ك
إصحاح
G5116
G5117. tópos
G5118
المعنى المختصر للكلمة
tópos: a spot (general in space, but limited by occupancy
اللفظ الأصلي τόπος
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق tópos (top-os)
تكرار الورود في الكتاب 85 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1 a spot (general in space, but limited by occupancy
2 whereas is a large but participle locality), i.e. location (as a position, home, tract, etc.)
3 figuratively, condition, opportunity
4 specially, a scabbard
الإنجليزية — KJV Translation Tags
coast licence place X plain quarter + rock room where

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

τόπον (18×) τὸν ; τόπον (12×) τόπῳ (6×) τόπος (5×) τοῦ ; τόπου (5×) ὁ ; τόπος (4×) τῷ ; τόπῳ (4×) τὸν ; τόπον, (4×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (85 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَأَشَارَ إِلَيْهِمْ بِيَدِهِ لِيَسْكُتُوا، وَحَدَّثَهُمْ كَيْفَ أَخْرَجَهُ الرَّبُّ مِنَ السِّجْنِ. وَقَالَ: أَخْبِرُوا يَعْقُوبَ وَالإِخْوَةَ بِهذَا. ثُمَّ خَرَجَ وَذَهَبَ إِلَى مَوْضِعٍ آخَرَ.
κατασείσας ; δὲ αὐτοῖς τῇ ; χειρὶ σιγᾶν, διηγήσατο ; αὐτοῖς πῶς αὐτὸν ; ἐξήγαγεν ὁ ; κύριος ἐκ τῆς ; φυλακῆς· εἶπέν δέ; ἀπαγγείλατε Ἰακώβῳ καὶ ; τοῖς ; ἀδελφοῖς ταῦτα. καὶ ἐξελθὼν ἐπορεύθη εἰς τόπον.¶ ἕτερον
فَأَرَادَ بُولُسُ أَنْ يَخْرُجَ هذَا مَعَهُ، فَأَخَذَهُ وَخَتَنَهُ مِنْ أَجْلِ الْيَهُودِ الَّذِينَ فِي تِلْكَ الأَمَاكِنِ، لأَنَّ الْجَمِيعَ كَانُوا يَعْرِفُونَ أَبَاهُ أَنَّهُ يُونَانِيٌّ.
ἠθέλησεν ὁ ; Παῦλος ἐξελθεῖν, τοῦτον σὺν ; αὐτῷ καὶ ; λαβὼν περιέτεμεν ; αὐτὸν διὰ τοὺς ; Ἰουδαίους τοὺς ἐν ; ὄντας τοῖς ; ἐκείνοις· τόποις γὰρ ἅπαντες ᾔδεισαν τὸν; πατέρα; αὐτοῦ ὑπῆρχεν. Ἕλλην
صَارِخِينَ: يَا أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِسْرَائِيلِيُّونَ، أَعِينُوا. هذَا هُوَ الرَّجُلُ الَّذِي يُعَلِّمُ الْجَمِيعَ فِي كُلِّ مَكَانٍ ضِدًّا لِلشَّعْبِ وَالنَّامُوسِ وَهذَا الْمَوْضِعِ، حَتَّى أَدْخَلَ يُونَانِيِّينَ أَيْضًا إِلَى الْهَيْكَلِ وَدَنَّسَ هذَا الْمَوْضِعَ الْمُقَدَّسَ.
κράζοντες· ἄνδρες Ἰσραηλῖται, βοηθεῖτε. οὗτός ἐστιν ὁ ; ἄνθρωπος ὁ διδάσκων, πάντας πανταχοῦ κατὰ τοῦ ; λαοῦ καὶ ; τοῦ ; νόμου καὶ ; τούτου τοῦ ; τόπου ἔτι εἰσήγαγεν Ἕλληνας καὶ εἰς τὸ ; ἱερὸν καὶ ; κεκοίνωκεν τοῦτον. τὸν ; τόπον ἅγιον
صَارِخِينَ: يَا أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِسْرَائِيلِيُّونَ، أَعِينُوا. هذَا هُوَ الرَّجُلُ الَّذِي يُعَلِّمُ الْجَمِيعَ فِي كُلِّ مَكَانٍ ضِدًّا لِلشَّعْبِ وَالنَّامُوسِ وَهذَا الْمَوْضِعِ، حَتَّى أَدْخَلَ يُونَانِيِّينَ أَيْضًا إِلَى الْهَيْكَلِ وَدَنَّسَ هذَا الْمَوْضِعَ الْمُقَدَّسَ.
κράζοντες· ἄνδρες Ἰσραηλῖται, βοηθεῖτε. οὗτός ἐστιν ὁ ; ἄνθρωπος ὁ διδάσκων, πάντας πανταχοῦ κατὰ τοῦ ; λαοῦ καὶ ; τοῦ ; νόμου καὶ ; τούτου τοῦ ; τόπου ἔτι εἰσήγαγεν Ἕλληνας καὶ εἰς τὸ ; ἱερὸν καὶ ; κεκοίνωκεν τοῦτον. τὸν ; τόπον ἅγιον
فَأَجَبْتُهُمْ أَنْ لَيْسَ لِلرُّومَانِيِّينَ عَادَةٌ أَنْ يُسَلِّمُوا أَحَدًا لِلْمَوْتِ قَبْلَ أَنْ يَكُونَ الْمَشْكُوُّ عَلَيْهِ مُواجَهَةً مَعَ الْمُشْتَكِينَ، فَيَحْصُلُ عَلَى فُرْصَةٍ لِلاحْتِجَاجِ عَنِ الشَّكْوَى.
πρὸς ; οὓς ; ἀπεκρίθην ὅτι οὐκ Ῥωμαίοις ἔστιν ; ἔθος χαρίζεσθαί τινα ; ἄνθρωπον εἰς ; ἀπώλειαν πρὶν ἢ ὁ ; κατηγορούμενος κατὰ ; πρόσωπον ; ἔχοι τοὺς ; κατηγόρους, τε ; λάβοι τόπον ἀπολογίας περὶ τοῦ ; ἐγκλήματος.
فَصَعِدْنَا إِلَى سَفِينَةٍ أَدْرَامِيتِينِيَّةٍ، وَأَقْلَعْنَا مُزْمِعِينَ أَنْ نُسَافِرَ مَارِّينَ بِالْمَوَاضِعِ الَّتِي فِي أَسِيَّا. وَكَانَ مَعَنَا أَرِسْتَرْخُسُ، رَجُلٌ مَكِدُونِيٌّ مِنْ تَسَالُونِيكِي.
ἐπιβάντες ; δὲ πλοίῳ Ἀδραμυττηνῷ ἀνήχθημεν μέλλοντες πλεῖν τοὺς ; τόπους κατὰ τὴν ; Ἀσίαν ὄντος σὺν ; ἡμῖν Ἀριστάρχου Μακεδόνος Θεσσαλονικέως.
وَإِذْ كَانُوا يَخَافُونَ أَنْ يَقَعُوا عَلَى مَوَاضِعَ صَعْبَةٍ، رَمَوْا مِنَ الْمُؤَخَّرِ أَرْبَعَ مَرَاسٍ، وَكَانُوا يَطْلُبُونَ أَنْ يَصِيرَ النَّهَارُ.
τε φοβούμενοί μή ; που ἐκπέσωσιν εἰς τόπους τραχεῖς ῥίψαντες ἐκ πρύμνης τέσσαρας ἀγκύρας ηὔχοντο γενέσθαι. ἡμέραν
وَإِذْ وَقَعُوا عَلَى مَوْضِعٍ بَيْنَ بَحْرَيْنِ، شَطَّطُوا السَّفِينَةَ، فَارْتَكَزَ الْمُقَدَّمُ وَلَبِثَ لاَ يَتَحَرَّكُ. وَأَمَّا الْمؤَخَّرُ فَكَانَ يَنْحَلُّ مِنْ عُنْفِ الأَمْوَاجِ.
δὲ περιπεσόντες εἰς τόπον διθάλασσον ἐπέκειλαν τὴν ; ναῦν· καὶ ; ἐρείσασα ἡ ; πρῷρα ἔμεινεν ἀσάλευτος, δὲ ἡ ; πρύμνα ἐλύετο ὑπὸ τῆς ; βίας τῶν ; κυμάτων.
وَكَانَ فِي مَا حَوْلَ ذلِكَ الْمَوْضِعِ ضِيَاعٌ لِمُقَدَّمِ الْجَزِيرَةِ الَّذِي اسْمُهُ بُوبْلِيُوسُ. فَهذَا قَبِلَنَا وَأَضَافَنَا بِمُلاَطَفَةٍ ثَلاَثَةَ أَيَّامٍ.
δὲ ; ὑπῆρχεν Ἐν τοῖς ; περὶ τὸν ; ἐκεῖνον τόπον χωρία τῷ ; πρώτῳ τῆς ; νήσου, ὀνόματι Ποπλίῳ, ὃς ἀναδεξάμενος ; ἡμᾶς ἐξένισεν.¶ φιλοφρόνως τρεῖς ἡμέρας
وَيَكُونُ فِي الْمَوْضِعِ الَّذِي قِيلَ لَهُمْ لَسْتُمْ شَعْبِي، أَنَّهُ هُنَاكَ يُدْعَوْنَ أَبْنَاءَ اللهِ الْحَيِّ.
καὶ ; ἔσται ἐν τῷ ; τόπῳ οὗ ἐρρέθη αὐτοῖς· οὐ λαός ; μου ; ὑμεῖς, ἐκεῖ κληθήσονται υἱοὶ θεοῦ ζῶντος.
لاَ تَنْتَقِمُوا لأَنْفُسِكُمْ أَيُّهَا الأَحِبَّاءُ، بَلْ أَعْطُوا مَكَانًا لِلْغَضَبِ، مَكْتُوبٌ: لِيَ النَّقْمَةُ أَنَا أُجَازِي يَقُولُ الرَّبُّ.
μὴ ἐκδικοῦντες, ἑαυτοὺς ἀγαπητοί, ἀλλὰ δότε τόπον τῇ ; ὀργῇ· γέγραπται γάρ· ; ἐμοὶ ἐκδίκησις, ἐγὼ ἀνταποδώσω, λέγει κύριος.
وَأَمَّا الآنَ فَإِذْ لَيْسَ لِي مَكَانٌ فِي هذِهِ الأَقَالِيمِ، وَلِي اشْتِيَاقٌ إِلَى الْمَجِيءِ إِلَيْكُمْ مُنْذُ سِنِينَ كَثِيرَةٍ،
δὲ νυνὶ μηκέτι ἔχων τόπον ἐν τούτοις τοῖς ; κλίμασιν δὲ ; ἔχων ἐπιποθίαν τοῦ ; ἐλθεῖν πρὸς ; ὑμᾶς ἀπὸ ἐτῶν, πολλῶν
إِلَى كَنِيسَةِ اللهِ الَّتِي فِي كُورِنْثُوسَ، الْمُقَدَّسِينَ فِي الْمَسِيحِ يَسُوعَ، الْمَدْعُوِّينَ قِدِّيسِينَ مَعَ جَمِيعِ الَّذِينَ يَدْعُونَ بِاسْمِ رَبِّنَا يَسُوعَ الْمَسِيحِ فِي كُلِّ مَكَانٍ، لَهُمْ وَلَنَا:
τῇ ἐκκλησίᾳ τοῦ ; θεοῦ τῇ ; οὔσῃ ἐν Κορίνθῳ, ἡγιασμένοις ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, κλητοῖς ἁγίοις, σὺν πᾶσιν τοῖς ἐπικαλουμένοις τὸ ; ὄνομα τοῦ ; κυρίου ; ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐν παντὶ τόπῳ, αὐτῶν καὶ ; ἡμῶν·
وَإِلاَّ فَإِنْ بَارَكْتَ بِالرُّوحِ، فَالَّذِي يُشْغِلُ مَكَانَ الْعَامِّيِّ، كَيْفَ يَقُولُ آمِينَ عِنْدَ شُكْرِكَ. لأَنَّهُ لاَ يَعْرِفُ مَاذَا تَقُولُ.
ἐπεὶ ἐὰν εὐλογήσῃς τῷ; πνεύματι, ὁ ἀναπληρῶν τὸν ; τόπον τοῦ ; ἰδιώτου πῶς ἐρεῖ τὸ ; ἀμὴν ἐπὶ τῇ ; σῇ ; εὐχαριστίᾳ; ἐπειδὴ οὐκ οἶδεν· τί λέγεις
وَلكِنْ شُكْرًا ِللهِ الَّذِي يَقُودُنَا فِي مَوْكِبِ نُصْرَتِهِ فِي الْمَسِيحِ كُلَّ حِينٍ، وَيُظْهِرُ بِنَا رَائِحَةَ مَعْرِفَتِهِ فِي كُلِّ مَكَانٍ.
δὲ χάρις Τῷ ; θεῷ τῷ θριαμβεύοντι ; ἡμᾶς ἐν τῷ ; Χριστῷ πάντοτε καὶ ; φανεροῦντι δι᾽ ; ἡμῶν τὴν ; ὀσμὴν τῆς ; γνώσεως ; αὐτοῦ ἐν παντὶ τόπῳ,
وَلاَ تُعْطُوا إِبْلِيسَ مَكَانًا.
μήτε δίδοτε τῷ ; διαβόλῳ. τόπον
لأَنَّهُ مِنْ قِبَلِكُمْ قَدْ أُذِيعَتْ كَلِمَةُ الرَّبِّ، لَيْسَ فِي مَكِدُونِيَّةَ وَأَخَائِيَةَ فَقَطْ، بَلْ فِي كُلِّ مَكَانٍ أَيْضًا قَدْ ذَاعَ إِيمَانُكُمْ بِاللهِ، حَتَّى لَيْسَ لَنَا حَاجَةٌ أَنْ نَتَكَلَّمَ شَيْئًا.
γὰρ ἀφ᾽ ; ὑμῶν ἐξήχηται ὁ ; λόγος τοῦ ; κυρίου οὐ ἐν τῇ ; Μακεδονίᾳ καὶ ; ἐν ; τῇ ; Ἀχαΐᾳ, μόνον ἀλλ᾽ ἐν παντὶ τόπῳ καὶ ἐξελήλυθεν, ἡ ; πίστις ; ὑμῶν ἡ ; πρὸς ; τὸν ; θεὸν ὥστε μὴ ἔχειν ; ἡμᾶς χρείαν λαλεῖν τι.
فَأُرِيدُ أَنْ يُصَلِّيَ الرِّجَالُ فِي كُلِّ مَكَانٍ، رَافِعِينَ أَيَادِيَ طَاهِرَةً، بِدُونِ غَضَبٍ وَلاَ جِدَال.
Βούλομαι οὖν προσεύχεσθαι τοὺς ; ἄνδρας ἐν παντὶ τόπῳ ἐπαίροντας χεῖρας ὁσίους χωρὶς ὀργῆς καὶ διαλογισμοῦ·
فَإِنَّهُ لَوْ كَانَ ذلِكَ الأَوَّلُ بِلاَ عَيْبٍ لَمَا طُلِبَ مَوْضِعٌ لِثَانٍ.
γὰρ εἰ ἦν ἐκείνη πρώτη ἄμεμπτος, οὐκ ; ἂν ἐζητεῖτο τόπος. δευτέρας
بِالإِيمَانِ إِبْرَاهِيمُ لَمَّا دُعِيَ أَطَاعَ أَنْ يَخْرُجَ إِلَى الْمَكَانِ الَّذِي كَانَ عَتِيدًا أَنْ يَأْخُذَهُ مِيرَاثًا، فَخَرَجَ وَهُوَ لاَ يَعْلَمُ إِلَى أَيْنَ يَأْتِي.
Πίστει Ἀβραὰμ καλούμενος ὑπήκουσεν ἐξελθεῖν εἰς τὸν ; τόπον ὃν ἤμελλεν λαμβάνειν εἰς ; κληρονομίαν καὶ ; ἐξῆλθεν μὴ ἐπιστάμενος ποῦ ἔρχεται.¶
فَإِنَّكُمْ تَعْلَمُونَ أَنَّهُ أَيْضًا بَعْدَ ذلِكَ، لَمَّا أَرَادَ أَنْ يَرِثَ الْبَرَكَةَ رُفِضَ، إِذْ لَمْ يَجِدْ لِلتَّوْبَةِ مَكَانًا، مَعَ أَنَّهُ طَلَبَهَا بِدُمُوعٍ.
γὰρ ἴστε ὅτι καὶ μετέπειτα θέλων κληρονομῆσαι τὴν ; εὐλογίαν ἀπεδοκιμάσθη· γὰρ οὐχ εὗρεν μετανοίας τόπον καίπερ ἐκζητήσας ; αὐτήν.¶ μετὰ ; δακρύων
وَعِنْدَنَا الْكَلِمَةُ النَّبَوِيَّةُ، وَهِيَ أَثْبَتُ، الَّتِي تَفْعَلُونَ حَسَنًا إِنِ انْتَبَهْتُمْ إِلَيْهَا، كَمَا إِلَى سِرَاجٍ مُنِيرٍ فِي مَوْضِعٍ مُظْلِمٍ، إِلَى أَنْ يَنْفَجِرَ النَّهَارُ، وَيَطْلَعَ كَوْكَبُ الصُّبْحِ فِي قُلُوبِكُمْ،
Καὶ ; ἔχομεν λόγον, τὸν ; προφητικὸν βεβαιότερον ᾧ ποιεῖτε καλῶς προσέχοντες ὡς λύχνῳ φαίνοντι ἐν τόπῳ αὐχμηρῷ ἕως διαυγάσῃ οὗ ; ἡμέρα ἀνατείλῃ φωσφόρος ἐν ταῖς ; καρδίαις ; ὑμῶν·
وَالْمَرْأَةُ هَرَبَتْ إِلَى الْبَرِّيَّةِ، حَيْثُ لَهَا مَوْضِعٌ مُعَدٌّ مِنَ اللهِ لِكَيْ يَعُولُوهَا هُنَاكَ أَلْفًا وَمِئَتَيْنِ وَسِتِّينَ يَوْمًا.
καὶ ; ἡ ; γυνὴ ἔφυγεν εἰς τὴν ; ἔρημον, ὅπου ἔχει ; ἐκεῖ τόπον ἡτοιμασμένον ἀπὸ τοῦ ; θεοῦ, ἵνα τρέφωσιν ἐκεῖ χιλίας διακοσίας ἑξήκοντα.¶ ἡμέρας
فَجَمَعَهُمْ إِلَى الْمَوْضِعِ الَّذِي يُدْعَى بِالْعِبْرَانِيَّةِ هَرْمَجَدُّونَ.
καὶ ; συνήγαγεν ; αὐτοὺς εἰς τὸν ; τόπον τὸν καλούμενον Ἑβραϊστὶ Ἁρμαγεδών.¶
ثُمَّ رَأَيْتُ عَرْشًا عَظِيمًا أَبْيَضَ، وَالْجَالِسَ عَلَيْهِ، الَّذِي مِنْ وَجْهِهِ هَرَبَتِ الأَرْضُ وَالسَّمَاءُ، وَلَمْ يُوجَدْ لَهُمَا مَوْضِعٌ.
Καὶ εἶδον θρόνον μέγαν λευκὸν καὶ ; τὸν ; καθήμενον ἐπ᾽ ; αὐτοῦ οὗ ἀπὸ προσώπου ἔφυγεν ἡ ; γῆ καὶ ; ὁ ; οὐρανός, καὶ ; οὐχ εὑρέθη αὐτοῖς. τόπος