ك
إصحاح
G4458
G4459. pōs
G4460
المعنى المختصر للكلمة
pōs: an interrogative particle of manner
اللفظ الأصلي πῶς
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق pōs (poce)
تكرار الورود في الكتاب 93 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1 an interrogative particle of manner
2 in what way? (sometimes the question is indirect, how?)
3 also as exclamation, how much!
الإنجليزية — KJV Translation Tags
how after (by) what manner (means) that

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

πῶς (81×) καὶ ; πῶς (10×) τὸ ; πῶς (1×) Πῶς (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (93 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَقَالَ لَهُ: مَا هُوَ مَكْتُوبٌ فِي النَّامُوسِ. كَيْفَ تَقْرَأُ.
ὁ ; δὲ ; εἶπεν πρὸς ; αὐτόν· τί γέγραπται; ἐν τῷ ; νόμῳ πῶς ἀναγινώσκεις;¶
فَإِنْ كَانَ الشَّيْطَانُ أَيْضًا يَنْقَسِمُ عَلَى ذَاتِهِ، فَكَيْفَ تَثْبُتُ مَمْلَكَتُهُ. لأَنَّكُمْ تَقُولُونَ: إِنِّي بِبَعْلَزَبُولَ أُخْرِجُ الشَّيَاطِينَ.
εἰ ; δὲ ὁ ; σατανᾶς καὶ διεμερίσθη, ἐφ᾽ ἑαυτὸν πῶς σταθήσεται ἡ ; βασιλεία ; αὐτοῦ; ὅτι λέγετε με ἐν ; Βεελζεβοὺλ ἐκβάλλειν τὰ ; δαιμόνια.
وَمَتَى قَدَّمُوكُمْ إِلَى الْمَجَامِعِ وَالرُّؤَسَاءِ وَالسَّلاَطِينِ فَلاَ تَهْتَمُّوا كَيْفَ أَوْ بِمَا تَحْتَجُّونَ أَوْ بِمَا تَقُولُونَ،
δὲ ; Ὅταν προσφέρωσιν; ὑμᾶς ἐπὶ τὰς ; συναγωγὰς καὶ ; τὰς ; ἀρχὰς καὶ ; τὰς ; ἐξουσίας, μὴ μεριμνᾶτε πῶς ἢ τί ἀπολογήσησθε ἢ τί εἴπητε·
تَأَمَّلُوا الزَّنَابِقَ كَيْفَ تَنْمُو: لاَ تَتْعَبُ وَلاَ تَغْزِلُ، وَلكِنْ أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّهُ وَلاَ سُلَيْمَانُ فِي كُلِّ مَجْدِهِ كَانَ يَلْبَسُ كَوَاحِدَةٍ مِنْهَا.
κατανοήσατε τὰ ; κρίνα πῶς αὐξάνει· οὐ κοπιᾷ οὐδὲ νήθει. δὲ λέγω ὑμῖν· οὐδὲ Σολομὼν ἐν πάσῃ τῇ ; δόξῃ ; αὐτοῦ περιεβάλετο ὡς ; ἓν τούτων.
وَلِي صِبْغَةٌ أَصْطَبِغُهَا، وَكَيْفَ أَنْحَصِرُ حَتَّى تُكْمَلَ.
δὲ ; ἔχω βάπτισμα βαπτισθῆναι καὶ ; πῶς συνέχομαι ἕως τελεσθῇ.
يَا مُرَاؤُونَ. تَعْرِفُونَ أَنْ تُمَيِّزُوا وَجْهَ الأَرْضِ وَالسَّمَاءِ، وَأَمَّا هذَا الزَّمَانُ فَكَيْفَ لاَ تُمَيِّزُونَهُ.
ὑποκριταί, οἴδατε δοκιμάζειν, τὸ ; πρόσωπον τῆς ; γῆς καὶ ; τοῦ ; οὐρανοῦ δὲ τοῦτον τὸν ; καιρὸν πῶς οὐκ δοκιμάζετε
وَقَالَ لِلْمَدْعُوِّينَ مَثَلاً، وَهُوَ يُلاَحِظُ كَيْفَ اخْتَارُوا الْمُتَّكَآتِ الأُولَى قِائِلاً لَهُمْ:
Ἔλεγεν ; δὲ πρὸς ; τοὺς ; κεκλημένους παραβολὴν ἐπέχων πῶς ἐξελέγοντο, τὰς ; πρωτοκλισίας λέγων πρὸς ; αὐτούς·
فَلَمَّا رَآهُ يَسُوعُ قَدْ حَزِنَ، قَالَ: مَا أَعْسَرَ دُخُولَ ذَوِي الأَمْوَالِ إِلَى مَلَكُوتِ اللهِ.
δὲ Ἰδὼν ; αὐτὸν ὁ ; Ἰησοῦς περίλυπον ; γενόμενον εἶπεν· πῶς δυσκόλως εἰσελεύσονται οἱ ; ἔχοντες τὰ ; χρήματα εἰς τὴν ; βασιλείαν τοῦ ; θεοῦ
وَقَالَ لَهُمْ: كَيْفَ يَقُولُونَ إِنَّ الْمَسِيحَ ابْنُ دَاوُدَ.
Εἶπεν ; δὲ πρὸς ; αὐτούς· πῶς λέγουσιν εἶναι τὸν ; χριστὸν υἱόν; Δαυὶδ
فَإِذًا دَاوُدُ يَدْعُوهُ رَبًّا. فَكَيْفَ يَكُونُ ابْنَهُ..
οὖν Δαυὶδ αὐτὸν ; καλεῖ, κύριον καὶ ; πῶς ἐστιν;¶ αὐτοῦ ; υἱός
وَكَانَ رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ وَالْكَتَبَةُ يَطْلُبُونَ كَيْفَ يَقْتُلُونَهُ، لأَنَّهُمْ خَافُوا الشَّعْبَ.
καὶ οἱ ; ἀρχιερεῖς καὶ ; οἱ ; γραμματεῖς ἐζήτουν πῶς ἀνέλωσιν ; αὐτόν· γὰρ ἐφοβοῦντο τὸν ; λαόν.
فَمَضَى وَتَكَلَّمَ مَعَ رُؤَسَاءِ الْكَهَنَةِ وَقُوَّادِ الْجُنْدِ كَيْفَ يُسَلِّمُهُ إِلَيْهِمْ.
καὶ ; ἀπελθὼν συνελάλησεν τοῖς ; ἀρχιερεῦσιν καὶ ; τοῖς ; στρατηγοῖς πῶς παραδῷ ; αὐτόν. αὐτοῖς
قَالَ لَهُ نِيقُودِيمُوسُ: كَيْفَ يُمْكِنُ الإِنْسَانَ أَنْ يُولَدَ وَهُوَ شَيْخٌ. أَلَعَلَّهُ يَقْدِرُ أَنْ يَدْخُلَ بَطْنَ أُمِّهِ ثَانِيَةً وَيُولَدَ.
Λέγει πρὸς ; αὐτὸν ὁ ; Νικόδημος· πῶς δύναται ἄνθρωπος γεννηθῆναι ὤν; γέρων μὴ ; δύναται εἰσελθεῖν τὴν ; κοιλίαν τῆς ; μητρὸς ; αὐτοῦ δεύτερον καὶ ; γεννηθῆναι;¶
أَجَابَ نِيقُودِيمُوسُ وَقَالَ لَهُ: كَيْفَ يُمْكِنُ أَنْ يَكُونَ هذَا.
Ἀπεκρίθη Νικόδημος καὶ ; εἶπεν αὐτῷ· πῶς δύναται γενέσθαι;¶ ταῦτα
إِنْ كُنْتُ قُلْتُ لَكُمُ الأَرْضِيَّاتِ وَلَسْتُمْ تُؤْمِنُونَ، فَكَيْفَ تُؤْمِنُونَ إِنْ قُلْتُ لَكُمُ السَّمَاوِيَّاتِ.
εἰ εἶπον ὑμῖν τὰ ; ἐπίγεια καὶ ; οὐ πιστεύετε, πῶς πιστεύσετε; ἐὰν εἴπω ὑμῖν τὰ ; ἐπουράνια
فَقَالَتْ لَهُ الْمَرْأَةُ السَّامِرِيَّةُ: كَيْفَ تَطْلُبُ مِنِّي لِتَشْرَبَ، وَأَنْتَ يَهُودِيٌّ وَأَنَا امْرَأَةٌ سَامِرِيَّةٌ. لأَنَّ الْيَهُودَ لاَ يُعَامِلُونَ السَّامِرِيِّينَ.
λέγει ; οὖν αὐτῷ ἡ ; γυνὴ ἡ ; Σαμαρῖτις· πῶς αἰτεῖς παρ᾽ ; ἐμοῦ πεῖν σὺ Ἰουδαῖος ; ὢν οὔσης; γυναικὸς Σαμαρίτιδος γὰρ Ἰουδαῖοι οὐ συγχρῶνται Σαμαρίταις.¶
كَيْفَ تَقْدِرُونَ أَنْ تُؤْمِنُوا وَأَنْتُمْ تَقْبَلُونَ مَجْدًا بَعْضُكُمْ مِنْ بَعْضٍ، وَالْمَجْدُ الَّذِي مِنَ الإِلهِ الْوَاحِدِ لَسْتُمْ تَطْلُبُونَهُ.
Πῶς δύνασθε πιστεῦσαι ὑμεῖς λαμβάνοντες δόξαν παρὰ ; ἀλλήλων καὶ ; τὴν ; δόξαν τὴν παρὰ τοῦ ; θεοῦ μόνου οὐ ζητεῖτε;¶
فَإِنْ كُنْتُمْ لَسْتُمْ تُصَدِّقُونَ كُتُبَ ذَاكَ، فَكَيْفَ تُصَدِّقُونَ كَلاَمِي..
εἰ ; δὲ οὐ πιστεύετε, τοῖς ; ἐκείνου ; γράμμασιν πῶς πιστεύσετε;¶ τοῖς ; ἐμοῖς ; ῥήμασιν
فَخَاصَمَ الْيَهُودُ بَعْضُهُمْ بَعْضًا قَائِلِينَ: كَيْفَ يَقْدِرُ هذَا أَنْ يُعْطِيَنَا جَسَدَهُ لِنَأْكُلَ.
Ἐμάχοντο ; οὖν οἱ ; Ἰουδαῖοι πρὸς ; ἀλλήλους λέγοντες· πῶς δύναται οὗτος ἡμῖν ; δοῦναι τὴν ; σάρκα ; αὐτοῦ φαγεῖν;¶
فَتَعَجَّبَ الْيَهُودُ قَائِلِينَ: كَيْفَ هذَا يَعْرِفُ الْكُتُبَ، وَهُوَ لَمْ يَتَعَلَّمْ.
καὶ ; ἐθαύμαζον οἱ ; Ἰουδαῖοι λέγοντες· πῶς οὗτος οἶδεν γράμματα μὴ μεμαθηκώς;¶
أَجَابُوهُ: إِنَّنَا ذُرِّيَّةُ إِبْرَاهِيمَ، وَلَمْ نُسْتَعْبَدْ لأَحَدٍ قَطُّ. كَيْفَ تَقُولُ أَنْتَ: إِنَّكُمْ تَصِيرُونَ أَحْرَارًا.
ἀπεκρίθησαν ; αὐτῷ ἐσμεν σπέρμα Ἀβραάμ καὶ δεδουλεύκαμεν οὐδενὶ πώποτε· πῶς λέγεις σὺ ὅτι γενήσεσθε; ἐλεύθεροι
فَقَالُوا لَهُ: كَيْفَ انْفَتَحَتْ عَيْنَاكَ.
ἔλεγον ; οὖν αὐτῷ· πῶς ἠνεῴχθησάν σου ; οἱ ; ὀφθαλμοί;
فَسَأَلَهُ الْفَرِّيسِيُّونَ أَيْضًا كَيْفَ أَبْصَرَ، فَقَالَ لَهُمْ: وَضَعَ طِينًا عَلَى عَيْنَيَّ وَاغْتَسَلْتُ، فَأَنَا أُبْصِرُ.
πάλιν ; ἠρώτων ; αὐτὸν ; οὖν οἱ ; Φαρισαῖοι καὶ πῶς ἀνέβλεψεν. ὁ ; δὲ ; εἶπεν αὐτοῖς· ἐπέθηκέν πηλὸν ἐπὶ μου ; τοὺς ; ὀφθαλμοὺς καὶ ; ἐνιψάμην καὶ ; βλέπω.
فَقَالَ قَوْمٌ مِنَ الْفَرِّيسِيِّينَ: هذَا الإِنْسَانُ لَيْسَ مِنَ اللهِ، لأَنَّهُ لاَ يَحْفَظُ السَّبْتَ. آخَرُونَ قَالُوا: كَيْفَ يَقْدِرُ إِنْسَانٌ خَاطِئٌ أَنْ يَعْمَلَ مِثْلَ هذِهِ الآيَاتِ. وَكَانَ بَيْنَهُمُ انْشِقَاقٌ.
ἔλεγον ; οὖν τινές· ἐκ τῶν ; Φαρισαίων οὗτος ὁ ; ἄνθρωπος, οὐκ ; ἔστιν παρὰ τοῦ ; θεοῦ ὅτι οὐ τηρεῖ. τὸ ; σάββατον ἄλλοι ἔλεγον· πῶς δύναται ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς ποιεῖν; τοιαῦτα σημεῖα καὶ ; ἦν ἐν ; αὐτοῖς. σχίσμα
وَأَمَّا كَيْفَ يُبْصِرُ الآنَ فَلاَ نَعْلَمُ. أَوْ مَنْ فَتَحَ عَيْنَيْهِ فَلاَ نَعْلَمُ. هُوَ كَامِلُ السِّنِّ. اسْأَلُوهُ فَهُوَ يَتَكَلَّمُ عَنْ نَفْسِهِ.
δὲ πῶς βλέπει νῦν οὐκ οἴδαμεν, ἢ τίς ἤνοιξεν αὐτοῦ ; τοὺς ; ὀφθαλμοὺς οὐκ ἡμεῖς ; οἴδαμεν· αὐτὸς ἡλικίαν ; ἔχει· αὐτὸν ; ἐρωτήσατε, αὐτὸς λαλήσει.¶ περὶ ἑαυτοῦ
فَقَالُوا لَهُ أَيْضًا: مَاذَا صَنَعَ بِكَ. كَيْفَ فَتَحَ عَيْنَيْكَ.
εἶπον ; δὲ αὐτῷ πάλιν· τί ἐποίησέν σοι; πῶς ἤνοιξέν σου ; τοὺς ; ὀφθαλμούς;¶
فَقَالَ الْيَهُودُ: انْظُرُوا كَيْفَ كَانَ يُحِبُّهُ..
ἔλεγον ; οὖν οἱ ; Ἰουδαῖοι· ἴδε πῶς ἐφίλει ; αὐτόν.
فَأَجَابَهُ الْجَمْعُ: نَحْنُ سَمِعْنَا مِنَ النَّامُوسِ أَنَّ الْمَسِيحَ يَبْقَى إِلَى الأَبَدِ، فَكَيْفَ تَقُولُ أَنْتَ إِنَّهُ يَنْبَغِي أَنْ يَرْتَفِعَ ابْنُ الإِنْسَانِ. مَنْ هُوَ هذَا ابْنُ الإِنْسَانِ.
Ἀπεκρίθη ; οὖν ; αὐτῷ ὁ ; ὄχλος· ἡμεῖς ἠκούσαμεν ἐκ τοῦ ; νόμου ὅτι ὁ ; χριστὸς μένει εἰς τὸν ; αἰῶνα, καὶ ; πῶς λέγεις σὺ ὅτι δεῖ ὑψωθῆναι τὸν ; υἱὸν τοῦ ; ἀνθρώπου; τίς ἐστιν οὗτος ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου;¶
قَالَ لَهُ تُومَا: يَا سَيِّدُ، لَسْنَا نَعْلَمُ أَيْنَ تَذْهَبُ، فَكَيْفَ نَقْدِرُ أَنْ نَعْرِفَ الطَّرِيقَ.
Λέγει αὐτῷ Θωμᾶς· κύριε, οὐκ οἴδαμεν ποῦ ὑπάγεις· καὶ ; πῶς δυνάμεθα εἰδέναι; τὴν ; ὁδὸν
قَالَ لَهُ يَسُوعُ: أَنَا مَعَكُمْ زَمَانًا هذِهِ مُدَّتُهُ وَلَمْ تَعْرِفْنِي يَا فِيلُبُّسُ. اَلَّذِي رَآنِي فَقَدْ رَأَى الآبَ، فَكَيْفَ تَقُولُ أَنْتَ: أَرِنَا الآبَ.
λέγει αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς· εἰμι, μεθ᾽ ; ὑμῶν χρόνον Τοσοῦτον καὶ ; οὐκ ἔγνωκάς ; με, Φίλιππε; ὁ ἑωρακὼς ; ἐμὲ ἑώρακεν τὸν ; πατέρα· καὶ ; πῶς λέγεις· σὺ δεῖξον ; ἡμῖν τὸν ; πατέρα;