰησοῦς ἥκει ἐκ τῆς ; Ἰουδαίας εἰς τὴν ; Γαλιλαίαν, ἀπῆλθεν πρὸς ; αὐτὸν καὶ ; ἠρώτα ; αὐτὸν ἵνα καταβῇ καὶ ; ἰάσηται αὐτοῦ ; τὸν ; υἱόν· γὰρ ἤμελλεν ἀποθνῄσκειν.
يوحنا 4: 49
Jhn.4.49
قَالَ لَهُ خَادِمُ الْمَلِكِ: يَا سَيِّدُ، انْزِلْ قَبْلَ أَنْ يَمُوتَ ابْنِي.
λέγει πρὸς ; αὐτὸν ὁ ; βασιλικός· κύριε, κατάβηθι πρὶν ἀποθανεῖν τὸ ; παιδίον ; μου.¶
يوحنا 6: 49
Jhn.6.49
آبَاؤُكُمْ أَكَلُوا الْمَنَّ فِي الْبَرِّيَّةِ وَمَاتُوا.
οἱ ; πατέρες ; ὑμῶν ἔφαγον τὸ ; μάννα ἐν τῇ ; ἐρήμῳ καὶ ; ἀπέθανον·
يوحنا 6: 50
Jhn.6.50
هذَا هُوَ الْخُبْزُ النَّازِلُ مِنَ السَّمَاءِ، لِكَيْ يَأْكُلَ مِنْهُ الإِنْسَانُ وَلاَ يَمُوتَ.
οὗτός ἐστιν ὁ ; ἄρτος ὁ ; καταβαίνων, ἐκ τοῦ ; οὐρανοῦ ἵνα φάγῃ ἐξ ; αὐτοῦ τις καὶ ; μὴ ἀποθάνῃ.¶
يوحنا 6: 58
Jhn.6.58
هذَا هُوَ الْخُبْزُ الَّذِي نَزَلَ مِنَ السَّمَاءِ. لَيْسَ كَمَا أَكَلَ آبَاؤُكُمُ الْمَنَّ وَمَاتُوا. مَنْ يَأْكُلْ هذَا الْخُبْزَ فَإِنَّهُ يَحْيَا إِلَى الأَبَدِ.
οὗτός ἐστιν ὁ ; ἄρτος ὁ καταβάς, ἐξ τοῦ ; οὐρανοῦ οὐ καθὼς ἔφαγον οἱ ; πατέρες ; ὑμῶν τὸ ; μάννα καὶ ; ἀπέθανον· ὁ τρώγων τοῦτον τὸν ; ἄρτον ζήσεται εἰς τὸν ; αἰῶνα.¶
يوحنا 8: 21
Jhn.8.21
قَالَ لَهُمْ يَسُوعُ أَيْضًا: أَنَا أَمْضِي وَسَتَطْلُبُونَنِي، وَتَمُوتُونَ فِي خَطِيَّتِكُمْ. حَيْثُ أَمْضِي أَنَا لاَ تَقْدِرُونَ أَنْتُمْ أَنْ تَأْتُوا
Εἶπεν ; οὖν αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· πάλιν ἐγὼ ὑπάγω, καὶ ; ζητήσετέ ; με καὶ ; ἀποθανεῖσθε· ἐν τῇ ; ἁμαρτίᾳ ; ὑμῶν ὅπου ὑπάγω ἐγὼ οὐ δύνασθε ὑμεῖς ἐλθεῖν.
يوحنا 8: 24
Jhn.8.24
فَقُلْتُ لَكُمْ: إِنَّكُمْ تَمُوتُونَ فِي خَطَايَاكُمْ، لأَنَّكُمْ إِنْ لَمْ تُؤْمِنُوا أَنِّي أَنَا هُوَ تَمُوتُونَ فِي خَطَايَاكُمْ.
εἶπον ; οὖν ὑμῖν ὅτι ἀποθανεῖσθε ἐν ταῖς ; ἁμαρτίαις ; ὑμῶν· γὰρ ἐὰν μὴ πιστεύσητε ὅτι ; ἐγώ εἰμι, ἀποθανεῖσθε ἐν ταῖς ; ἁμαρτίαις ; ὑμῶν.