ك
إصحاح
G449
G450. anístēmi
G451
المعنى المختصر للكلمة
anístēmi: to stand up (literal or figurative, transitive or intransitive)
اللفظ الأصلي ἀνίστημι
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق anístēmi (an-is-tay-mee)
تكرار الورود في الكتاب 92 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

to stand up (literal or figurative, transitive or intransitive)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
arise lift up raise up (again) rise (again) stand up(-right)

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἀναστὰς (20×) ἀνέστη (6×) ἀνάστηθι (5×) καὶ ; ἀναστὰς (5×) ἀναστήσονται (4×) ἀναστήσεται (3×) καὶ ; ἀνέστη (3×) ἀνέστησεν (2×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (92 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَفِيمَا يَسُوعُ مُجْتَازٌ مِنْ هُنَاكَ، رَأَى إِنْسَانًا جَالِسًا عِنْدَ مَكَانِ الْجِبَايَةِ، اسْمُهُ مَتَّى. فَقَالَ لَهُ: اتْبَعْنِي. فَقَامَ وَتَبِعَهُ.
Καὶ ὁ ; Ἰησοῦς παράγων ἐκεῖθεν εἶδεν ἄνθρωπον καθήμενον ἐπὶ τὸ ; τελώνιον, λεγόμενον, Μαθθαῖον καὶ ; λέγει αὐτῷ· μοι. ; ἀκολούθει ἀναστὰς ἠκολούθησεν ; αὐτῷ.
متى 12: 41 Mat.12.41
رِجَالُ نِينَوَى سَيَقُومُونَ فِي الدِّينِ مَعَ هذَا الْجِيلِ وَيَدِينُونَهُ، لأَنَّهُمْ تَابُوا بِمُنَادَاةِ يُونَانَ، وَهُوَذَا أَعْظَمُ مِنْ يُونَانَ ههُنَا.
Ἄνδρες Νινευῖται ἀναστήσονται ἐν τῇ ; κρίσει μετὰ ταύτης τῆς ; γενεᾶς καὶ ; κατακρινοῦσιν ; αὐτήν, ὅτι μετενόησαν εἰς ; τὸ ; κήρυγμα Ἰωνᾶ· ἰδοὺ πλεῖον Ἰωνᾶ ὧδε.¶
وَفِيمَا هُمْ نَازِلُونَ مِنَ الْجَبَلِ أَوْصَاهُمْ يَسُوعُ قَائِلاً: لاَ تُعْلِمُوا أَحَدًا بِمَا رَأَيْتُمْ حَتَّى يَقُومَ ابْنُ الإِنْسَانِ مِنَ الأَمْوَاتِ.
Καὶ αὐτῶν καταβαινόντων ἀπὸ τοῦ ; ὄρους ἐνετείλατο ; αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς λέγων· μηδενὶ ; εἴπητε τὸ ; ὅραμα ἕως ; οὗ ἀναστῇ ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου ἐκ νεκρῶν
متى 20: 19 Mat.20.19
وَيُسَلِّمُونَهُ إِلَى الأُمَمِ لِكَيْ يَهْزَأُوا بِهِ وَيَجْلِدُوهُ وَيَصْلِبُوهُ، وَفِي الْيَوْمِ الثَّالِثِ يَقُومُ.
καὶ ; παραδώσουσιν ; αὐτὸν τοῖς ; ἔθνεσιν εἰς τὸ ; ἐμπαῖξαι μαστιγῶσαι ; καὶ καὶ ; σταυρῶσαι· καὶ ; τῇ ; ἡμέρᾳ τρίτῃ ἀναστήσεται
متى 22: 24 Mat.22.24
قَائِلِينَ: يَا مُعَلِّمُ، قَالَ مُوسَى: إِنْ مَاتَ أَحَدٌ وَلَيْسَ لَهُ أَوْلاَدٌ، يَتَزَوَّجْ أَخُوهُ بِامْرَأَتِهِ وَيُقِمْ نَسْلاً لأَخِيهِ.
λέγοντες· διδάσκαλε, εἶπεν· Μωϋσῆς ἐάν ἀποθάνῃ τις μὴ ἔχων τέκνα, ἐπιγαμβρεύσει ὁ ; ἀδελφὸς ; αὐτοῦ τὴν ; γυναῖκα ; αὐτοῦ καὶ ; ἀναστήσει σπέρμα τῷ ; ἀδελφῷ ; αὐτοῦ.
متى 26: 62 Mat.26.62
فَقَامَ رَئِيسُ الْكَهَنَةِ وَقَالَ لَهُ: أَمَا تُجِيبُ بِشَيْءٍ. مَاذَا يَشْهَدُ بِهِ هذَانِ عَلَيْكَ.
καὶ ; ἀναστὰς ὁ ; ἀρχιερεὺς εἶπεν αὐτῷ· οὐδὲν ἀποκρίνῃ; τί καταμαρτυροῦσιν; οὗτοί σου
وَفِي الصُّبْحِ بَاكِرًا جِدًّا قَامَ وَخَرَجَ وَمَضَى إِلَى مَوْضِعٍ خَلاَءٍ، وَكَانَ يُصَلِّي هُنَاكَ،
Καὶ πρωῒ ἔννυχα λίαν ἀναστὰς ἐξῆλθεν καὶ ; ἀπῆλθεν εἰς τόπον ἔρημον προσηύχετο. κἀκεῖ
وَفِيمَا هُوَ مُجْتَازٌ رَأَى لاَوِيَ بْنَ حَلْفَى جَالِسًا عِنْدَ مَكَانِ الْجِبَايَةِ، فَقَالَ لَهُ: اتْبَعْنِي. فَقَامَ وَتَبِعَهُ.
Καὶ ; παράγων εἶδεν Λευὶν τὸν τοῦ ; Ἁλφαίου καθήμενον ἐπὶ τὸ ; τελώνιον καὶ ; λέγει αὐτῷ· ἀκολούθει ; μοι. καὶ ; ἀναστὰς ἠκολούθησεν ; αὐτῷ.¶
وَإِنْ قَامَ الشَّيْطَانُ عَلَى ذَاتِهِ وَانْقَسَمَ لاَ يَقْدِرُ أَنْ يَثْبُتَ، بَلْ يَكُونُ لَهُ انْقِضَاءٌ.
καὶ ; εἰ ἀνέστη ὁ ; σατανᾶς ἐφ᾽ ἑαυτὸν καὶ ; μεμέρισται οὐ δύναται σταθῆναι ἀλλὰ ἔχει. τέλος
وَلِلْوَقْتِ قَامَتِ الصَّبِيَّةُ وَمَشَتْ، لأَنَّهَا كَانَتِ ابْنَةَ اثْنَتَيْ عَشْرَةَ سَنَةً. فَبُهِتُوا بَهَتًا عَظِيمًا.
καὶ ; εὐθὺς ἀνέστη τὸ ; κοράσιον καὶ ; περιεπάτει· γὰρ ἦν δώδεκα. ἐτῶν καὶ ; ἐξέστησαν ἐκστάσει μεγάλῃ.
ثُمَّ قَامَ مِنْ هُنَاكَ وَمَضَى إِلَى تُخُومِ صُورَ وَصَيْدَاءَ، وَدَخَلَ بَيْتًا وَهُوَ يُرِيدُ أَنْ لاَ يَعْلَمَ أَحَدٌ، فَلَمْ يَقْدِرْ أَنْ يَخْتَفِيَ،
Καὶ ἀναστὰς Ἐκεῖθεν ἀπῆλθεν εἰς τὰ ; μεθόρια Τύρου καὶ ; Σιδῶνος. καὶ ; εἰσελθὼν τὴν ; οἰκίαν ἤθελεν γνῶναι ; οὐδένα καὶ ; οὐκ ἠδυνήθη λαθεῖν.
وَابْتَدَأَ يُعَلِّمُهُمْ أَنَّ ابْنَ الإِنْسَانِ يَنْبَغِي أَنْ يَتَأَلَّمَ كَثِيرًا، وَيُرْفَضَ مِنَ الشُّيُوخِ وَرُؤَسَاءِ الْكَهَنَةِ وَالْكَتَبَةِ، وَيُقْتَلَ، وَبَعْدَ ثَلاَثَةِ أَيَّامٍ يَقُومُ.
καὶ ; ἤρξατο διδάσκειν ; αὐτοὺς ὅτι τὸν ; υἱὸν τοῦ ; ἀνθρώπου δεῖ παθεῖν πολλὰ καὶ ; ἀποδοκιμασθῆναι ἀπὸ τῶν ; πρεσβυτέρων καὶ ; τῶν ; ἀρχιερέων καὶ ; τῶν ; γραμματέων καὶ ; ἀποκτανθῆναι καὶ ; μετὰ τρεῖς ἡμέρας ἀναστῆναι·
وَفِيمَا هُمْ نَازِلُونَ مِنَ الْجَبَلِ، أَوْصَاهُمْ أَنْ لاَ يُحَدِّثُوا أَحَدًا بِمَا أَبْصَرُوا، إِلاَّ مَتَى قَامَ ابْنُ الإِنْسَانِ مِنَ الأَمْوَاتِ.
καταβαινόντων ; δὲ ; αὐτῶν ἀπὸ τοῦ ; ὄρους διεστείλατο ; αὐτοῖς ἵνα μηδενὶ ; διηγήσωνται ἃ εἶδον εἰ ; μὴ ὅταν ἀναστῇ. ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου ἐκ νεκρῶν
فَحَفِظُوا الْكَلِمَةَ لأَنْفُسِهِمْ يَتَسَاءَلُونَ: مَا هُوَ الْقِيَامُ مِنَ الأَمْوَاتِ.
καὶ ; ἐκράτησαν τὸν ; λόγον πρὸς ; ἑαυτοὺς συζητοῦντες τί ἐστιν τὸ ; ἀναστῆναι. ἐκ νεκρῶν
فَأَمْسَكَهُ يَسُوعُ بِيَدِهِ وَأَقَامَهُ، فَقَامَ.
δὲ ; κρατήσας ὁ ; Ἰησοῦς τῆς ; χειρὸς ; αὐτὸν ἤγειρεν ; αὐτόν, καὶ ; ἀνέστη.¶
لأَنَّهُ كَانَ يُعَلِّمُ تَلاَمِيذَهُ وَيَقُولُ لَهُمْ: إِنَّ ابْنَ الإِنْسَانِ يُسَلَّمُ إِلَى أَيْدِي النَّاسِ فَيَقْتُلُونَهُ. وَبَعْدَ أَنْ يُقْتَلَ يَقُومُ فِي الْيَوْمِ الثَّالِثِ.
γὰρ ἐδίδασκεν τοὺς ; μαθητὰς ; αὐτοῦ καὶ ; ἔλεγεν αὐτοῖς ὅτι ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου παραδίδοται εἰς χεῖρας ἀνθρώπων, καὶ ; ἀποκτενοῦσιν καὶ ; ἀποκτανθεὶς ἀναστήσεται. τῇ ἡμέρας τρίτῃ
فَيَهْزَأُونَ بِهِ وَيَجْلِدُونَهُ وَيَتْفُلُونَ عَلَيْهِ وَيَقْتُلُونَهُ، وَفِي الْيَوْمِ الثَّالِثِ يَقُومُ.
καὶ ; ἐμπαίξουσιν αὐτῷ καὶ ; μαστιγώσουσιν ; αὐτὸν ἐμπτύσουσιν ; καὶ αὐτῷ αὐτόν, ; ἀποκτενοῦσιν ; καὶ καὶ ; τῇ ἡμέρᾳ τρίτῃ ἀναστήσεται.¶
فَطَرَحَ رِدَاءَهُ وَقَامَ وَجَاءَ إِلَى يَسُوعَ.
ὁ ; δὲ ; ἀποβαλὼν τὸ ; ἱμάτιον ; αὐτοῦ ἀναστὰς ἦλθεν πρὸς τὸν ; Ἰησοῦν.
فَفِي الْقِيَامَةِ، مَتَى قَامُوا، لِمَنْ مِنْهُمْ تَكُونُ زَوْجَةً. لأَنَّهَا كَانَتْ زَوْجَةً لِلسَّبْعَةِ.
ἐν ; τῇ ; οὖν ἀναστάσει ὅταν ἀναστῶσιν τίνος αὐτῶν ἔσται γυνή; γὰρ ἔσχον ; αὐτὴν γυναῖκα.¶ οἱ ; ἑπτὰ
لأَنَّهُمْ مَتَى قَامُوا مِنَ الأَمْوَاتِ لاَ يُزَوِّجُونَ وَلاَ يُزَوَّجُونَ، بَلْ يَكُونُونَ كَمَلاَئِكَةٍ فِي السَّمَاوَاتِ.
γὰρ ὅταν ἀναστῶσιν, ἐκ νεκρῶν οὔτε γαμοῦσιν οὔτε γαμίζονται ἀλλ᾽ εἰσὶν ὡς ; ἄγγελοι ἐν τοῖς ; οὐρανοῖς.
ثُمَّ قَامَ قَوْمٌ وَشَهِدُوا عَلَيْهِ زُورًا قَائِلِينَ:
Καί ἀναστάντες τινες ἐψευδομαρτύρουν ; κατ᾽ ; αὐτοῦ λέγοντες
فَقَامَ رَئِيسُ الْكَهَنَةِ فِي الْوَسْطِ وَسَأَلَ يَسُوعَ قِائِلاً: أَمَا تُجِيبُ بِشَيْءٍ. مَاذَا يَشْهَدُ بِهِ هؤُلاَءِ عَلَيْكَ.
καὶ ; ἀναστὰς ὁ ; ἀρχιερεὺς εἰς τὸ ; μέσον ἐπηρώτησεν τὸν ; Ἰησοῦν λέγων· οὐκ ἀποκρίνῃ οὐδὲν τί καταμαρτυροῦσιν; οὗτοί σου
وَجَاءَ إِلَى النَّاصِرَةِ حَيْثُ كَانَ قَدْ تَرَبَّى. وَدَخَلَ الْمَجْمَعَ حَسَبَ عَادَتِهِ يَوْمَ السَّبْتِ وَقَامَ لِيَقْرَأَ،
Καὶ ; ἦλθεν εἰς τὴν ; Ναζαρὰ οὗ ἦν τεθραμμένος, καὶ ; εἰσῆλθεν τὴν ; συναγωγὴν κατὰ τὸ ; εἰωθὸς ; αὐτῷ ἐν ; τῇ ; ἡμέρᾳ τῶν ; σαββάτων καὶ ; ἀνέστη ἀναγνῶναι.
فَقَامُوا وَأَخْرَجُوهُ خَارِجَ الْمَدِينَةِ، وَجَاءُوا بِهِ إِلَى حَافَّةَِ الْجَبَلِ الَّذِي كَانَتْ مَدِينَتُهُمْ مَبْنِيَّةً عَلَيْهِ حَتَّى يَطْرَحُوهُ إِلَى أَسْفَلٍ.
καὶ ; ἀναστάντες ἐξέβαλον ; αὐτὸν ἔξω τῆς ; πόλεως καὶ ; ἤγαγον αὐτὸν ἕως τῆς ; ὀφρύος τοῦ ; ὄρους οὗ ἡ ; πόλις ; αὐτῶν ᾠκοδόμητο ἐφ᾽ εἰς τὸ κατακρημνίσαι ; αὐτόν.
وَلَمَّا قَامَ مِنَ الْمَجْمَعِ دَخَلَ بَيْتَ سِمْعَانَ. وَكَانَتْ حَمَاةُ سِمْعَانَ قَدْ أَخَذَتْهَا حُمَّى شَدِيدَةٌ. فَسَأَلُوهُ مِنْ أَجْلِهَا.
δὲ Ἀναστὰς ἐκ τῆς ; συναγωγῆς εἰσῆλθεν εἰς ; τὴν ; οἰκίαν Σίμωνος. δὲ ; ἦν ἡ ; πενθερὰ τοῦ ; Σίμωνος συνεχομένη πυρετῷ μεγάλῳ, καὶ ; ἠρώτησαν ; αὐτὸν περὶ ; αὐτῆς.
فَوَقَفَ فَوْقَهَا وَانْتَهَرَ الْحُمَّى فَتَرَكَتْهَا. وَفِي الْحَالِ قَامَتْ وَصَارَتْ تَخْدُمُهُمْ.
καὶ ; ἐπιστὰς ἐπάνω ; αὐτῆς ἐπετίμησεν τῷ ; πυρετῷ, καὶ ; ἀφῆκεν ; αὐτήν· παραχρῆμα ; δὲ ἀναστᾶσα διηκόνει ; αὐτοῖς.¶
فَفِي الْحَالِ قَامَ أَمَامَهُمْ، وَحَمَلَ مَا كَانَ مُضْطَجِعًا عَلَيْهِ، وَمَضَى إِلَى بَيْتِهِ وَهُوَ يُمَجِّدُ اللهَ.
καὶ ; παραχρῆμα ἀναστὰς ἐνώπιον ; αὐτῶν, ἄρας ἐφ᾽ ὃ κατέκειτο, ἀπῆλθεν εἰς τὸν ; οἶκον ; αὐτοῦ δοξάζων τὸν ; θεόν.
فَتَرَكَ كُلَّ شَيْءٍ وَقَامَ وَتَبِعَهُ.
καὶ ; καταλιπὼν ἅπαντα ἀναστὰς ἠκολούθησεν; αὐτῷ.
أَمَّا هُوَ فَعَلِمَ أَفْكَارَهُمْ، وَقَالَ لِلرَّجُلِ الَّذِي يَدُهُ يَابِسَةٌ: قُمْ وَقِفْ فِي الْوَسْطِ. فَقَامَ وَوَقَفَ.
δὲ αὐτὸς ᾔδει τοὺς ; διαλογισμοὺς ; αὐτῶν. καὶ ; εἶπεν τῷ ; ἀνδρὶ τῷ ; ἔχοντι τὴν ; χεῖρα· ξηρὰν Ἔγειραι καὶ ; στῆθι εἰς τὸ ; μέσον. δὲ ; ἀναστὰς ἔστη.
فَرَجَعَتْ رُوحُهَا وَقَامَتْ فِي الْحَالِ. فَأَمَرَ أَنْ تُعْطَى لِتَأْكُلَ.
καὶ ; ἐπέστρεψεν τὸ ; πνεῦμα ; αὐτῆς, καὶ ; ἀνέστη παραχρῆμα, καὶ ; διέταξεν αὐτῇ ; δοθῆναι φαγεῖν.