ك
إصحاح
G449
G450. anístēmi
G451
المعنى المختصر للكلمة
anístēmi: to stand up (literal or figurative, transitive or intransitive)
اللفظ الأصلي ἀνίστημι
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق anístēmi (an-is-tay-mee)
تكرار الورود في الكتاب 92 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

to stand up (literal or figurative, transitive or intransitive)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
arise lift up raise up (again) rise (again) stand up(-right)

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἀναστὰς (20×) ἀνέστη (6×) ἀνάστηθι (5×) καὶ ; ἀναστὰς (5×) ἀναστήσονται (4×) ἀναστήσεται (3×) καὶ ; ἀνέστη (3×) ἀνέστησεν (2×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (92 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
إِلَى أَنْ قَامَ مَلِكٌ آخَرُ لَمْ يَكُنْ يَعْرِفُ يُوسُفَ.
ἄχρι οὗ ἀνέστη βασιλεὺς ἕτερος ὃς ; οὐκ ᾔδει τὸν ; Ἰωσήφ.
هذَا هُوَ مُوسَى الَّذِي قَالَ لِبَنِي إِسْرَائِيلَ: نَبِيًّا مِثْلِي سَيُقِيمُ لَكُمُ الرَّبُّ إِلهُكُمْ مِنْ إِخْوَتِكُمْ. لَهُ تَسْمَعُونَ.
οὗτός ἐστιν ὁ ; Μωϋσῆς ὁ ; εἴπας τοῖς ; υἱοῖς Ἰσραήλ· προφήτην ὡς ; ἐμέ ἀναστήσει ὑμῖν κύριος ὁ ; θεὸς ; ὑμῶν ἐκ τῶν ; ἀδελφῶν ; ὑμῶν αὐτοῦ ἀκούσεσθε.
ثُمَّ إِنَّ مَلاَكَ الرَّبِّ كَلَّمَ فِيلُبُّسَ قِائِلاً: قُمْ وَاذْهَبْ نَحْوَ الْجَنُوبِ، عَلَى الطَّرِيقِ الْمُنْحَدِرَةِ مِنْ أُورُشَلِيمَ إِلَى غَزَّةَ الَّتِي هِيَ بَرِّيَّةٌ.
δὲ Ἄγγελος κυρίου ἐλάλησεν πρὸς ; Φίλιππον λέγων· ἀνάστηθι καὶ ; πορεύου κατὰ μεσημβρίαν ἐπὶ τὴν ; ὁδὸν τὴν ; καταβαίνουσαν ἀπὸ Ἰερουσαλὴμ εἰς Γάζαν· αὕτη ἐστὶν ἔρημος.
فَقَامَ وَذَهَبَ. وَإِذَا رَجُلٌ حَبَشِيٌّ خَصِيٌّ، وَزِيرٌ لِكَنْدَاكَةَ مَلِكَةِ الْحَبَشَةِ، كَانَ عَلَى جَمِيعِ خَزَائِنِهَا. فَهذَا كَانَ قَدْ جَاءَ إِلَى أُورُشَلِيمَ لِيَسْجُدَ.
καὶ ; ἀναστὰς ἐπορεύθη· καὶ ; ἰδοὺ ἀνὴρ Αἰθίοψ εὐνοῦχος δυνάστης Κανδάκης τῆς ; βασιλίσσης Αἰθιόπων, ὃς ; ἦν ἐπὶ πάσης γάζης ; αὐτῆς, ; τῆς ὃς ἐληλύθει εἰς Ἰερουσαλήμ, προσκυνήσων
فَقَاَلَ وَهُوَ مُرْتَعِدٌ وَمُتَحَيِّرٌ: يَا رَبُّ، مَاذَا تُرِيدُ أَنْ أَفْعَلَ. فَقَالَ لَهُ الرَّبُّ: قُمْ وَادْخُلِ الْمَدِينَةَ فَيُقَالَ لَكَ مَاذَا يَنْبَغِي أَنْ تَفْعَلَ.
τε ; εἶπεν τρέμων καὶ ; θαμβῶν κύριε τί θέλεις μέ ; ποιῆσαι καὶ ; πρός αὐτόν ὅ ; κύριος ἀνάστηθι καὶ ; εἴσελθε τὴν ; πόλιν, καὶ ; λαληθήσεταί σοι τί δεῖ σε ; ποιεῖν.
لَهُ الرَّبُّ: قُمْ وَاذْهَبْ إِلَى الزُّقَاقِ الَّذِي يُقَالُ لَهُ الْمُسْتَقِيمُ، وَاطْلُبْ فِي بَيْتِ يَهُوذَا رَجُلاً طَرْسُوسِيًّا اسْمُهُ شَاوُلُ. لأَنَّهُ هُوَذَا يُصَلِّي،
πρὸς ; αὐτόν· ὁ ; κύριος ἀναστὰς πορεύθητι ἐπὶ τὴν ; ῥύμην τὴν ; καλουμένην εὐθεῖαν καὶ ; ζήτησον ἐν οἰκίᾳ Ἰούδα Ταρσέα· ὀνόματι Σαῦλον γὰρ ἰδοὺ προσεύχεται
فَقَالَ لَهُ بُطْرُسُ: يَا إِينِيَاسُ، يَشْفِيكَ يَسُوعُ الْمَسِيحُ. قُمْ وَافْرُشْ لِنَفْسِكَ.. فَقَامَ لِلْوَقْتِ.
καὶ ; εἶπεν αὐτῷ ὁ ; Πέτρος· Αἰνέα, ἰᾶταί ; σε Ἰησοῦς ὁ ; Χριστός· ἀνάστηθι καὶ ; στρῶσον σεαυτῷ. καὶ ; ἀνέστη· εὐθέως
فَقَالَ لَهُ بُطْرُسُ: يَا إِينِيَاسُ، يَشْفِيكَ يَسُوعُ الْمَسِيحُ. قُمْ وَافْرُشْ لِنَفْسِكَ.. فَقَامَ لِلْوَقْتِ.
καὶ ; εἶπεν αὐτῷ ὁ ; Πέτρος· Αἰνέα, ἰᾶταί ; σε Ἰησοῦς ὁ ; Χριστός· ἀνάστηθι καὶ ; στρῶσον σεαυτῷ. καὶ ; ἀνέστη· εὐθέως
فَأَخْرَجَ بُطْرُسُ الْجَمِيعَ خَارِجًا، وَجَثَا عَلَى رُكْبَتَيْهِ وَصَلَّى، ثُمَّ الْتَفَتَ إِلَى الْجَسَدِ وَقَالَ: يَا طَابِيثَا، قُومِي. فَفَتَحَتْ عَيْنَيْهَا. وَلَمَّا أَبْصَرَتْ بُطْرُسَ جَلَسَتْ،
ἐκβαλὼν ; δὲ ὁ ; Πέτρος πάντας ἔξω καὶ ; θεὶς τὰ ; γόνατα προσηύξατο· καὶ ἐπιστρέψας πρὸς τὸ ; σῶμα εἶπεν· Ταβιθά, ἀνάστηθι. ἡ ; δὲ ; ἤνοιξεν αὐτῆς ; ὀφθαλμοὺς ; τοὺς καὶ ἰδοῦσα τὸν ; Πέτρον ἀνεκάθισεν.
وَصَارَ إِلَيْهِ صَوْتٌ: قُمْ يَا بُطْرُسُ، اذْبَحْ وَكُلْ.
καὶ ; ἐγένετο πρὸς ; αὐτόν· φωνὴ ἀναστὰς Πέτρε, θῦσον καὶ ; φάγε.
لكِنْ قُمْ وَانْزِلْ وَاذْهَبْ مَعَهُمْ غَيْرَ مُرْتَابٍ لأَنِّي أَنَا قَدْ أَرْسَلْتُهُمْ.
ἀλλ᾽ ἀναστὰς κατάβηθι καὶ ; πορεύου σὺν ; αὐτοῖς μηδὲν διακρινόμενος, διότι ἐγὼ ἀπέσταλκα ; αὐτούς.
فَأَقَامَهُ بُطْرُسُ قَائِلاً: قُمْ، أَنَا أَيْضًا إِنْسَانٌ.
δὲ ; ἤγειρεν ; αὐτὸν ὁ ; Πέτρος λέγων· ἀνάστηθι· ἐγὼ ; εἰμι. καὶ ; αὐτὸς ἄνθρωπός
وَسَمِعْتُ صَوْتًا قَائِلاً لِي: قُمْ يَا بُطْرُسُ، اذْبَحْ وَكُلْ.
ἤκουσα ; δὲ φωνῆς λεγούσης μοι· ἀναστὰς Πέτρε, θῦσον καὶ ; φάγε.
وَإِذَا مَلاَكُ الرَّبِّ أَقْبَلَ، وَنُورٌ أَضَاءَ فِي الْبَيْتِ، فَضَرَبَ جَنْبَ بُطْرُسَ وَأَيْقَظَهُ قَائِلاً: قُمْ عَاجِلاً.. فَسَقَطَتِ السِّلْسِلَتَانِ مِنْ يَدَيْهِ.
καὶ ; ἰδοὺ ἄγγελος κυρίου ἐπέστη καὶ ; φῶς ἔλαμψεν ἐν τῷ ; οἰκήματι· πατάξας ; δὲ τὴν ; πλευρὰν τοῦ ; Πέτρου ἤγειρεν ; αὐτὸν λέγων· ἀνάστα ἐν ; τάχει. καὶ ; ἐξέπεσαν ; αὐτοῦ αἱ ; ἁλύσεις ἐκ τῶν ; χειρῶν.
إِنَّ اللهَ قَدْ أَكْمَلَ هذَا لَنَا نَحْنُ أَوْلاَدَهُمْ، إِذْ أَقَامَ يَسُوعَ كَمَا هُوَ مَكْتُوبٌ أَيْضًا فِي الْمَزْمُورِ الثَّانِي: أَنْتَ ابْنِي أَنَا الْيَوْمَ وَلَدْتُكَ.
ὅτι ὁ ; θεὸς ἐκπεπλήρωκεν ταύτην ἡμῖν τοῖς ; τέκνοις ; αὐτῶν ἀναστήσας Ἰησοῦν, ὡς γέγραπται καὶ ἐν τῷ ; ψαλμῷ τῷ ; δευτέρῳ· εἶ ; σύ, υἱός ; μου ἐγὼ σήμερον γεγέννηκά ; σε.
قَالَ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ: قُمْ عَلَى رِجْلَيْكَ مُنْتَصِبًا.. فَوَثَبَ وَصَارَ يَمْشِي.
εἶπεν τῇ ; φωνῇ· μεγάλῃ ἀνάστηθι ἐπὶ τοὺς ; πόδας ; σου ὀρθός. καὶ ; ἥλλετο καὶ ; περιεπάτει.
وَلكِنْ إِذْ أَحَاطَ بِهِ التَّلاَمِيذُ، قَامَ وَدَخَلَ الْمَدِينَةَ، وَفِي الْغَدِ خَرَجَ مَعَ بَرْنَابَا إِلَى دَرْبَةَ.
δὲ κυκλωσάντων αὐτὸν τῶν ; μαθητῶν ἀναστὰς εἰσῆλθεν εἰς ; τὴν ; πόλιν καὶ ; τῇ ἐπαύριον ἐξῆλθεν σὺν τῷ ; Βαρναβᾷ εἰς Δέρβην.
فَبَعْدَ مَا حَصَلَتْ مُبَاحَثَةٌ كَثِيرَةٌ قَامَ بُطْرُسُ وَقَالَ لَهُمْ: أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِخْوَةُ، أَنْتُمْ تَعْلَمُونَ أَنَّهُ مُنْذُ أَيَّامٍ قَدِيمَةٍ اخْتَارَ اللهُ بَيْنَنَا أَنَّهُ بِفَمِي يَسْمَعُ الأُمَمُ كَلِمَةَ الإِنْجِيلِ وَيُؤْمِنُونَ.
γενομένης, ; δὲ συζητήσεως πολλῆς ἀναστὰς Πέτρος εἶπεν πρὸς ; αὐτούς· ἄνδρες ἀδελφοί, ὑμεῖς ἐπίστασθε ὅτι ἀφ᾽ ἡμερῶν ἀρχαίων ἐξελέξατο ὁ ; θεὸς ἐν ; ἡμῖν διὰ τοῦ ; στόματός ; μου ἀκοῦσαι τὰ ; ἔθνη τὸν ; λόγον τοῦ ; εὐαγγελίου καὶ ; πιστεῦσαι.
مُوَضِّحًا وَمُبَيِّنًا أَنَّهُ كَانَ يَنْبَغِي أَنَّ الْمَسِيحَ يَتَأَلَّمُ وَيَقُومُ مِنَ الأَمْوَاتِ، وَأَنَّ: هذَا هُوَ الْمَسِيحُ يَسُوعُ الَّذِي أَنَا أُنَادِي لَكُمْ بِهِ.
διανοίγων καὶ ; παρατιθέμενος ὅτι ἔδει τὸν ; χριστὸν παθεῖν καὶ ; ἀναστῆναι ἐκ νεκρῶν καὶ ; ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ ; χριστὸς ὁ ; Ἰησοῦς ὃν ἐγὼ καταγγέλλω ; ὑμῖν.
وَمِنْكُمْ أَنْتُمْ سَيَقُومُ رِجَالٌ يَتَكَلَّمُونَ بِأُمُورٍ مُلْتَوِيَةٍ لِيَجْتَذِبُوا التَّلاَمِيذَ وَرَاءَهُمْ.
καὶ ; ἐξ ; ὑμῶν αὐτῶν ἀναστήσονται ἄνδρες λαλοῦντες διεστραμμένα τοῦ ; ἀποσπᾶν τοὺς ; μαθητὰς ὀπίσω ; αὐτῶν.
فَقُلْتُ: مَاذَا أَفْعَلُ يَا رَبُّ. فَقَالَ لِي الرَّبُّ: قُمْ وَاذْهَبْ إِلَى دِمَشْقَ، وَهُنَاكَ يُقَالُ لَكَ عَنْ جَمِيعِ مَا تَرَتَّبَ لَكَ أَنْ تَفْعَلَ.
εἶπον ; δέ· τί ποιήσω κύριε; ὁ ; δὲ ; εἶπεν πρός ; με· κύριος ἀναστὰς πορεύου εἰς Δαμασκόν, κἀκεῖ λαληθήσεται σοι περὶ πάντων ὧν τέτακταί σοι ποιῆσαι.
وَالآنَ لِمَاذَا تَتَوَانَى. قُمْ وَاعْتَمِدْ وَاغْسِلْ خَطَايَاكَ دَاعِيًا بِاسْمِ الرَّبِّ.
καὶ ; νῦν τί μέλλεις; ἀναστὰς βάπτισαι καὶ ; ἀπόλουσαι τὰς ; ἁμαρτίας ; σου ἐπικαλεσάμενος τὸ ; ὄνομα τοῦ κυρίου
وَلكِنْ قُمْ وَقِفْ عَلَى رِجْلَيْكَ لأَنِّي لِهذَا ظَهَرْتُ لَكَ، لأَنْتَخِبَكَ خَادِمًا وَشَاهِدًا بِمَا رَأَيْتَ وَبِمَا سَأَظْهَرُ لَكَ
ἀλλ᾽ ἀνάστηθι καὶ ; στῆθι ἐπὶ τοὺς ; πόδας ; σου· γὰρ εἰς ; τοῦτο ὤφθην σοι προχειρίσασθαί ; σε ὑπηρέτην καὶ ; μάρτυρα ὧν τε ; εἶδές ὧν ; τε ὀφθήσομαί σοι,
فَلَمَّا قَالَ هذَا قَامَ الْمَلِكُ وَالْوَالِي وَبَرْنِيكِي وَالْجَالِسُونَ مَعَهُمْ،
Καὶ εἰπόντος ταῦτα αὐτοῦ ; ἀνέστη ὁ ; βασιλεὺς καὶ ; ὁ ; ἡγεμὼν ἥ ; τε ; Βερνίκη καὶ ; οἱ ; συγκαθήμενοι αὐτοῖς·
لأَنَّهُ لِهذَا مَاتَ الْمَسِيحُ وَقَامَ وَعَاشَ، لِكَيْ يَسُودَ عَلَى الأَحْيَاءِ وَالأَمْوَاتِ.
γὰρ εἰς ; τοῦτο ἀπέθανεν Χριστὸς καὶ ; ἀνέστη καὶ ; ζώντων ἵνα κυριεύσῃ. ζώντων καὶ ; νεκρῶν
وَأَيْضًا يَقُولُ إِشَعْيَاءُ: سَيَكُونُ أَصْلُ يَسَّى وَالْقَائِمُ لِيَسُودَ عَلَى الأُمَمِ، عَلَيْهِ سَيَكُونُ رَجَاءُ الأُمَمِ.
καὶ ; πάλιν λέγει· Ἠσαΐας ἔσται ἡ ; ῥίζα τοῦ ; Ἰεσσαί, καὶ ; ὁ ; ἀνιστάμενος ἄρχειν ἐθνῶν, ἐπ᾽ ; αὐτῷ ἐλπιοῦσιν.¶ ἔθνη
فَلاَ تَكُونُوا عَبَدَةَ أَوْثَانٍ كَمَا كَانَ أُنَاسٌ مِنْهُمْ، كَمَا هُوَ مَكْتُوبٌ: جَلَسَ الشَّعْبُ لِلأَكْلِ وَالشُّرْبِ، ثُمَّ قَامُوا لِلَّعِبِ.
μηδὲ γίνεσθε εἰδωλολάτραι καθώς τινες αὐτῶν ὥς γέγραπται· ἐκάθισεν ὁ ; λαὸς φαγεῖν καὶ ; πεῖν καὶ ἀνέστησαν παίζειν.
لِذلِكَ يَقُولُ: اسْتَيْقِظْ أَيُّهَا النَّائِمُ وَقُمْ مِنَ الأَمْوَاتِ فَيُضِيءَ لَكَ الْمَسِيحُ.
διὸ λέγει· Ἔγειραι ὁ καθεύδων καὶ ; ἀνάστα ἐκ τῶν ; νεκρῶν, καὶ ; ἐπιφαύσει σοι ὁ ; Χριστός.¶
لأَنَّهُ إِنْ كُنَّا نُؤْمِنُ أَنَّ يَسُوعَ مَاتَ وَقَامَ، فَكَذلِكَ الرَّاقِدُونَ بِيَسُوعَ، سَيُحْضِرُهُمُ اللهُ أَيْضًا مَعَهُ.
γὰρ εἰ πιστεύομεν ὅτι Ἰησοῦς ἀπέθανεν καὶ ; ἀνέστη, οὕτως ; καὶ τοὺς ; κοιμηθέντας Ἰησοῦ ; τοῦ ; διὰ ἄξει ὁ ; θεὸς καὶ σὺν ; αὐτῷ.¶
لأَنَّ الرَّبّ نَفْسَهُ بِهُتَافٍ، بِصَوْتِ رَئِيسِ مَلاَئِكَةٍ وَبُوقِ اللهِ، سَوْفَ يَنْزِلُ مِنَ السَّمَاءِ وَالأَمْوَاتُ فِي الْمَسِيحِ سَيَقُومُونَ أَوَّلاً.
ὅτι ὁ ; κύριος αὐτὸς ἐν ; κελεύσματι, ἐν ; φωνῇ ἀρχαγγέλου καὶ ; ἐν ; σάλπιγγι θεοῦ καταβήσεται ἀπ᾽ οὐρανοῦ, καὶ ; οἱ ; νεκροὶ ἐν Χριστῷ ἀναστήσονται πρῶτον,