ك
إصحاح
G5116
G5117. tópos
G5118
المعنى المختصر للكلمة
tópos: a spot (general in space, but limited by occupancy
اللفظ الأصلي τόπος
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق tópos (top-os)
تكرار الورود في الكتاب 85 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1 a spot (general in space, but limited by occupancy
2 whereas is a large but participle locality), i.e. location (as a position, home, tract, etc.)
3 figuratively, condition, opportunity
4 specially, a scabbard
الإنجليزية — KJV Translation Tags
coast licence place X plain quarter + rock room where

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

τόπον (18×) τὸν ; τόπον (12×) τόπῳ (6×) τόπος (5×) τοῦ ; τόπου (5×) ὁ ; τόπος (4×) τῷ ; τόπῳ (4×) τὸν ; τόπον, (4×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (85 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 12: 43 Mat.12.43
إِذَا خَرَجَ الرُّوحُ النَّجِسُ مِنَ الإِنْسَانِ يَجْتَازُ فِي أَمَاكِنَ لَيْسَ فِيهَا مَاءٌ، يَطْلُبُ رَاحَةً وَلاَ يَجِدُ.
Ὅταν ; δὲ ἐξέλθῃ τὸ ; πνεῦμα ἀκάθαρτον ἀπὸ τοῦ ; ἀνθρώπου, διέρχεται δι᾽ τόπων ἀνύδρων ζητοῦν ἀνάπαυσιν καὶ ; οὐχ εὑρίσκει.
متى 14: 13 Mat.14.13
فَلَمَّا سَمِعَ يَسُوعُ انْصَرَفَ مِنْ هُنَاكَ فِي سَفِينَةٍ إِلَى مَوْضِعٍ خَلاَءٍ مُنْفَرِدًا. فَسَمِعَ الْجُمُوعُ وَتَبِعُوهُ مُشَاةً مِنَ الْمُدُنِ.
Καὶ Ἀκούσας ὁ ; Ἰησοῦς ἀνεχώρησεν ἐκεῖθεν ἐν πλοίῳ εἰς τόπον ἔρημον κατ᾽ ; ἰδίαν. καὶ ; ἀκούσαντες οἱ ; ὄχλοι ἠκολούθησαν ; αὐτῷ πεζῇ ἀπὸ τῶν ; πόλεων.
متى 14: 15 Mat.14.15
وَلَمَّا صَارَ الْمَسَاءُ تَقَدَّمَ إِلَيْهِ تَلاَمِيذُهُ قَائِلِينَ: الْمَوْضِعُ خَلاَءٌ وَالْوَقْتُ قَدْ مَضَى. اِصْرِفِ الْجُمُوعَ لِكَيْ يَمْضُوا إِلَى الْقُرَى وَيَبْتَاعُوا لَهُمْ طَعَامًا.
δὲ γενομένης Ὀψίας προσῆλθον αὐτῷ οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ λέγοντες· ὁ ; τόπος, ἔρημός ; ἐστιν καὶ ; ἡ ; ὥρα ἤδη παρῆλθεν· ἀπόλυσον τοὺς ; ὄχλους ἵνα ἀπελθόντες εἰς τὰς ; κώμας ἀγοράσωσιν ἑαυτοῖς βρώματα.¶
متى 14: 35 Mat.14.35
فَعَرَفَهُ رِجَالُ ذلِكَ الْمَكَانِ. فَأَرْسَلُوا إِلَى جَمِيعِ تِلْكَ الْكُورَةِ الْمُحِيطَةِ وَأَحْضَرُوا إِلَيْهِ جَمِيعَ الْمَرْضَى،
καὶ ; ἐπιγνόντες ; αὐτὸν οἱ ; ἄνδρες ἐκείνου τοῦ ; τόπου ἀπέστειλαν εἰς ὅλην ἐκείνην περίχωρον ; τὴν καὶ ; προσήνεγκαν αὐτῷ πάντας τοὺς ; κακῶς ; ἔχοντας
لأَنَّهُ تَقُومُ أُمَّةٌ عَلَى أُمَّةٍ وَمَمْلَكَةٌ عَلَى مَمْلَكَةٍ، وَتَكُونُ مَجَاعَاتٌ وَأَوْبِئَةٌ وَزَلاَزِلُ فِي أَمَاكِنَ.
γὰρ Ἐγερθήσεται ἔθνος ἐπὶ ἔθνος καὶ ; βασιλεία ἐπὶ βασιλείαν, καὶ ; ἔσονται λιμοὶ καὶ ; λοιμοὶ καὶ ; σεισμοὶ κατὰ τόπους.
متى 24: 15 Mat.24.15
فَمَتَى نَظَرْتُمْ رِجْسَةَ الْخَرَابِ الَّتِي قَالَ عَنْهَا دَانِيآلُ النَّبِيُّ قَائِمَةً فِي الْمَكَانِ الْمُقَدَّسِ لِيَفْهَمِ الْقَارِئُ
Ὅταν ; οὖν ἴδητε τὸ ; βδέλυγμα τῆς ; ἐρημώσεως τὸ ῥηθὲν διὰ ; Δανιὴλ τοῦ ; προφήτου ἑστὸς ἐν τόπῳ ἁγίῳ, νοείτω, ὁ ; ἀναγινώσκων
متى 27: 33 Mat.27.33
وَلَمَّا أَتَوْا إِلَى مَوْضِعٍ يُقَالُ لَهُ جُلْجُثَةُ، وَهُوَ الْمُسَمَّى مَوْضِعَ الْجُمْجُمَةِ
Καὶ ἐλθόντες εἰς τόπον λεγόμενον Γολγοθᾶ, ὅς; ἐστιν λεγόμενος, τόπος κρανίου
متى 27: 33 Mat.27.33
وَلَمَّا أَتَوْا إِلَى مَوْضِعٍ يُقَالُ لَهُ جُلْجُثَةُ، وَهُوَ الْمُسَمَّى مَوْضِعَ الْجُمْجُمَةِ
Καὶ ἐλθόντες εἰς τόπον λεγόμενον Γολγοθᾶ, ὅς; ἐστιν λεγόμενος, τόπος κρανίου
لَيْسَ هُوَ ههُنَا، لأَنَّهُ قَامَ كَمَا قَالَ. هَلُمَّا انْظُرَا الْمَوْضِعَ الَّذِي كَانَ الرَّبُّ مُضْطَجِعًا فِيهِ.
οὐκ ἔστιν ὧδε· γὰρ ἠγέρθη καθὼς εἶπεν. δεῦτε ἴδετε τὸν ; τόπον ὅπου ὁ ; κύριος. ἔκειτο
وَفِي الصُّبْحِ بَاكِرًا جِدًّا قَامَ وَخَرَجَ وَمَضَى إِلَى مَوْضِعٍ خَلاَءٍ، وَكَانَ يُصَلِّي هُنَاكَ،
Καὶ πρωῒ ἔννυχα λίαν ἀναστὰς ἐξῆλθεν καὶ ; ἀπῆλθεν εἰς τόπον ἔρημον προσηύχετο. κἀκεῖ
وَأَمَّا هُوَ فَخَرَجَ وَابْتَدَأَ يُنَادِي كَثِيرًا وَيُذِيعُ الْخَبَرَ، حَتَّى لَمْ يَعُدْ يَقْدِرُ أَنْ يَدْخُلَ مَدِينَةً ظَاهِرًا، بَلْ كَانَ خَارِجًا فِي مَوَاضِعَ خَالِيَةٍ، وَكَانُوا يَأْتُونَ إِلَيْهِ مِنْ كُلِّ نَاحِيَةٍ.
δὲ ὁ ἐξελθὼν ἤρξατο κηρύσσειν πολλὰ καὶ ; διαφημίζειν τὸν ; λόγον ὥστε μηκέτι αὐτὸν ; δύνασθαι εἰσελθεῖν, εἰς ; πόλιν φανερῶς ἀλλ᾽ ἔξω ἐν τόποις ἐρήμοις ἤρχοντο ; καὶ πρὸς ; αὐτὸν πανταχόθεν
فَقَالَ لَهُمْ: تَعَالَوْا أَنْتُمْ مُنْفَرِدِينَ إِلَى مَوْضِعٍ خَلاَءٍ وَاسْتَرِيحُوا قَلِيلاً. لأَنَّ الْقَادِمِينَ وَالذَّاهِبِينَ كَانُوا كَثِيرِينَ، وَلَمْ تَتَيَسَّرْ لَهُمْ فُرْصَةٌ لِلأَكْلِ.
καὶ ; εἶπεν αὐτοῖς· δεῦτε ; ὑμεῖς αὐτοὶ κατ᾽ ; ἰδίαν εἰς τόπον ἔρημον καὶ ; ἀναπαύεσθε ὀλίγον· γὰρ οἱ ; ἐρχόμενοι καὶ ; οἱ ; ὑπάγοντες ἦσαν πολλοί, καὶ ; οὐδὲ εὐκαίρουν.¶ φαγεῖν
فَمَضَوْا فِي السَّفِينَةِ إِلَى مَوْضِعٍ خَلاَءٍ مُنْفَرِدِينَ.
Καὶ ; ἀπῆλθον ἐν τῷ ; πλοίῳ εἰς τόπον ἔρημον κατ᾽ ; ἰδίαν.
وَبَعْدَ سَاعَاتٍ كَثِيرَةٍ تَقَدَّمَ إِلَيْهِ تَلاَمِيذُهُ قَائِلِينَ: الْمَوْضِعُ خَلاَءٌ وَالْوَقْتُ مَضَى.
Καὶ ; ἤδη ὥρας πολλῆς ; γενομένης προσελθόντες αὐτῷ οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ λέγουσιν ὅτι ; ὁ ; τόπος, ἔρημός ; ἐστιν καὶ ; ἤδη ; ὥρα πολλή·
لأَنَّهُ تَقُومُ أُمَّةٌ عَلَى أُمَّةٍ، وَمَمْلَكَةٌ عَلَى مَمْلَكَةٍ، وَتَكُونُ زَلاَزِلُ فِي أَمَاكِنَ، وَتَكُونُ مَجَاعَاتٌ وَاضْطِرَابَاتٌ. هذِهِ مُبْتَدَأُ الأَوْجَاعِ.
γὰρ ἐγερθήσεται ἔθνος ἐπ᾽ ἔθνος καὶ ; βασιλεία ἐπὶ βασιλείαν· καὶ ; ἔσονται σεισμοὶ κατὰ τόπους· καὶ ; ἔσονται λιμοί καὶ ; ταραχαί· ταῦτα.¶ ἀρχαὶ ὠδίνων
وَجَاءُوا بِهِ إِلَى مَوْضِعِ جُلْجُثَةَ الَّذِي تَفْسِيرُهُ مَوْضِعُ جُمْجُمَةٍ.
καὶ ; φέρουσιν αὐτὸν ἐπὶ τόπον, Γολγοθᾶν ὅ ; ἐστιν μεθερμηνευόμενον, τόπος. κρανίου
وَجَاءُوا بِهِ إِلَى مَوْضِعِ جُلْجُثَةَ الَّذِي تَفْسِيرُهُ مَوْضِعُ جُمْجُمَةٍ.
καὶ ; φέρουσιν αὐτὸν ἐπὶ τόπον, Γολγοθᾶν ὅ ; ἐστιν μεθερμηνευόμενον, τόπος. κρανίου
فَقَالَ لَهُنَّ: لاَ تَنْدَهِشْنَ. أَنْتُنَّ تَطْلُبْنَ يَسُوعَ النَّاصِرِيَّ الْمَصْلُوبَ. قَدْ قَامَ. لَيْسَ هُوَ ههُنَا. هُوَذَا الْمَوْضِعُ الَّذِي وَضَعُوهُ فِيهِ.
ὁ ; δὲ ; λέγει αὐταῖς· μὴ ἐκθαμβεῖσθε. ζητεῖτε Ἰησοῦν τὸν ; Ναζαρηνὸν τὸν ; ἐσταυρωμένον· ἠγέρθη, οὐκ ἔστιν ὧδε· ἴδε ὁ ; τόπος ὅπου ἔθηκαν ; αὐτόν.
فَوَلَدَتِ ابْنَهَا الْبِكْرَ وَقَمَّطَتْهُ وَأَضْجَعَتْهُ فِي الْمِذْوَدِ، إِذْ لَمْ يَكُنْ لَهُمَا مَوْضِعٌ فِي الْمَنْزِلِ.
καὶ ; ἔτεκεν τὸν ; υἱὸν ; αὐτῆς τὸν ; πρωτότοκον καὶ ; ἐσπαργάνωσεν ; αὐτὸν καὶ ; ἀνέκλινεν ; αὐτὸν ἐν τῇ ; φάτνῃ, διότι οὐκ ἦν αὐτοῖς τόπος ἐν τῷ ; καταλύματι.¶
فَدُفِعَ إِلَيْهِ سِفْرُ إِشَعْيَاءَ النَّبِيِّ. وَلَمَّا فَتَحَ السِّفْرَ وَجَدَ الْمَوْضِعَ الَّذِي كَانَ مَكْتُوبًا فِيهِ:
καὶ ; ἐπεδόθη αὐτῷ βιβλίον Ἠσαΐου· τοῦ ; προφήτου καὶ ἀναπτύξας τὸ ; βιβλίον εὗρεν τὸν ; τόπον οὗ ἦν γεγραμμένον
وَخَرَجَ صِيتٌ عَنْهُ إِلَى كُلِّ مَوْضِعٍ فِي الْكُورَةِ الْمُحِيطَةِ.
Καὶ ; ἐξεπορεύετο ἦχος περὶ ; αὐτοῦ εἰς πάντα τόπον τῆς περιχώρου.¶
وَلَمَّا صَارَ النَّهَارُ خَرَجَ وَذَهَبَ إِلَى مَوْضِعٍ خَلاَءٍ، وَكَانَ الْجُمُوعُ يُفَتِّشُونَ عَلَيْهِ. فَجَاءُوا إِلَيْهِ وَأَمْسَكُوهُ لِئَلاَّ يَذْهَبَ عَنْهُمْ.
δὲ Γενομένης ἡμέρας ἐξελθὼν ἐπορεύθη εἰς τόπον, ἔρημον καὶ οἱ ; ὄχλοι ἐζήτουν αὐτὸν καὶ ; ἦλθον ἕως ; αὐτοῦ αὐτὸν ; κατεῖχον ; καὶ μὴ πορεύεσθαι ἀπ᾽ ; αὐτῶν.
وَنَزَلَ مَعَهُمْ وَوَقَفَ فِي مَوْضِعٍ سَهْل، وَجَمْعٌ مِنْ تَلاَمِيذِهِ، وَجُمْهُورٌ كَثِيرٌ مِنَ الشَّعْبِ، مِنْ جَمِيعِ الْيَهُودِيَّةِ وَأُورُشَلِيمَ وَسَاحِلِ صُورَ وَصَيْدَاءَ، الَّذِينَ جَاءُوا لِيَسْمَعُوهُ وَيُشْفَوْا مِنْ أَمْرَاضِهِمْ،
καὶ ; καταβὰς μετ᾽ ; αὐτῶν ἔστη ἐπὶ τόπου πεδινοῦ. καὶ ; ὄχλος μαθητῶν ; αὐτοῦ καὶ ; πλῆθος πολὺ τοῦ λαοῦ ἀπὸ πάσης τῆς ; Ἰουδαίας καὶ ; Ἰερουσαλὴμ καὶ ; τῆς ; παραλίου Τύρου καὶ ; Σιδῶνος οἳ ἦλθον ἀκοῦσαι ; αὐτοῦ καὶ ; ἰαθῆναι ἀπὸ τῶν ; νόσων ; αὐτῶν.
وَلَمَّا رَجَعَ الرُّسُلُ أَخْبَرُوهُ بِجَمِيعِ مَا فَعَلُوا، فَأَخَذَهُمْ وَانْصَرَفَ مُنْفَرِدًا إِلَى مَوْضِعٍ خَلاَءٍ لِمَدِينَةٍ تُسَمَّى بَيْتَ صَيْدَا.
Καὶ ὑποστρέψαντες οἱ ; ἀπόστολοι διηγήσαντο ; αὐτῷ ὅσα ἐποίησαν. καὶ ; παραλαβὼν ; αὐτοὺς ὑπεχώρησεν κατ᾽ ; ἰδίαν εἰς τόπον ἔρημον πόλεως καλουμένης Βηθσαϊδά.
فَابْتَدَأَ النَّهَارُ يَمِيلُ. فَتَقَدَّمَ الاثْنَا عَشَرَ وَقَالُوا لَهُ: اصْرِفِ الْجَمْعَ لِيَذْهَبُوا إِلَى الْقُرَى وَالضِّيَاعِ حَوَالَيْنَا فَيَبِيتُوا وَيَجِدُوا طَعَامًا، لأَنَّنَا ههُنَا فِي مَوْضِعٍ خَلاَءٍ.
δὲ ; ἤρξατο Ἡ ; ἡμέρα κλίνειν. προσελθόντες ; δὲ οἱ ; δώδεκα εἶπαν αὐτῷ· ἀπόλυσον τὸν ; ὄχλον ἵνα ; ἀπελθόντες εἰς τὰς ; κώμας καὶ ; τοὺς ; ἀγροὺς κύκλῳ καταλύσωσιν καὶ ; εὕρωσιν ἐπισιτισμόν· ὅτι ; ἐσμέν.¶ ὧδε ἐν τόπῳ ἐρήμῳ
وَبَعْدَ ذلِكَ عَيَّنَ الرَّبُّ سَبْعِينَ آخَرِينَ أَيْضًا، وَأَرْسَلَهُمُ اثْنَيْنِ اثْنَيْنِ أَمَامَ وَجْهِهِ إِلَى كُلِّ مَدِينَةٍ وَمَوْضِعٍ حَيْثُ كَانَ هُوَ مُزْمِعًا أَنْ يَأْتِيَ.
Μετὰ ; δὲ ταῦτα ἀνέδειξεν ὁ ; κύριος ἑβδομήκοντα ἑτέρους καὶ καὶ ; ἀπέστειλεν ; αὐτοὺς δύο δύο πρὸ αὐτοῦ ; προσώπου εἰς πᾶσαν πόλιν καὶ ; τόπον οὗ αὐτὸς ἤμελλεν ἔρχεσθαι.
وَكَذلِكَ لاَوِيٌّ أَيْضًا، إِذْ صَارَ عِنْدَ الْمَكَانِ جَاءَ وَنَظَرَ وَجَازَ مُقَابِلَهُ.
ὁμοίως ; δὲ Λευίτης καὶ γενόμενος ; κατὰ τὸν ; τόπον ἐλθὼν καὶ ; ἰδὼν ἀντιπαρῆλθεν.
مَتَى خَرَجَ الرُّوحُ النَّجِسُ مِنَ الإِنْسَانِ، يَجْتَازُ فِي أَمَاكِنَ لَيْسَ فِيهَا مَاءٌ يَطْلُبُ رَاحَةً، وَإِذْ لاَ يَجِدُ يَقُولُ: أَرْجِعُ إِلَى بَيْتِي الَّذِي خَرَجْتُ مِنْهُ.
Ὅταν ἐξέλθῃ τὸ ; πνεῦμα ἀκάθαρτον ἀπὸ τοῦ ; ἀνθρώπου, διέρχεται δι᾽ τόπων ἀνύδρων ζητοῦν ἀνάπαυσιν. καὶ μὴ εὑρίσκον λέγει· ὑποστρέψω εἰς τὸν ; οἶκόν ; μου ὅθεν ; ἐξῆλθον.
فَيَأْتِيَ الَّذِي دَعَاكَ وَإِيَّاهُ وَيَقُولَ لَكَ: أَعْطِ مَكَانًا لِهذَا. فَحِينَئِذٍ تَبْتَدِئُ بِخَجَل تَأْخُذُ الْمَوْضِعَ الأَخِيرَ.
καὶ ; ἐλθὼν ὁ σὲ ; καλέσας καὶ ; αὐτὸν ἐρεῖ σοι· δὸς τόπον. τούτῳ καὶ ; τότε ἄρξῃ μετὰ ; αἰσχύνης κατέχειν. τὸν ; τόπον ἔσχατον
فَيَأْتِيَ الَّذِي دَعَاكَ وَإِيَّاهُ وَيَقُولَ لَكَ: أَعْطِ مَكَانًا لِهذَا. فَحِينَئِذٍ تَبْتَدِئُ بِخَجَل تَأْخُذُ الْمَوْضِعَ الأَخِيرَ.
καὶ ; ἐλθὼν ὁ σὲ ; καλέσας καὶ ; αὐτὸν ἐρεῖ σοι· δὸς τόπον. τούτῳ καὶ ; τότε ἄρξῃ μετὰ ; αἰσχύνης κατέχειν. τὸν ; τόπον ἔσχατον