ك
إصحاح
G599
G600. apokathístēmi
G601
المعنى المختصر للكلمة
apokathístēmi: to reconstitute (in health, home or organization)
اللفظ الأصلي ἀποκαθίστημι
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق apokathístēmi (ap-ok-ath-is-tay-mee)
تكرار الورود في الكتاب 7 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

to reconstitute (in health, home or organization)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
restore (again)

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

καὶ ; ἀπεκατεστάθη (2×) ἀποκατασταθῶ (1×) ἀποκαθιστάνεις (1×) ἀποκαθιστάνει (1×) καὶ ; ἀποκατεστάθη (1×) καὶ ; ἀποκαταστήσει (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (7 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 17: 11 Mat.17.11
فَأَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهُمْ: إِنَّ إِيلِيَّا يَأْتِي أَوَّلاً وَيَرُدُّ كُلَّ شَيْءٍ.
δὲ ; ἀποκριθεὶς Ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· μὲν Ἠλίας ἔρχεται πρῶτον καὶ ; ἀποκαταστήσει πάντα·
فَنَظَرَ حَوْلَهُ إِلَيْهِمْ بِغَضَبٍ، حَزِينًا عَلَى غِلاَظَةِ قُلُوبِهِمْ، وَقَالَ لِلرَّجُلِ: مُدَّ يَدَكَ. فَمَدَّهَا، فَعَادَتْ يَدُهُ صَحِيحَةً كَالأُخْرَى.
περιβλεψάμενος ; καὶ αὐτοὺς μετ᾽ ; ὀργῆς, συλλυπούμενος ἐπὶ τῇ ; πωρώσει τῆς ; καρδίας ; αὐτῶν, λέγει τῷ ; ἀνθρώπῳ· ἔκτεινον τὴν ; χεῖρα ; σου. καὶ ; ἐξέτεινεν, καὶ ; ἀπεκατεστάθη ἡ ; χεὶρ ; αὐτοῦ ὑγιὴς ὡς ; ἡ ; ἄλλη.¶
ثُمَّ وَضَعَ يَدَيْهِ أَيْضًا عَلَى عَيْنَيْهِ، وَجَعَلَهُ يَتَطَلَّعُ. فَعَادَ صَحِيحًا وَأَبْصَرَ كُلَّ إِنْسَانٍ جَلِيًّا.
εἶτα ἐπέθηκεν τὰς ; χεῖρας πάλιν ἐπὶ τοὺς ; ὀφθαλμοὺς ; αὐτοῦ, καὶ ; ἐποίησεν ; αὐτὸν ἀναβλέψαι καὶ ; ἀποκατεστάθη καὶ ; ἐνέβλεψεν ἅπαντας τηλαυγῶς
فَأَجَابَ وَقَالَ لَهُمْ: إِنَّ إِيلِيَّا يَأْتِي أَوَّلاً وَيَرُدُّ كُلَّ شَيْءٍ. وَكَيْفَ هُوَ مَكْتُوبٌ عَنِ ابْنِ الإِنْسَانِ أَنْ يَتَأَلَّمَ كَثِيرًا وَيُرْذَلَ.
ὁ ; δὲ ; ἀποκριθείς εἶπεν αὐτοῖς· Ἠλίας μὲν ; ἐλθὼν πρῶτον ἀποκαθιστάνει πάντα· καὶ ; πῶς γέγραπται ἐπὶ υἱὸν ; τὸν τοῦ ; ἀνθρώπου ἵνα πάθῃ πολλὰ καὶ ; ἐξουδενηθῇ.
ثُمَّ نَظَرَ حَوْلَهُ إِلَى جَمِيعِهِمْ وَقَالَ لِلرَّجُلِ: مُدَّ يَدَكَ. فَفَعَلَ هكَذَا. فَعَادَتْ يَدُهُ صَحِيحَةً كَالأُخْرَى.
καὶ περιβλεψάμενος πάντας ; αὐτοὺς εἶπεν τῷ ἀνθρώπῳ ἔκτεινον τὴν ; χεῖρά ; σου. ὁ ; δὲ ; ἐποίησεν οὕτως· καὶ ; ἀπεκατεστάθη ἡ ; χεὶρ ; αὐτοῦ ὑγιὴς ὡς ; ἡ ; ἄλλη.
أَمَّا هُمُ الْمُجْتَمِعُونَ فَسَأَلُوهُ قَائِلِينَ: يَا رَبُّ، هَلْ فِي هذَا الْوَقْتِ تَرُدُّ الْمُلْكَ إِلَى إِسْرَائِيلَ.
μὲν ; οὖν Οἱ συνελθόντες ἐπηρώτων; αὐτὸν λέγοντες· κύριε, εἰ ἐν τούτῳ τῷ ; χρόνῳ ἀποκαθιστάνεις τὴν ; βασιλείαν τῷ ; Ἰσραήλ;
وَلكِنْ أَطْلُبُ أَكْثَرَ أَنْ تَفْعَلُوا هذَا لِكَيْ أُرَدَّ إِلَيْكُمْ بِأَكْثَرِ سُرْعَةٍ.
δὲ παρακαλῶ περισσοτέρως ποιῆσαι, τοῦτο ἵνα ἀποκατασταθῶ ὑμῖν.¶ τάχιον