ك
إصحاح
G598
G599. apothnḗskō
G600
المعنى المختصر للكلمة
apothnḗskō: to die off (literally or figuratively)
اللفظ الأصلي ἀποθνήσκω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق apothnḗskō (ap-oth-nace-ko)
تكرار الورود في الكتاب 109 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

to die off (literally or figuratively)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
be dead death die lie a-dying be slain (X with)

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἀπέθανεν (11×) ἀπέθανεν. (9×) ἀποθάνῃ (8×) ἀποθανεῖν (6×) ἀποθανεῖν· (4×) ἀπέθανεν· (3×) ἀποθανεῖν, (3×) ἀπέθανον. (2×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (109 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
لأَنَّ لِيَ الْحَيَاةَ هِيَ الْمَسِيحُ وَالْمَوْتُ هُوَ رِبْحٌ.
γὰρ Ἐμοὶ τὸ ; ζῆν Χριστὸς καὶ ; τὸ ; ἀποθανεῖν κέρδος.
إِذًا إِنْ كُنْتُمْ قَدْ مُتُّمْ مَعَ الْمَسِيحِ عَنْ أَرْكَانِ الْعَالَمِ، فَلِمَاذَا كَأَنَّكُمْ عَائِشُونَ فِي الْعَالَمِ. تُفْرَضُ عَلَيْكُمْ فَرَائِضُ:
οὖν Εἰ ἀπεθάνετε σὺν τῷ ; Χριστῷ ἀπὸ τῶν ; στοιχείων τοῦ ; κόσμου, τί ὡς ζῶντες ἐν κόσμῳ δογματίζεσθε;
لأَنَّكُمْ قَدْ مُتُّمْ وَحَيَاتُكُمْ مُسْتَتِرَةٌ مَعَ الْمَسِيحِ فِي اللهِ.
γὰρ ἀπεθάνετε ἡ ; ζωὴ ; ὑμῶν κέκρυπται σὺν τῷ ; Χριστῷ ἐν τῷ ; θεῷ·
لأَنَّهُ إِنْ كُنَّا نُؤْمِنُ أَنَّ يَسُوعَ مَاتَ وَقَامَ، فَكَذلِكَ الرَّاقِدُونَ بِيَسُوعَ، سَيُحْضِرُهُمُ اللهُ أَيْضًا مَعَهُ.
γὰρ εἰ πιστεύομεν ὅτι Ἰησοῦς ἀπέθανεν καὶ ; ἀνέστη, οὕτως ; καὶ τοὺς ; κοιμηθέντας Ἰησοῦ ; τοῦ ; διὰ ἄξει ὁ ; θεὸς καὶ σὺν ; αὐτῷ.¶
الَّذِي مَاتَ لأَجْلِنَا، حَتَّى إِذَا سَهِرْنَا أَوْ نِمْنَا نَحْيَا جَمِيعًا مَعَهُ.
ἀποθανόντος ὑπὲρ ; ἡμῶν, ἵνα εἴτε ; γρηγορῶμεν εἴτε καθεύδωμεν ζήσωμεν.¶ ἅμα ; σὺν ; αὐτῷ
وَهُنَا أُنَاسٌ مَائِتُونَ يَأْخُذُونَ عُشْرًا، وَأَمَّا هُنَاكَ فَالْمَشْهُودُ لَهُ بِأَنَّهُ حَيٌّ.
καὶ ; ὧδε ἄνθρωποι ἀποθνῄσκοντες λαμβάνουσιν δεκάτας δὲ ἐκεῖ μαρτυρούμενος ὅτι ; ζῇ.
وَكَمَا وُضِعَ لِلنَّاسِ أَنْ يَمُوتُوا مَرَّةً ثُمَّ بَعْدَ ذلِكَ الدَّيْنُونَةُ،
καὶ ; καθ᾽ ; ὅσον ἀπόκειται τοῖς ; ἀνθρώποις ἀποθανεῖν ἅπαξ δὲ μετὰ τοῦτο κρίσις,
مَنْ خَالَفَ نَامُوسَ مُوسَى فَعَلَى شَاهِدَيْنِ أَوْ ثَلاَثَةِ شُهُودٍ يَمُوتُ بِدُونِ رَأْفَةٍ.
τις ἀθετήσας νόμον Μωϋσέως ἐπὶ δυσὶν ἢ τρισὶν μάρτυσιν ἀποθνῄσκει· χωρὶς οἰκτιρμῶν
بِالإِيمَانِ قَدَّمَ هَابِيلُ ِللهِ ذَبِيحَةً أَفْضَلَ مِنْ قَايِينَ. فَبِهِ شُهِدَ لَهُ أَنَّهُ بَارٌّ، إِذْ شَهِدَ اللهُ لِقَرَابِينِهِ. وَبِهِ، وَإِنْ مَاتَ، يَتَكَلَّمْ بَعْدُ.
Πίστει προσήνεγκεν Ἅβελ τῷ ; θεῷ, θυσίαν πλείονα παρὰ Κάϊν δι᾽ ; ἧς ἐμαρτυρήθη εἶναι δίκαιος μαρτυροῦντος τοῦ ; θεοῦ· ἐπὶ ; τοῖς ; δώροις ; αὐτοῦ καὶ ; δι᾽ ; αὐτῆς ἀποθανὼν λαλεῖται ἔτι
فِي الإِيمَانِ مَاتَ هؤُلاَءِ أَجْمَعُونَ، وَهُمْ لَمْ يَنَالُوا الْمَوَاعِيدَ، بَلْ مِنْ بَعِيدٍ نَظَرُوهَا وَصَدَّقُوهَا وَحَيُّوهَا، وَأَقَرُّوا بِأَنَّهُمْ غُرَبَاءُ وَنُزَلاَءُ عَلَى الأَرْضِ.
Κατὰ πίστιν ἀπέθανον οὗτοι πάντες μὴ λαβόντες τὰς ; ἐπαγγελίας ἀλλὰ πόρρωθεν αὐτὰς ; ἰδόντες καὶ ; πεισθέντες καὶ ; ἀσπασάμενοι καὶ ; ὁμολογήσαντες ὅτι ; εἰσιν ξένοι καὶ ; παρεπίδημοί ἐπὶ τῆς ; γῆς.
بِالإِيمَانِ يَعْقُوبُ عِنْدَ مَوْتِهِ بَارَكَ كُلَّ وَاحِدٍ مِنِ ابْنَيْ يُوسُفَ، وَسَجَدَ عَلَى رَأْسِ عَصَاهُ.
Πίστει Ἰακὼβ ἀποθνῄσκων εὐλόγησεν ἕκαστον τῶν ; υἱῶν Ἰωσὴφ καὶ ; προσεκύνησεν ἐπὶ τὸ ; ἄκρον τῆς ; ῥάβδου ; αὐτοῦ.¶
رُجِمُوا، نُشِرُوا، جُرِّبُوا، مَاتُوا قَتْلاً بِالسَّيْفِ، طَافُوا فِي جُلُودِ غَنَمٍ وَجُلُودِ مِعْزَى، مُعْتَازِينَ مَكْرُوبِينَ مُذَلِّينَ،
ἐλιθάσθησαν, ἐπρίσθησαν, ἐπειράσθησαν, ἀπέθανον· φόνῳ ; ἐν μαχαίρης περιῆλθον ἐν μηλωταῖς, ἐν ; δέρμασιν, αἰγείοις ὑστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι,
هؤُلاَءِ صُخُورٌ فِي وَلاَئِمِكُمُ الْمَحَبِّيَّةِ، صَانِعِينَ وَلاَئِمَ مَعًا بِلاَ خَوْفٍ، رَاعِينَ أَنْفُسَهُمْ. غُيُومٌ بِلاَ مَاءٍ تَحْمِلُهَا الرِّيَاحُ. أَشْجَارٌ خَرِيفِيَّةٌ بِلاَ ثَمَرٍ مَيِّتَةٌ مُضَاعَفًا، مُقْتَلَعَةٌ.
Οὗτοί σπιλάδες, ἐν ἀγάπαις συνευωχούμενοι, ἀφόβως ποιμαίνοντες· ἑαυτοὺς νεφέλαι ἄνυδροι, περιφερόμεναι ἀνέμων δένδρα φθινοπωρινὰ ἄκαρπα, ἀποθανόντα, δὶς ἐκριζωθέντα·
كُنْ سَاهِرًا وَشَدِّدْ مَا بَقِيَ، الَّذِي هُوَ عَتِيدٌ أَنْ يَمُوتَ، لأَنِّي لَمْ أَجِدْ أَعْمَالَكَ كَامِلَةً أَمَامَ اللهِ.
γίνου γρηγορῶν στήρισον ; τὰ τὰ λοιπὰ ἃ μὲλλει ἀποθανεῖν· γὰρ οὐ εὕρηκά σου ; τὰ ; ἔργα πεπληρωμένα ἐνώπιον τοῦ ; θεοῦ
وَمَاتَ ثُلْثُ الْخَلاَئِقِ الَّتِي فِي الْبَحْرِ الَّتِي لَهَا حَيَاةٌ، وَأُهْلِكَ ثُلْثُ السُّفُنِ.
καὶ ; ἀπέθανεν τὸ ; τρίτον τῶν ; κτισμάτων τῶν ἐν τῇ ; θαλάσσῃ, τὰ ἔχοντα ψυχάς, διεφθάρη καὶ ; τὸ ; τρίτον τῶν ; πλοίων
وَاسْمُ الْكَوْكَبِ يُدْعَى الأَفْسَنْتِينُ. فَصَارَ ثُلْثُ الْمِيَاهِ أَفْسَنْتِينًا، وَمَاتَ كَثِيرُونَ مِنَ النَّاسِ مِنَ الْمِيَاهِ لأَنَّهَا صَارَتْ مُرَّةً.
καὶ ; τὸ ; ὄνομα τοῦ ; ἀστέρος λέγεται Ἄψινθος· καὶ ; γίνεται τὸ ; τρίτον τῶν ; ὑδάτων εἰς ; ἄψινθον, καὶ ; ἀπέθανον πολλοὶ τῶν ; ἀνθρώπων ἐκ τῶν ; ὑδάτων ὅτι ἐπικράνθησαν.¶
وَفِي تِلْكَ الأَيَّامِ سَيَطْلُبُ النَّاسُ الْمَوْتَ وَلاَ يَجِدُونَهُ، وَيَرْغَبُونَ أَنْ يَمُوتُوا فَيَهْرُبُ الْمَوْتُ مِنْهُمْ.
Καὶ ; ἐν ἐκείναις ταῖς ; ἡμέραις ζητήσουσιν οἱ ; ἄνθρωποι τὸν ; θάνατον καὶ ; οὐ ; μὴ εὑρήσουσιν ; αὐτόν· καὶ ; ἐπιθυμήσουσιν ἀποθανεῖν, καὶ ; φεύξεται ὁ ; θάνατος ἀπ᾽ ; αὐτῶν.
وَسَمِعْتُ صَوْتًا مِنَ السَّمَاءِ قَائِلاً لِي: اكْتُبْ: طُوبَى لِلأَمْوَاتِ الَّذِينَ يَمُوتُونَ فِي الرَّبِّ مُنْذُ الآنَ. نَعَمْ يَقُولُ الرُّوحُ: لِكَيْ يَسْتَرِيحُوا مِنْ أَتْعَابِهِمْ، وَأَعْمَالُهُمْ تَتْبَعُهُمْ.
Καὶ ; ἤκουσα φωνῆς ἐκ τοῦ ; οὐρανοῦ λεγούσης μοι· γράψον· μακάριοι οἱ ; νεκροὶ οἱ ; ἀποθνῄσκοντες ἐν κυρίῳ ἀπ᾽ ἄρτι. ναί, λέγει τὸ ; πνεῦμα, ἵνα ἀναπαύσωνται ἐκ τῶν ; κόπων ; αὐτῶν, τὰ ; δὲ; ἔργα ; αὐτῶν ἀκολουθεῖ ; μετ᾽ ; αὐτῶν.¶
ثُمَّ سَكَبَ الْمَلاَكُ الثَّانِي جَامَهُ عَلَى الْبَحْرِ، فَصَارَ دَمًا كَدَمِ مَيِّتٍ. وَكُلُّ نَفْسٍ حَيَّةٍ مَاتَتْ فِي الْبَحْرِ.
Καὶ ἐξέχεεν ὁ ; ἄγγελος δεύτερος τὴν ; φιάλην ; αὐτοῦ εἰς τὴν ; θάλασσαν, καὶ ; ἐγένετο αἷμα ὡς ; νεκροῦ, καὶ ; πᾶσα ψυχὴ ζῶσα ἀπέθανεν ἐν ; τῇ ; θαλάσσῃ.¶