المعنى المختصر للكلمة
polýs:
(singular) much (in any
respect) or (plural) many
اللفظ الأصلي
πολύς
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
polýs
(pol-oos)
تكرار الورود في الكتاب
359
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1
(singular) much (in any
respect) or (plural) many
2
neuter (singular) as adverbial, largely
3
neuter (plural) as adverb or noun often, mostly, largely
الإنجليزية — KJV Translation Tags
abundant
+
altogether
common
+ far (passed, spent)
(+ be of a) great (age,
deal, -ly, while)
long
many
much
oft(-en (-times))
plenteous
sore
straitly
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
πολλοὶ (53×)
πολλὰ (47×)
πολλῶν (34×)
πολλῷ (18×)
πολλοὺς (17×)
πολὺς (16×)
πολὺ (14×)
πολλῆς (11×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (359 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
لوقا 15: 13
Luk.15.13
وَبَعْدَ أَيَّامٍ لَيْسَتْ بِكَثِيرَةٍ جَمَعَ الابْنُ الأَصْغَرُ كُلَّ شَيْءٍ وَسَافَرَ إِلَى كُورَةٍ بَعِيدَةٍ، وَهُنَاكَ بَذَّرَ مَالَهُ بِعَيْشٍ مُسْرِفٍ.
καὶ ; μετ᾽ ἡμέρας οὐ πολλὰς συναγαγὼν ὁ ; υἱὸς νεώτερος ἅπαντα ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακρὰν καὶ ; ἐκεῖ διεσκόρπισεν τὴν ; οὐσίαν ; αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως.
لوقا 16: 10
Luk.16.10
اَلأَمِينُ فِي الْقَلِيلِ أَمِينٌ أَيْضًا فِي الْكَثِيرِ، وَالظَّالِمُ فِي الْقَلِيلِ ظَالِمٌ أَيْضًا فِي الْكَثِيرِ.
Ὁ ; πιστὸς ἐν ἐλαχίστῳ πιστός ; ἐστιν, καὶ ἐν πολλῷ καὶ ; ὁ ; ἄδικος ἐν ἐλαχίστῳ ἐστιν. ; ἄδικός καὶ ἐν πολλῷ
لوقا 16: 10
Luk.16.10
اَلأَمِينُ فِي الْقَلِيلِ أَمِينٌ أَيْضًا فِي الْكَثِيرِ، وَالظَّالِمُ فِي الْقَلِيلِ ظَالِمٌ أَيْضًا فِي الْكَثِيرِ.
Ὁ ; πιστὸς ἐν ἐλαχίστῳ πιστός ; ἐστιν, καὶ ἐν πολλῷ καὶ ; ὁ ; ἄδικος ἐν ἐλαχίστῳ ἐστιν. ; ἄδικός καὶ ἐν πολλῷ
لوقا 17: 25
Luk.17.25
وَلكِنْ يَنْبَغِي أَوَّلاً أَنْ يَتَأَلَّمَ كَثِيرًا وَيُرْفَضَ مِنْ هذَا الْجِيلِ.
δὲ δεῖ Πρῶτον αὐτὸν ; παθεῖν πολλὰ καὶ ; ἀποδοκιμασθῆναι ἀπὸ ταύτης.¶ τῆς ; γενεᾶς
لوقا 18: 39
Luk.18.39
فَانْتَهَرَهُ الْمُتَقَدِّمُونَ لِيَسْكُتَ، أَمَّا هُوَ فَصَرَخَ أَكْثَرَ كَثِيرًا: يَا ابْنَ دَاوُدَ، ارْحَمْنِي..
Καὶ ; ἐπετίμων ; αὐτῷ οἱ ; προάγοντες ἵνα ; σιωπήσῃ δὲ αὐτὸς ἔκραζεν· πολλῷ μᾶλλον υἱὲ Δαυίδ, ἐλέησόν ; με.¶
لوقا 21: 8
Luk.21.8
فَقَالَ: انْظُرُوا. لاَ تَضِلُّوا. فَإِنَّ كَثِيرِينَ سَيَأْتُونَ بِاسْمِي قَائِلِينَ: إِنِّي أَنَا هُوَ. وَالزَّمَانُ قَدْ قَرُبَ. فَلاَ تَذْهَبُوا وَرَاءَهُمْ.
Ὁ ; δὲ ; εἶπεν· βλέπετε μὴ πλανηθῆτε· γὰρ πολλοὶ ἐλεύσονται ἐπὶ ; τῷ ; ὀνόματί ; μου λέγοντες ὃτι· ἐγώ εἰμι, καὶ ; ὁ ; καιρὸς ἤγγικεν. μὴ ; οὖν πορευθῆτε ὀπίσω ; αὐτῶν.
لوقا 21: 27
Luk.21.27
وَحِينَئِذٍ يُبْصِرُونَ ابْنَ الإِنْسَانِ آتِيًا فِي سَحَابَةٍ بِقُوَّةٍ وَمَجْدٍ كَثِيرٍ.
καὶ ; τότε ὄψονται τὸν ; υἱὸν τοῦ ; ἀνθρώπου ἐρχόμενον ἐν νεφέλῃ μετὰ ; δυνάμεως καὶ ; δόξης πολλῆς.¶
لوقا 22: 65
Luk.22.65
وَأَشْيَاءَ أُخَرَ كَثِيرَةً كَانُوا يَقُولُونَ عَلَيْهِ مُجَدِّفِينَ.
καὶ ; ἕτερα πολλὰ ἔλεγον εἰς ; αὐτόν.¶ βλασφημοῦντες
لوقا 23: 8
Luk.23.8
وَأَمَّا هِيرُودُسُ فَلَمَّا رَأَى يَسُوعَ فَرِحَ جِدًّا، لأَنَّهُ كَانَ يُرِيدُ مِنْ زَمَانٍ طَوِيل أَنْ يَرَاهُ، لِسَمَاعِهِ عَنْهُ أَشْيَاءَ كَثِيرَةً، وَتَرَجَّى أَنْ يَرَى آيَةً تُصْنَعُ مِنْهُ.
δὲ Ὁ ; Ἡρῴδης ἰδὼν τὸν ; Ἰησοῦν ἐχάρη λίαν· γὰρ ἦν θέλων ἐξ χρόνων ἱκανοῦ ἰδεῖν ; αὐτὸν διὰ ; τὸ ; ἀκούειν περὶ ; αὐτοῦ πολλὰ καὶ ; ἤλπιζέν ἰδεῖν τι ; σημεῖον γινόμενον. ὑπ᾽ ; αὐτοῦ
لوقا 23: 27
Luk.23.27
وَتَبِعَهُ جُمْهُورٌ كَثِيرٌ مِنَ الشَّعْبِ، وَالنِّسَاءِ اللَّوَاتِي كُنَّ يَلْطِمْنَ أَيْضًا وَيَنُحْنَ عَلَيْهِ.
Ἠκολούθει ; δὲ ; αὐτῷ πλῆθος πολὺ τοῦ λαοῦ καὶ ; γυναικῶν αἳ ἐκόπτοντο καὶ καὶ ; ἐθρήνουν αὐτόν.
يوحنا 2: 12
Jhn.2.12
وَبَعْدَ هذَا انْحَدَرَ إِلَى كَفْرِنَاحُومَ، هُوَ وَأُمُّهُ وَإِخْوَتُهُ وَتَلاَمِيذُهُ، وَأَقَامُوا هُنَاكَ أَيَّامًا لَيْسَتْ كَثِيرَةً
Μετὰ τοῦτο κατέβη εἰς Καφαρναοὺμ αὐτὸς καὶ ; ἡ ; μήτηρ ; αὐτοῦ καὶ ; οἱ ; ἀδελφοὶ ; αὐτοῦ καὶ ; οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ, καὶ ; ἔμειναν ἐκεῖ ἡμέρας.¶ οὐ πολλὰς
يوحنا 2: 23
Jhn.2.23
وَلَمَّا كَانَ فِي أُورُشَلِيمَ فِي عِيدِ الْفِصْحِ، آمَنَ كَثِيرُونَ بِاسْمِهِ، إِذْ رَأَوْا الآيَاتِ الَّتِي صَنَعَ.
Ὡς ; δὲ ἦν ἐν τοῖς ; Ἱεροσολύμοις ἐν τῇ ; ἑορτῇ, ἐν ; τῷ ; πάσχα ἐπίστευσαν πολλοὶ εἰς ; τὸ ; ὄνομα ; αὐτοῦ θεωροῦντες αὐτοῦ ; τὰ ; σημεῖα ἃ ἐποίει.
يوحنا 3: 23
Jhn.3.23
وَكَانَ يُوحَنَّا أَيْضًا يُعَمِّدُ فِي عَيْنِ نُونٍ بِقُرْبِ سَالِيمَ، لأَنَّهُ كَانَ هُنَاكَ مِيَاهٌ كَثِيرَةٌ، وَكَانُوا يَأْتُونَ وَيَعْتَمِدُونَ.
ἦν ; δὲ Ἰωάννης καὶ βαπτίζων ἐν Αἰνὼν ἐγγὺς τοῦ ; Σαλείμ, ὅτι ἦν ἐκεῖ. ὕδατα πολλὰ καὶ ; παρεγίνοντο καὶ ; ἐβαπτίζοντο·
يوحنا 4: 39
Jhn.4.39
فَآمَنَ بِهِ مِنْ تِلْكَ الْمَدِينَةِ كَثِيرُونَ مِنَ السَّامِرِيِّينَ بِسَبَبِ كَلاَمِ الْمَرْأَةِ الَّتِي كَانَتْ تَشْهَدُ أَنَّهُ: قَالَ لِي كُلَّ مَا فَعَلْتُ.
δὲ ; ἐπίστευσαν εἰς ; αὐτὸν ἐκ ἐκείνης τῆς ; πόλεως πολλοὶ τῶν Σαμαριτῶν διὰ τὸν ; λόγον τῆς ; γυναικὸς μαρτυρούσης ὅτι εἶπέν μοι πάντα ὅσα ἐποίησα.
يوحنا 4: 41
Jhn.4.41
فَآمَنَ بِهِ أَكْثَرُ جِدًّا بِسَبَبِ كَلاَمِهِ.
καὶ ; ἐπίστευσαν πολλῷ πλείους διὰ τὸν ; λόγον ; αὐτοῦ,
يوحنا 4: 41
Jhn.4.41
فَآمَنَ بِهِ أَكْثَرُ جِدًّا بِسَبَبِ كَلاَمِهِ.
καὶ ; ἐπίστευσαν πολλῷ πλείους διὰ τὸν ; λόγον ; αὐτοῦ,
يوحنا 5: 3
Jhn.5.3
فِي هذِهِ كَانَ مُضْطَجِعًا جُمْهُورٌ كَثِيرٌ مِنْ مَرْضَى وَعُمْيٍ وَعُرْجٍ وَعُسْمٍ، يَتَوَقَّعُونَ تَحْرِيكَ الْمَاءِ.
ἐν ταύταις κατέκειτο πλῆθος πολὺ τῶν ἀσθενούντων, τυφλῶν, χωλῶν, ξηρῶν ἐκδεχομένων τὴν ; κίνησιν. τοῦ ; ὕδατος
يوحنا 5: 6
Jhn.5.6
هذَا رَآهُ يَسُوعُ مُضْطَجِعًا، وَعَلِمَ أَنَّ لَهُ زَمَانًا كَثِيرًا، فَقَالَ لَهُ: أَتُرِيدُ أَنْ تَبْرَأَ.
τοῦτον ἰδὼν ὁ ; Ἰησοῦς κατακείμενον, καὶ ; γνοὺς ὅτι ἔχει, ἤδη ; χρόνον πολὺν λέγει αὐτῷ· θέλεις ὑγιὴς ; γενέσθαι;
يوحنا 6: 2
Jhn.6.2
وَتَبِعَهُ جَمْعٌ كَثِيرٌ لأَنَّهُمْ أَبْصَرُوا آيَاتِهِ الَّتِي كَانَ يَصْنَعُهَا فِي الْمَرْضَى.
καὶ ; ἠκολούθει ; αὐτῷ ὄχλος πολύς, ὅτι ἑώρων αὐτοῦ ; τὰ ; σημεῖα ἃ ἐποίει ἐπὶ τῶν ; ἀσθενούντων.
يوحنا 6: 5
Jhn.6.5
فَرَفَعَ يَسُوعُ عَيْنَيْهِ وَنَظَرَ أَنَّ جَمْعًا كَثِيرًا مُقْبِلٌ إِلَيْهِ، فَقَالَ لِفِيلُبُّسَ: مِنْ أَيْنَ نَبْتَاعُ خُبْزًا لِيَأْكُلَ هؤُلاَءِ.
Ἐπάρας ; οὖν ὁ ; Ἰησοῦς τοὺς ; ὀφθαλμοὺς καὶ ; θεασάμενος ὅτι ὄχλος πολὺς ἔρχεται πρὸς ; αὐτὸν λέγει πρὸς ; τὸν ; Φίλιππον· πόθεν ἀγοράσομεν ἄρτους, ἵνα ; φάγωσιν οὗτοι;
يوحنا 6: 10
Jhn.6.10
فَقَالَ يَسُوعُ: اجْعَلُوا النَّاسَ يَتَّكِئُونَ. وَكَانَ فِي الْمَكَانِ عُشْبٌ كَثِيرٌ، فَاتَّكَأَ الرِّجَالُ وَعَدَدُهُمْ نَحْوُ خَمْسَةِ آلاَفٍ.
εἶπεν ; δὲ ὁ ; Ἰησοῦς· ποιήσατε τοὺς ; ἀνθρώπους ἀναπεσεῖν. ἦν ; δὲ ἐν τῷ ; τόπῳ. χόρτος πολὺς ἀνέπεσαν ; οὖν οἱ ; ἄνδρες τὸν ; ἀριθμὸν ὡσεὶ πεντακισχίλιοι.
يوحنا 6: 60
Jhn.6.60
فَقَالَ كَثِيرُونَ مِنْ تَلاَمِيذِهِ، إِذْ سَمِعُوا: إِنَّ هذَا الْكَلاَمَ صَعْبٌ. مَنْ يَقْدِرُ أَنْ يَسْمَعَهُ.
οὖν ; εἶπαν· πολλοὶ ἐκ τῶν ; μαθητῶν ; αὐτοῦ ἀκούσαντες οὗτος· ὁ ; λόγος σκληρός ; ἐστιν τίς δύναται αὐτοῦ ἀκούειν;¶
يوحنا 6: 66
Jhn.6.66
مِنْ هذَا الْوَقْتِ رَجَعَ كَثِيرُونَ مِنْ تَلاَمِيذِهِ إِلَى الْوَرَاءِ، وَلَمْ يَعُودُوا يَمْشُونَ مَعَهُ.
ἐκ τούτου ἀπῆλθον πολλοὶ ἐκ τῶν ; μαθητῶν ; αὐτοῦ εἰς τὰ ; ὀπίσω καὶ ; οὐκέτι περιεπάτουν.¶ μετ᾽ ; αὐτοῦ
يوحنا 7: 12
Jhn.7.12
وَكَانَ فِي الْجُمُوعِ مُنَاجَاةٌ كَثِيرَةٌ مِنْ نَحْوِهِ. بَعْضُهُمْ يَقُولُونَ: إِنَّهُ صَالِحٌ. وَآخَرُونَ يَقُولُونَ: لاَ، بَلْ يُضِلُّ الشَّعْبَ.
καὶ ; ἦν ἐν τοῖς ; ὄχλοις. γογγυσμὸς πολὺς περὶ αὐτοῦ οἱ ; μὲν ἔλεγον ὅτι ; ἐστιν, ἀγαθός ἄλλοι ; δὲ ἔλεγον· οὔ, ἀλλὰ πλανᾷ τὸν ; ὄχλον.
يوحنا 7: 31
Jhn.7.31
فَآمَنَ بِهِ كَثِيرُونَ مِنَ الْجَمْعِ، وَقَالُوا: أَلَعَلَّ الْمَسِيحَ مَتَى جَاءَ يَعْمَلُ آيَاتٍ أَكْثَرَ مِنْ هذِهِ الَّتِي عَمِلَهَا هذَا..
δὲ ; ἐπίστευσαν εἰς ; αὐτὸν πολλοὶ ἐκ τοῦ ; ὄχλου καὶ ; ἔλεγον ; ὅτι· μήτι ὁ ; χριστὸς ὅταν ἔλθῃ, ποιήσει σημεῖα πλείονα τούτων ; ὧν ἐποίησεν; οὗτος
يوحنا 8: 26
Jhn.8.26
إِنَّ لِي أَشْيَاءَ كَثِيرَةً أَتَكَلَّمُ وَأَحْكُمُ بِهَا مِنْ نَحْوِكُمْ، لكِنَّ الَّذِي أَرْسَلَنِي هُوَ حَقٌّ. وَأَنَا مَا سَمِعْتُهُ مِنْهُ، فَهذَا أَقُولُهُ لِلْعَالَمِ.
ἔχω πολλὰ λαλεῖν καὶ ; κρίνειν· περὶ ; ὑμῶν ἀλλ᾽ ὁ πέμψας ; με ἐστιν, ἀληθής κἀγὼ ἃ ἤκουσα παρ᾽ ; αὐτοῦ, ταῦτα λέγω εἰς ; τὸν ; κόσμον.
يوحنا 8: 30
Jhn.8.30
وَبَيْنَمَا هُوَ يَتَكَلَّمُ بِهذَا آمَنَ بِهِ كَثِيرُونَ.
αὐτοῦ λαλοῦντος ταῦτα ἐπίστευσαν εἰς ; αὐτόν.¶ πολλοὶ
يوحنا 10: 20
Jhn.10.20
فَقَالَ كَثِيرُونَ مِنْهُمْ: بِهِ شَيْطَانٌ وَهُوَ يَهْذِي. لِمَاذَا تَسْتَمِعُونَ لَهُ.
ἔλεγον ; δὲ πολλοὶ ἐξ ; αὐτῶν· ἔχει δαιμόνιον καὶ μαίνεται· τί ἀκούετε; αὐτοῦ
يوحنا 10: 32
Jhn.10.32
أَجَابَهُمْ يَسُوعُ: أَعْمَالاً كَثِيرَةً حَسَنَةً أَرَيْتُكُمْ مِنْ عِنْدِ أَبِي. بِسَبَبِ أَيِّ عَمَل مِنْهَا تَرْجُمُونَنِي.
ἀπεκρίθη ; αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· ἔργα πολλὰ καλὰ ἔδειξα ; ὑμῖν ἐκ τοῦ ; πατρός ; μου· διὰ ποῖον ἔργον αὐτῶν ἐμὲ ; λιθάζετε;¶
يوحنا 10: 41
Jhn.10.41
فَأَتَى إِلَيْهِ كَثِيرُونَ وَقَالُوا: إِنَّ يُوحَنَّا لَمْ يَفْعَلْ آيَةً وَلكِنْ كُلُّ مَا قَالَهُ يُوحَنَّا عَنْ هذَا كَانَ حَقًّا.
καὶ ; ἦλθον πρὸς ; αὐτὸν πολλοὶ καὶ ; ἔλεγον ὅτι ; μὲν Ἰωάννης οὐδέν, ἐποίησεν σημεῖον δὲ πάντα ὅσα εἶπεν Ἰωάννης περὶ τούτου ἦν. ἀληθῆ