ك
إصحاح
G598
G599. apothnḗskō
G600
المعنى المختصر للكلمة
apothnḗskō: to die off (literally or figuratively)
اللفظ الأصلي ἀποθνήσκω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق apothnḗskō (ap-oth-nace-ko)
تكرار الورود في الكتاب 109 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

to die off (literally or figuratively)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
be dead death die lie a-dying be slain (X with)

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἀπέθανεν (11×) ἀπέθανεν. (9×) ἀποθάνῃ (8×) ἀποθανεῖν (6×) ἀποθανεῖν· (4×) ἀπέθανεν· (3×) ἀποθανεῖν, (3×) ἀπέθανον. (2×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (109 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
قَالَ لَهُمْ: تَنَحَّوْا، فَإِنَّ الصَّبِيَّةَ لَمْ تَمُتْ لكِنَّهَا نَائِمَةٌ. فَضَحِكُوا عَلَيْهِ.
λέγει αὐτοῖς· ἀναχωρεῖτε, γὰρ τὸ ; κοράσιον οὐ ἀπέθανεν ἀλλὰ καθεύδει. καὶ ; κατεγέλων αὐτοῦ.
متى 22: 24 Mat.22.24
قَائِلِينَ: يَا مُعَلِّمُ، قَالَ مُوسَى: إِنْ مَاتَ أَحَدٌ وَلَيْسَ لَهُ أَوْلاَدٌ، يَتَزَوَّجْ أَخُوهُ بِامْرَأَتِهِ وَيُقِمْ نَسْلاً لأَخِيهِ.
λέγοντες· διδάσκαλε, εἶπεν· Μωϋσῆς ἐάν ἀποθάνῃ τις μὴ ἔχων τέκνα, ἐπιγαμβρεύσει ὁ ; ἀδελφὸς ; αὐτοῦ τὴν ; γυναῖκα ; αὐτοῦ καὶ ; ἀναστήσει σπέρμα τῷ ; ἀδελφῷ ; αὐτοῦ.
متى 22: 27 Mat.22.27
وَآخِرَ الْكُلِّ مَاتَتِ الْمَرْأَةُ أَيْضًا.
ὕστερον ; δὲ πάντων ἀπέθανεν ἡ ; γυνή. καὶ
متى 26: 35 Mat.26.35
قَالَ لَهُ بُطْرُسُ: وَلَوِ اضْطُرِرْتُ أَنْ أَمُوتَ مَعَكَ لاَ أُنْكِرُكَ. هكَذَا قَالَ أَيْضًا جَمِيعُ التَّلاَمِيذِ.
Λέγει αὐτῷ ὁ ; Πέτρος· κἂν δέῃ ; με ἀποθανεῖν, σὺν ; σοὶ οὐ ; μή σε ; ἀπαρνήσομαι. ὁμοίως εἶπαν.¶ καὶ πάντες οἱ ; μαθηταὶ
وَبَيْنَمَا هُوَ يَتَكَلَّمُ جَاءُوا مِنْ دَارِ رَئِيسِ الْمَجْمَعِ قَائِلِينَ: ابْنَتُكَ مَاتَتْ. لِمَاذَا تُتْعِبُ الْمُعَلِّمَ بَعْدُ.
ἔτι ; αὐτοῦ λαλοῦντος ἔρχονται ἀπὸ τοῦ ; ἀρχισυναγώγου λέγοντες ὅτι ; ἡ ; θυγάτηρ ; σου ἀπέθανεν· τί σκύλλεις διδάσκαλον;¶ ἔτι
فَدَخَلَ وَقَالَ لَهُمْ: لِمَاذَا تَضِجُّونَ وَتَبْكُونَ. لَمْ تَمُتِ الصَّبِيَّةُ لكِنَّهَا نَائِمَةٌ.
καὶ ; εἰσελθὼν λέγει αὐτοῖς· τί θορυβεῖσθε καὶ ; κλαίετε; οὐκ ἀπέθανεν τὸ ; παιδίον ἀλλὰ καθεύδει.
فَصَرَخَ وَصَرَعَهُ شَدِيدًا وَخَرَجَ. فَصَارَ كَمَيْتٍ، حَتَّى قَالَ كَثِيرُونَ: إِنَّهُ مَاتَ..
καὶ ; κράξαν καὶ ; σπαράξαν; αὐτόν πολλὰ ἐξῆλθεν, καὶ ; ἐγένετο ὡσεὶ ; νεκρὸς ὥστε λέγειν πολλοὺς ὅτι ἀπέθανεν.
يَا مُعَلِّمُ، كَتَبَ لَنَا مُوسَى: إِنْ مَاتَ لأَحَدٍ أَخٌ، وَتَرَكَ امْرَأَةً وَلَمْ يُخَلِّفْ أَوْلاَدًا، أَنْ يَأْخُذَ أَخُوهُ امْرَأَتَهُ، وَيُقِيمَ نَسْلاً لأَخِيهِ.
διδάσκαλε, ἔγραψεν ἡμῖν Μωϋσῆς ὅτι ; ἐάν ἀποθάνῃ τινος ἀδελφὸς καὶ ; καταλίπῃ γυναῖκα καὶ ; μὴ ἀφῇ τέκνα ἵνα λάβῃ ὁ ; ἀδελφὸς ; αὐτοῦ τὴν ; γυναῖκα ; αὐτοῦ καὶ ; ἐξαναστήσῃ σπέρμα τῷ ; ἀδελφῷ ; αὐτοῦ.
فَكَانَ سَبْعَةُ إِخْوَةٍ. أَخَذَ الأَوَّلُ امْرَأَةً وَمَاتَ، وَلَمْ يَتْرُكْ نَسْلاً.
ἦσαν· ἑπτὰ ἀδελφοὶ καὶ ; ἔλαβεν ὁ ; πρῶτος γυναῖκα καὶ ; ἀποθνῄσκων οὐκ ἀφῆκεν σπέρμα.
فَأَخَذَهَا الثَّانِي وَمَاتَ، وَلَمْ يَتْرُكْ هُوَ أَيْضًا نَسْلاً. وَهكَذَا الثَّالِثُ.
καὶ ; ἔλαβεν ; αὐτὴν ὁ ; δεύτερος καὶ ; ἀπέθανεν καὶ οὐδὲ; ἀφῆκεν; αὐτὸς σπέρμα καὶ ; ὡσαύτως· ὁ ; τρίτος
فَأَخَذَهَا السَّبْعَةُ، وَلَمْ يَتْرُكُوا نَسْلاً. وَآخِرَ الْكُلِّ مَاتَتِ الْمَرْأَةُ أَيْضًا.
καὶ ; ἔλαβον ; αὐτὴν οἱ ; ἑπτὰ καὶ ; οὐκ ἀφῆκαν σπέρμα. Ἐσχάτη πάντων ἀπέθανεν. ἡ ; γυνὴ καὶ
فَتَعَجَّبَ بِيلاَطُسُ أَنَّهُ مَاتَ كَذَا سَرِيعًا. فَدَعَا قَائِدَ الْمِئَةِ وَسَأَلَهُ: هَلْ لَهُ زَمَانٌ قَدْ مَاتَ.
δὲ ; ἐθαύμασεν ὁ ; Πιλᾶτος εἰ τέθνηκεν, ἤδη καὶ ; προσκαλεσάμενος τὸν ; κεντυρίωνα ἐπηρώτησεν ; αὐτὸν εἰ πάλαι ἀπέθανεν.
لأَنَّهُ كَانَ لَهُ بِنْتٌ وَحِيدَةٌ لَهَا نَحْوُ اثْنَتَيْ عَشْرَةَ سَنَةً، وَكَانَتْ فِي حَالِ الْمَوْتِ. فَفِيمَا هُوَ مُنْطَلِقٌ زَحَمَتْهُ الْجُمُوعُ.
ὅτι ἦν αὐτῷ θυγάτηρ μονογενὴς ὡς δώδεκα ἐτῶν καὶ ; αὐτὴ ἀπέθνῃσκεν. ἐν ; δὲ τῷ ὑπάγειν ; αὐτὸν συνέπνιγον ; αὐτόν.¶ οἱ ; ὄχλοι
وَكَانَ الْجَمِيعُ يَبْكُونَ عَلَيْهَا وَيَلْطِمُونَ. فَقَالَ: لاَ تَبْكُوا. لَمْ تَمُتْ لكِنَّهَا نَائِمَةٌ.
δὲ πάντες ἔκλαιον αὐτήν. καὶ ; ἐκόπτοντο ὁ ; δὲ ; εἶπεν· μὴ κλαίετε· οὐ ἀπέθανεν ἀλλὰ καθεύδει.
فَضَحِكُوا عَلَيْهِ، عَارِفِينَ أَنَّهَا مَاتَتْ.
καὶ ; κατεγέλων αὐτοῦ, εἰδότες ὅτι ἀπέθανεν.
فَمَاتَ الْمِسْكِينُ وَحَمَلَتْهُ الْمَلاَئِكَةُ إِلَى حِضْنِ إِبْرَاهِيمَ. وَمَاتَ الْغَنِيُّ أَيْضًا وَدُفِنَ،
Ἐγένετο ; δὲ ; ἀποθανεῖν τὸν ; πτωχὸν καὶ ; ἀπενεχθῆναι ; αὐτὸν ὑπὸ ; τῶν ; ἀγγέλων εἰς τὸν ; κόλπον τοῦ ; Ἀβραάμ· ἀπέθανεν ; δὲ ὁ ; πλούσιος καὶ καὶ ; ἐτάφη.
قَائِلِيِنَ: يَا مُعَلِّمُ، كَتَبَ لَنَا مُوسَى: إِنْ مَاتَ لأَحَدٍ أَخٌ وَلَهُ امْرَأَةٌ، وَمَاتَ بِغَيْرِ وَلَدٍ، يَأْخُذُ أَخُوهُ الْمَرْأَةَ وَيُقِيمُ نَسْلاً لأَخِيهِ.
λέγοντες· διδάσκαλε, ἔγραψεν ἡμῖν· Μωϋσῆς ἐάν ἀποθάνῃ τινος ἀδελφὸς ἔχων γυναῖκα καὶ ; οὗτος ; ἀποθάνῃ ἄτεκνος ἵνα ; λάβῃ ὁ ; ἀδελφὸς ; αὐτοῦ τὴν ; γυναῖκα καὶ ; ἐξαναστήσῃ σπέρμα τῷ ; ἀδελφῷ ; αὐτοῦ.
قَائِلِيِنَ: يَا مُعَلِّمُ، كَتَبَ لَنَا مُوسَى: إِنْ مَاتَ لأَحَدٍ أَخٌ وَلَهُ امْرَأَةٌ، وَمَاتَ بِغَيْرِ وَلَدٍ، يَأْخُذُ أَخُوهُ الْمَرْأَةَ وَيُقِيمُ نَسْلاً لأَخِيهِ.
λέγοντες· διδάσκαλε, ἔγραψεν ἡμῖν· Μωϋσῆς ἐάν ἀποθάνῃ τινος ἀδελφὸς ἔχων γυναῖκα καὶ ; οὗτος ; ἀποθάνῃ ἄτεκνος ἵνα ; λάβῃ ὁ ; ἀδελφὸς ; αὐτοῦ τὴν ; γυναῖκα καὶ ; ἐξαναστήσῃ σπέρμα τῷ ; ἀδελφῷ ; αὐτοῦ.
فَكَانَ سَبْعَةُ إِخْوَةٍ. وَأَخَذَ الأَوَّلُ امْرَأَةً وَمَاتَ بِغَيْرِ وَلَدٍ،
οὖν ; ἦσαν· ἑπτὰ ἀδελφοὶ καὶ ; λαβὼν ὁ ; πρῶτος γυναῖκα ἀπέθανεν ἄτεκνος,
فَأَخَذَ الثَّانِي الْمَرْأَةَ وَمَاتَ بِغَيْرِ وَلَدٍ،
καὶ ; ἔλαβεν ὁ ; δεύτερος τὴν ; γυναῖκα καὶ ; οὑτὸς ; ἀπέθανεν ἄτεκνος
ثُمَّ أَخَذَهَا الثَّالِثُ، وَهكَذَا السَّبْعَةُ. وَلَمْ يَتْرُكُوا وَلَدًا وَمَاتُوا.
καὶ ἔλαβεν ; αὐτήν ὁ ; τρίτος ὡσαύτως ; δὲ ; καὶ οἱ ; ἑπτὰ οὐ κατέλιπον τέκνα καὶ ; ἀπέθανον.
وَآخِرَ الْكُلِّ مَاتَتِ الْمَرْأَةُ أَيْضًا.
δὲ ; ὕστερον πάντων ἀπέθανεν. ἡ ; γυνὴ καὶ
إِذْ لاَ يَسْتَطِيعُونَ أَنْ يَمُوتُوا أَيْضًا، لأَنَّهُمْ مِثْلُ الْمَلاَئِكَةِ، وَهُمْ أَبْنَاءُ اللهِ، إِذْ هُمْ أَبْنَاءُ الْقِيَامَةِ.
γὰρ οὔτε δύνανται, ἀποθανεῖν ἔτι γάρ ; εἰσιν, ἰσάγγελοι καὶ ; εἰσιν υἱοί τοῦ ; θεοῦ ὄντες. υἱοὶ τῆς ; ἀναστάσεως
هذَا إِذْ سَمِعَ أَنَّ يَسُوعَ قَدْ جَاءَ مِنَ الْيَهُودِيَّةِ إِلَى الْجَلِيلِ، انْطَلَقَ إِلَيْهِ وَسَأَلَهُ أَنْ يَنْزِلَ وَيَشْفِيَ ابْنَهُ لأَنَّهُ كَانَ مُشْرِفًا عَلَى الْمَوْتِ.
οὗτος ἀκούσας ὅτι Ἰησοῦς ἥκει ἐκ τῆς ; Ἰουδαίας εἰς τὴν ; Γαλιλαίαν, ἀπῆλθεν πρὸς ; αὐτὸν καὶ ; ἠρώτα ; αὐτὸν ἵνα καταβῇ καὶ ; ἰάσηται αὐτοῦ ; τὸν ; υἱόν· γὰρ ἤμελλεν ἀποθνῄσκειν.
قَالَ لَهُ خَادِمُ الْمَلِكِ: يَا سَيِّدُ، انْزِلْ قَبْلَ أَنْ يَمُوتَ ابْنِي.
λέγει πρὸς ; αὐτὸν ὁ ; βασιλικός· κύριε, κατάβηθι πρὶν ἀποθανεῖν τὸ ; παιδίον ; μου.¶
آبَاؤُكُمْ أَكَلُوا الْمَنَّ فِي الْبَرِّيَّةِ وَمَاتُوا.
οἱ ; πατέρες ; ὑμῶν ἔφαγον τὸ ; μάννα ἐν τῇ ; ἐρήμῳ καὶ ; ἀπέθανον·
هذَا هُوَ الْخُبْزُ النَّازِلُ مِنَ السَّمَاءِ، لِكَيْ يَأْكُلَ مِنْهُ الإِنْسَانُ وَلاَ يَمُوتَ.
οὗτός ἐστιν ὁ ; ἄρτος ὁ ; καταβαίνων, ἐκ τοῦ ; οὐρανοῦ ἵνα φάγῃ ἐξ ; αὐτοῦ τις καὶ ; μὴ ἀποθάνῃ.¶
هذَا هُوَ الْخُبْزُ الَّذِي نَزَلَ مِنَ السَّمَاءِ. لَيْسَ كَمَا أَكَلَ آبَاؤُكُمُ الْمَنَّ وَمَاتُوا. مَنْ يَأْكُلْ هذَا الْخُبْزَ فَإِنَّهُ يَحْيَا إِلَى الأَبَدِ.
οὗτός ἐστιν ὁ ; ἄρτος ὁ καταβάς, ἐξ τοῦ ; οὐρανοῦ οὐ καθὼς ἔφαγον οἱ ; πατέρες ; ὑμῶν τὸ ; μάννα καὶ ; ἀπέθανον· ὁ τρώγων τοῦτον τὸν ; ἄρτον ζήσεται εἰς τὸν ; αἰῶνα.¶
قَالَ لَهُمْ يَسُوعُ أَيْضًا: أَنَا أَمْضِي وَسَتَطْلُبُونَنِي، وَتَمُوتُونَ فِي خَطِيَّتِكُمْ. حَيْثُ أَمْضِي أَنَا لاَ تَقْدِرُونَ أَنْتُمْ أَنْ تَأْتُوا
Εἶπεν ; οὖν αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· πάλιν ἐγὼ ὑπάγω, καὶ ; ζητήσετέ ; με καὶ ; ἀποθανεῖσθε· ἐν τῇ ; ἁμαρτίᾳ ; ὑμῶν ὅπου ὑπάγω ἐγὼ οὐ δύνασθε ὑμεῖς ἐλθεῖν.
فَقُلْتُ لَكُمْ: إِنَّكُمْ تَمُوتُونَ فِي خَطَايَاكُمْ، لأَنَّكُمْ إِنْ لَمْ تُؤْمِنُوا أَنِّي أَنَا هُوَ تَمُوتُونَ فِي خَطَايَاكُمْ.
εἶπον ; οὖν ὑμῖν ὅτι ἀποθανεῖσθε ἐν ταῖς ; ἁμαρτίαις ; ὑμῶν· γὰρ ἐὰν μὴ πιστεύσητε ὅτι ; ἐγώ εἰμι, ἀποθανεῖσθε ἐν ταῖς ; ἁμαρτίαις ; ὑμῶν.