ك
إصحاح
G58
G59. agorázō
G60
المعنى المختصر للكلمة
agorázō: properly, to go to market, i.e. (by implication) to purchase
اللفظ الأصلي ἀγοράζω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق agorázō (ag-or-ad-zo)
تكرار الورود في الكتاب 27 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1 properly, to go to market, i.e. (by implication) to purchase
2 specially, to redeem
الإنجليزية — KJV Translation Tags
buy redeem

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἀγοράσαι (3×) καὶ ; ἀγοράζοντας (3×) ἠγόρασαν (2×) ἠγόρασα (2×) ἀγοράσωσιν (2×) ἀγοράσωμεν (2×) ἵνα ; ἀγοράσωσιν. (1×) ἠγόραζον, (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (27 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 13: 44 Mat.13.44
أَيْضًا يُشْبِهُ مَلَكُوتُ السَّمَاوَاتِ كَنْزًا مُخْفىً فِي حَقْل، وَجَدَهُ إِنْسَانٌ فَأَخْفَاهُ. وَمِنْ فَرَحِهِ مَضَى وَبَاعَ كُلَّ مَا كَانَ لَهُ وَاشْتَرَى ذلِكَ الْحَقْلَ.
Πάλιν ὁμοία ; ἐστὶν ἡ ; βασιλεία τῶν ; οὐρανῶν θησαυρῷ κεκρυμμένῳ ἐν τῷ ; ἀγρῷ, ὃν ; εὑρὼν ἄνθρωπος ἔκρυψεν. καὶ ; ἀπὸ τῆς ; χαρᾶς ; αὐτοῦ ὑπάγει καὶ ; πωλεῖ πάντα ὅσα ἔχει καὶ ; ἀγοράζει ἐκεῖνον.¶ τὸν ; ἀγρὸν
متى 14: 15 Mat.14.15
وَلَمَّا صَارَ الْمَسَاءُ تَقَدَّمَ إِلَيْهِ تَلاَمِيذُهُ قَائِلِينَ: الْمَوْضِعُ خَلاَءٌ وَالْوَقْتُ قَدْ مَضَى. اِصْرِفِ الْجُمُوعَ لِكَيْ يَمْضُوا إِلَى الْقُرَى وَيَبْتَاعُوا لَهُمْ طَعَامًا.
δὲ γενομένης Ὀψίας προσῆλθον αὐτῷ οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ λέγοντες· ὁ ; τόπος, ἔρημός ; ἐστιν καὶ ; ἡ ; ὥρα ἤδη παρῆλθεν· ἀπόλυσον τοὺς ; ὄχλους ἵνα ἀπελθόντες εἰς τὰς ; κώμας ἀγοράσωσιν ἑαυτοῖς βρώματα.¶
متى 21: 12 Mat.21.12
وَدَخَلَ يَسُوعُ إِلَى هَيْكَلِ اللهِ وَأَخْرَجَ جَمِيعَ الَّذِينَ كَانُوا يَبِيعُونَ وَيَشْتَرُونَ فِي الْهَيْكَلِ، وَقَلَبَ مَوَائِدَ الصَّيَارِفَةِ وَكَرَاسِيَّ بَاعَةِ الْحَمَامِ
Καὶ ; εἰσῆλθεν ὁ ; Ἰησοῦς εἰς τὸ ; ἱερὸν τοῦ ; θεοῦ καὶ ; ἐξέβαλεν πάντας τοὺς πωλοῦντας καὶ ; ἀγοράζοντας ἐν τῷ ; ἱερῷ, καὶ ; κατέστρεψεν τὰς ; τραπέζας τῶν ; κολλυβιστῶν καὶ ; τὰς ; καθέδρας τῶν ; πωλούντων τὰς ; περιστεράς.
متى 25: 10 Mat.25.10
وَفِيمَا هُنَّ ذَاهِبَاتٌ لِيَبْتَعْنَ جَاءَ الْعَرِيسُ، وَالْمُسْتَعِدَّاتُ دَخَلْنَ مَعَهُ إِلَى الْعُرْسِ، وَأُغْلِقَ الْبَابُ.
δὲ αὐτῶν ἀπερχομένων ἀγοράσαι ἦλθεν ὁ ; νυμφίος, καὶ ; αἱ ; ἕτοιμοι εἰσῆλθον μετ᾽ ; αὐτοῦ εἰς τοὺς ; γάμους, καὶ ; ἐκλείσθη ἡ ; θύρα.
فَتَشَاوَرُوا وَاشْتَرَوْا بِهَا حَقْلَ الْفَخَّارِيِّ مَقْبَرَةً لِلْغُرَبَاءِ.
Συμβούλιον ; δὲ ; λαβόντες ἠγόρασαν ἐξ ; αὐτῶν τὸν ; ἀγρὸν τοῦ ; κεραμέως εἰς ; ταφὴν τοῖς ; ξένοις.
اِصْرِفْهُمْ لِكَيْ يَمْضُوا إِلَى الضِّيَاعِ وَالْقُرَى حَوَالَيْنَا وَيَبْتَاعُوا لَهُمْ خُبْزًا، لأَنْ لَيْسَ عِنْدَهُمْ مَا يَأْكُلُونَ.
ἀπόλυσον ; αὐτοὺς ἵνα ἀπελθόντες εἰς τοὺς ; ἀγροὺς καὶ ; κώμας κύκλῳ ἀγοράσωσιν ἑαυτοῖς ἄρτους γὰρ οὐκ ἔχουσιν. τί φάγωσιν
فَأَجَابَ وَقَالَ لَهُمْ: أَعْطُوهُمْ أَنْتُمْ لِيَأْكُلُوا. فَقَالُوا لَهُ: أَنَمْضِي وَنَبْتَاعُ خُبْزًا بِمِئَتَيْ دِينَارٍ وَنُعْطِيَهُمْ لِيَأْكُلُوا.
ὁ ; δὲ ; ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς· δότε ; αὐτοῖς ὑμεῖς φαγεῖν. καὶ ; λέγουσιν αὐτῷ· ἀπελθόντες ἀγοράσωμεν ἄρτους διακοσίων δηναρίων καὶ ; δῶμεν; αὐτοῖς φαγεῖν;¶
وَجَاءُوا إِلَى أُورُشَلِيمَ. وَلَمَّا دَخَلَ يَسُوعُ الْهَيْكَلَ ابْتَدَأَ يُخْرِجُ الَّذِينَ كَانُوا يَبِيعُونَ وَيَشْتَرُونَ فِي الْهَيْكَلِ، وَقَلَّبَ مَوَائِدَ الصَّيَارِفَةِ وَكَرَاسِيَّ بَاعَةِ الْحَمَامِ.
καὶ ; ἔρχονται εἰς Ἱεροσόλυμα, καὶ εἰσελθὼν ὁ ; Ἰησοῦς εἰς ; τὸ ; ἱερὸν ἤρξατο ἐκβάλλειν τοὺς πωλοῦντας καὶ ; ἀγοράζοντας ἐν τῷ ; ἱερῷ, καὶ ; κατέστρεψεν τὰς ; τραπέζας τῶν ; κολλυβιστῶν καὶ ; τὰς ; καθέδρας τῶν ; πωλούντων τὰς ; περιστερὰς
فَاشْتَرَى كَتَّانًا، فَأَنْزَلَهُ وَكَفَّنَهُ بِالْكَتَّانِ، وَوَضَعَهُ فِي قَبْرٍ كَانَ مَنْحُوتًا فِي صَخْرَةٍ، وَدَحْرَجَ حَجَرًا عَلَى بَابِ الْقَبْرِ.
καὶ ; ἀγοράσας σινδόνα, καὶ ; καθελὼν ; αὐτὸν ἐνείλησεν τῇ ; σινδόνι καὶ ; κατέθηκεν; αὐτὸν ἐν μνημείῳ ὃ ; ἦν λελατομημένον ἐκ πέτρας καὶ ; προσεκύλισεν λίθον ἐπὶ τὴν ; θύραν τοῦ ; μνημείου.
وَبَعْدَمَا مَضَى السَّبْتُ، اشْتَرَتْ مَرْيَمُ الْمَجْدَلِيَّةُ وَمَرْيَمُ أُمُّ يَعْقُوبَ وَسَالُومَةُ، حَنُوطًا لِيَأْتِينَ وَيَدْهَنَّهُ.
διαγενομένου ; Καὶ τοῦ ; σαββάτου ἠγόρασαν Μαρία ἡ ; Μαγδαληνὴ καὶ ; Μαρία ἡ ; τοῦ Ἰακώβου καὶ ; Σαλώμη ἀρώματα ἵνα ; ἐλθοῦσαι ἀλείψωσιν ; αὐτόν.
فَقَالَ لَهُمْ: أَعْطُوهُمْ أَنْتُمْ لِيَأْكُلُوا. فَقَالُوا: لَيْسَ عِنْدَنَا أَكْثَرُ مِنْ خَمْسَةِ أَرْغِفَةٍ وَسَمَكَتَيْنِ، إِلاَّ أَنْ نَذْهَبَ وَنَبْتَاعَ طَعَامًا لِهذَا الشَّعْبِ كُلِّهِ.
Εἶπεν ; δὲ πρὸς ; αὐτούς· δότε ; αὐτοῖς ὑμεῖς φαγεῖν. οἱ ; δὲ ; εἶπαν· οὐκ εἰσὶν ; ἡμῖν πλεῖον ἢ πέντε ἄρτοι καὶ ; ἰχθύες ; δύο, εἰ ; μήτι πορευθέντες ; ἡμεῖς ἀγοράσωμεν βρώματα. εἰς ; τοῦτον τὸν ; λαὸν πάντα
فَابْتَدَأَ الْجَمِيعُ بِرَأْيٍ وَاحِدٍ يَسْتَعْفُونَ. قَالَ لَهُ الأَوَّلُ: إِنِّي اشْتَرَيْتُ حَقْلاً، وَأَنَا مُضْطَرٌّ أَنْ أَخْرُجَ وَأَنْظُرَهُ. أَسْأَلُكَ أَنْ تُعْفِيَنِي.
καὶ ; ἤρξαντο πάντες ἀπὸ ; μιᾶς παραιτεῖσθαι.¶ εἶπεν αὐτῷ· Ὁ ; πρῶτος ἠγόρασα ἀγρὸν καὶ ; ἔχω ἀνάγκην ἐξελθεῖν καὶ ; ἰδεῖν ; αὐτόν· ἐρωτῶ ; σε, ἔχε με ; παρῃτημένον.
وَقَالَ آخَرُ: إِنِّي اشْتَرَيْتُ خَمْسَةَ أَزْوَاجِ بَقَرٍ، وَأَنَا مَاضٍ لأَمْتَحِنَهَا. أَسْأَلُكَ أَنْ تُعْفِيَنِي.
καὶ ; εἶπεν· ἕτερος ἠγόρασα πέντε ζεύγη βοῶν καὶ ; πορεύομαι δοκιμάσαι ; αὐτά· ἐρωτῶ ; σε, ἔχε με ; παρῃτημένον.
كَذلِكَ أَيْضًا كَمَا كَانَ فِي أَيَّامِ لُوطٍ: كَانُوا يَأْكُلُونَ وَيَشْرَبُونَ، وَيَشْتَرُونَ وَيَبِيعُونَ، وَيَغْرِسُونَ وَيَبْنُونَ.
ὁμοίως καὶ ὡς ἐγένετο ἐν ταῖς ; ἡμέραις Λώτ· ἤσθιον, ἔπινον, ἠγόραζον, ἐπώλουν, ἐφύτευον, ᾠκοδόμουν.
وَلَمَّا دَخَلَ الْهَيْكَلَ ابْتَدَأَ يُخْرِجُ الَّذِينَ كَانُوا يَبِيعُونَ وَيَشْتَرُونَ فِيهِ
Καὶ εἰσελθὼν εἰς ; τὸ ; ἱερὸν ἤρξατο ἐκβάλλειν τοὺς πωλοῦντας καὶ ; ἀγοράζοντας ἐν ; αὐτῷ
فَقَالَ لَهُمْ: لكِنِ الآنَ، مَنْ لَهُ كِيسٌ فَلْيَأْخُذْهُ وَمِزْوَدٌ كَذلِكَ. وَمَنْ لَيْسَ لَهُ فَلْيَبِعْ ثَوْبَهُ وَيَشْتَرِ سَيْفًا.
εἶπεν ; οὖν αὐτοῖς· ἀλλὰ νῦν ὁ ἔχων βαλλάντιον ἀράτω, καὶ ; πήραν· ὁμοίως καὶ ; ὁ μὴ ἔχων πωλησάτω τὸ ; ἱμάτιον ; αὐτοῦ καὶ ; ἀγορασάτω μάχαιραν.
لأَنَّ تَلاَمِيذَهُ كَانُوا قَدْ مَضَوْا إِلَى الْمَدِينَةِ لِيَبْتَاعُوا طَعَامًا.
γὰρ οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ ἀπεληλύθεισαν εἰς τὴν ; πόλιν ἵνα ; ἀγοράσωσιν. τροφὰς
فَرَفَعَ يَسُوعُ عَيْنَيْهِ وَنَظَرَ أَنَّ جَمْعًا كَثِيرًا مُقْبِلٌ إِلَيْهِ، فَقَالَ لِفِيلُبُّسَ: مِنْ أَيْنَ نَبْتَاعُ خُبْزًا لِيَأْكُلَ هؤُلاَءِ.
Ἐπάρας ; οὖν ὁ ; Ἰησοῦς τοὺς ; ὀφθαλμοὺς καὶ ; θεασάμενος ὅτι ὄχλος πολὺς ἔρχεται πρὸς ; αὐτὸν λέγει πρὸς ; τὸν ; Φίλιππον· πόθεν ἀγοράσομεν ἄρτους, ἵνα ; φάγωσιν οὗτοι;
لأَنَّ قَوْمًا، إِذْ كَانَ الصُّنْدُوقُ مَعَ يَهُوذَا، ظَنُّوا أَنَّ يَسُوعَ قَالَ لَهُ: اشْتَرِ مَا نَحْتَاجُ إِلَيْهِ لِلْعِيدِ، أَوْ أَنْ يُعْطِيَ شَيْئًا لِلْفُقَرَاءِ.
γὰρ τινὲς ἐπεὶ τὸ ; γλωσσόκομον εἶχεν ὁ ; Ἰούδας, ἐδόκουν, ὁ ; Ἰησοῦς· ὅτι ; λέγει αὐτῷ ἀγόρασον ὧν χρείαν ; ἔχομεν εἰς ; τὴν ; ἑορτήν, ἢ ἵνα δῷ. τι τοῖς ; πτωχοῖς
لأَنَّكُمْ قَدِ اشْتُرِيتُمْ بِثَمَنٍ. فَمَجِّدُوا اللهَ فِي أَجْسَادِكُمْ وَفِي أَرْوَاحِكُمُ الَّتِي هِيَ لِلهِ.
γὰρ ἠγοράσθητε τιμῆς· δοξάσατε ; δὴ τὸν ; θεὸν ἐν τῷ ; σώματι ; ὑμῶν καὶ ; ἐν τῷ ; πνεύματι ; ὑμῶν ἅτινά ἐστιν τοῦ ; θεοῦ.¶
قَدِ اشْتُرِيتُمْ بِثَمَنٍ، فَلاَ تَصِيرُوا عَبِيدًا لِلنَّاسِ.
ἠγοράσθητε· τιμῆς μὴ γίνεσθε δοῦλοι ἀνθρώπων.
وَالَّذِينَ يَبْكُونَ كَأَنَّهُمْ لاَ يَبْكُونَ، وَالَّذِينَ يَفْرَحُونَ كَأَنَّهُمْ لاَ يَفْرَحُونَ، وَالَّذِينَ يَشْتَرُونَ كَأَنَّهُمْ لاَ يَمْلِكُونَ،
καὶ ; οἱ κλαίοντες ὡς μὴ κλαίοντες, καὶ ; οἱ χαίροντες ὡς μὴ χαίροντες, καὶ ; οἱ ἀγοράζοντες ὡς μὴ κατέχοντες,
أُشِيرُ عَلَيْكَ أَنْ تَشْتَرِيَ مِنِّي ذَهَبًا مُصَفًّى بِالنَّارِ لِكَيْ تَسْتَغْنِيَ، وَثِيَابًا بِيضًا لِكَيْ تَلْبَسَ، فَلاَ يَظْهَرُ خِزْيُ عُرْيَتِكَ. وَكَحِّلْ عَيْنَيْكَ بِكُحْل لِكَيْ تُبْصِرَ.
συμβουλεύω σοι ἀγοράσαι παρ᾽ ; ἐμοῦ χρυσίον πεπυρωμένον ἐκ ; πυρὸς ἵνα πλουτήσῃς, καὶ ; ἱμάτια λευκὰ ἵνα περιβάλῃ, καὶ ; μὴ φανερωθῇ ἡ ; αἰσχύνη τῆς ; γυμνότητός ; σου, καὶ ; ἐγχρῖσον ὀφθαλμούς ; σου κολλούριον ἵνα βλέπῃς.
وَأَنْ لاَ يَقْدِرَ أَحَدٌ أَنْ يَشْتَرِيَ أَوْ يَبِيعَ، إِّلاَّ مَنْ لَهُ السِّمَةُ أَوِ اسْمُ الْوَحْشِ أَوْ عَدَدُ اسْمِهِ.
καὶ ἵνα ; μή ; τις ; δύνηται ἀγοράσαι ἢ πωλῆσαι εἰ ; μὴ ὁ ἔχων τὸ ; χάραγμα ἢ, τὸ ; ὄνομα τοῦ ; θηρίου ἢ τὸν ; ἀριθμὸν τοῦ ; ὀνόματος ; αὐτοῦ.¶
وَهُمْ يَتَرَنَّمُونَ كَتَرْنِيمَةٍ جَدِيدَةٍ أَمَامَ الْعَرْشِ وَأَمَامَ الأَرْبَعَةِ الْحَيَوَانَاتِ وَالشُّيُوخِ. وَلَمْ يَسْتَطِعْ أَحَدٌ أَنْ يَتَعَلَّمَ التَّرْنِيمَةَ إِّلاَّ الْمِئَةُ وَالأَرْبَعَةُ وَالأَرْبَعُونَ أَلْفًا الَّذِينَ اشْتُرُوا مِنَ الأَرْضِ.
καὶ ᾄδουσιν ὡς ; ᾠδὴν καινὴν ἐνώπιον τοῦ ; θρόνου καὶ ; ἐνώπιον τεσσάρων τῶν ; ζῴων καὶ ; τῶν ; πρεσβυτέρων, καὶ ; οὐδεὶς ; ἐδύνατο μαθεῖν τὴν ; ᾠδὴν εἰ ; μὴ αἱ ; ἑκατὸν τέσσαρες τεσσεράκοντα χιλιάδες, οἱ ἠγορασμένοι ἀπὸ τῆς ; γῆς.
هؤُلاَءِ هُمُ الَّذِينَ لَمْ يَتَنَجَّسُوا مَعَ النِّسَاءِ لأَنَّهُمْ أَطْهَارٌ. هؤُلاَءِ هُمُ الَّذِينَ يَتْبَعُونَ الْخَرُوفَ حَيْثُمَا ذَهَبَ. هؤُلاَءِ اشْتُرُوا مِنْ بَيْنِ النَّاسِ بَاكُورَةً ِللهِ وَلِلْخَرُوفِ.
οὗτοί εἰσιν οἳ οὐκ ἐμολύνθησαν, μετὰ γυναικῶν γάρ ; εἰσιν· παρθένοι οὗτοι εἰσιν οἱ ἀκολουθοῦντες τῷ ; ἀρνίῳ ὅπου ; ἂν ὑπάγῃ· οὗτοι ἠγοράσθησαν ἀπὸ τῶν ; ἀνθρώπων, ἀπαρχὴ τῷ ; θεῷ καὶ ; τῷ ; ἀρνίῳ·
وَيَبْكِي تُجَّارُ الأَرْضِ وَيَنُوحُونَ عَلَيْهَا، لأَنَّ بَضَائِعَهُمْ لاَ يَشْتَرِيهَا أَحَدٌ فِي مَا بَعْدُ،
καὶ ; κλαίουσιν οἱ ; ἔμποροι τῆς ; γῆς καὶ ; πενθοῦσιν ἐπ᾽ ; αὐτῇ ὅτι τὸν ; γόμον ; αὐτῶν οὐδεὶς ; ἀγοράζει οὐκέτι·