ك
إصحاح
G4182
G4183. polýs
G4184
المعنى المختصر للكلمة
polýs: (singular) much (in any respect) or (plural) many
اللفظ الأصلي πολύς
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق polýs (pol-oos)
تكرار الورود في الكتاب 359 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل
1 (singular) much (in any respect) or (plural) many
2 neuter (singular) as adverbial, largely
3 neuter (plural) as adverb or noun often, mostly, largely
الإنجليزية — KJV Translation Tags
abundant + altogether common + far (passed, spent) (+ be of a) great (age, deal, -ly, while) long many much oft(-en (-times)) plenteous sore straitly

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

πολλοὶ (53×) πολλὰ (47×) πολλῶν (34×) πολλῷ (18×) πολλοὺς (17×) πολὺς (16×) πολὺ (14×) πολλῆς (11×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (359 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَصَرَخَ وَصَرَعَهُ شَدِيدًا وَخَرَجَ. فَصَارَ كَمَيْتٍ، حَتَّى قَالَ كَثِيرُونَ: إِنَّهُ مَاتَ..
καὶ ; κράξαν καὶ ; σπαράξαν; αὐτόν πολλὰ ἐξῆλθεν, καὶ ; ἐγένετο ὡσεὶ ; νεκρὸς ὥστε λέγειν πολλοὺς ὅτι ἀπέθανεν.
فَاغْتَمَّ عَلَى الْقَوْلِ وَمَضَى حَزِينًا، لأَنَّهُ كَانَ ذَا أَمْوَال كَثِيرَةٍ.
δὲ ; στυγνάσας ; ὁ ἐπὶ τῷ ; λόγῳ ἀπῆλθεν λυπούμενος· ἦν ; γὰρ ἔχων κτήματα πολλά.
وَلكِنْ كَثِيرُونَ أَوَّلُونَ يَكُونُونَ آخِرِينَ، وَالآخِرُونَ أَوَّلِينَ.
δὲ πολλοὶ πρῶτοι ἔσονται ἔσχατοι καὶ ; οἱ ; ἔσχατοι πρῶτοι.¶
لأَنَّ ابْنَ الإِنْسَانِ أَيْضًا لَمْ يَأْتِ لِيُخْدَمَ بَلْ لِيَخْدِمَ وَلِيَبْذِلَ نَفْسَهُ فِدْيَةً عَنْ كَثِيرِينَ.
γὰρ ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου καὶ οὐκ ἦλθεν διακονηθῆναι ἀλλὰ διακονῆσαι καὶ ; δοῦναι τὴν ; ψυχὴν ; αὐτοῦ λύτρον ἀντὶ πολλῶν.¶
فَانْتَهَرَهُ كَثِيرُونَ لِيَسْكُتَ، فَصَرَخَ أَكْثَرَ كَثِيرًا: يَا ابْنَ دَاوُدَ، ارْحَمْنِي..
καὶ ; ἐπετίμων ; αὐτῷ πολλοὶ ἵνα ; σιωπήσῃ. δὲ ; ἔκραζεν· πολλῷ μᾶλλον υἱὲ Δαυίδ, ἐλέησόν ; με.
فَانْتَهَرَهُ كَثِيرُونَ لِيَسْكُتَ، فَصَرَخَ أَكْثَرَ كَثِيرًا: يَا ابْنَ دَاوُدَ، ارْحَمْنِي..
καὶ ; ἐπετίμων ; αὐτῷ πολλοὶ ἵνα ; σιωπήσῃ. δὲ ; ἔκραζεν· πολλῷ μᾶλλον υἱὲ Δαυίδ, ἐλέησόν ; με.
ثُمَّ أَرْسَلَ أَيْضًا آخَرَ، فَقَتَلُوهُ. ثُمَّ آخَرِينَ كَثِيرِينَ، فَجَلَدُوا مِنْهُمْ بَعْضًا وَقَتَلُوا بَعْضًا.
καὶ ἀπέστειλεν· πάλιν ἄλλον κἀκεῖνον ; ἀπέκτειναν, καὶ ἄλλους, πολλοὺς τοὺς; μὲν ; δέροντες, τοὺς; δὲ ; ἀποκτέννοντες.
لَيْسَ هُوَ إِلهَ أَمْوَاتٍ بَلْ إِلهُ أَحْيَاءٍ. فَأَنْتُمْ إِذًا تَضِلُّونَ كَثِيرًا..
οὐκ ἔστιν ὁ ; θεὸς νεκρῶν ἀλλὰ θεὸς ζώντων· ὑμεῖς οὖν πλανᾶσθε.¶ πολὺ
فَدَاوُدُ نَفْسُهُ يَدْعُوهُ رَبًّا. فَمِنْ أَيْنَ هُوَ ابْنُهُ. وَكَانَ الْجَمْعُ الْكَثِيرُ يَسْمَعُهُ بِسُرُورٍ.
Δαυὶδ ; οὖν αὐτὸς λέγει ; αὐτὸν κύριον, καὶ ; πόθεν αὐτοῦ ; ἐστιν υἱός; καὶ ὁ ; ὄχλος πολὺς ἤκουεν ; αὐτοῦ ἡδέως.¶
وَجَلَسَ يَسُوعُ تُجَاهَ الْخِزَانَةِ، وَنَظَرَ كَيْفَ يُلْقِي الْجَمْعُ نُحَاسًا فِي الْخِزَانَةِ. وَكَانَ أَغْنِيَاءُ كَثِيرُونَ يُلْقُونَ كَثِيرًا.
Καὶ ; καθίσας ὁ ; Ἰησοῦς κατέναντι τοῦ ; γαζοφυλακίου ἐθεώρει πῶς βάλλει ὁ ; ὄχλος χαλκὸν εἰς τὸ ; γαζοφυλάκιον. καὶ πλούσιοι πολλοὶ ἔβαλλον πολλά·
وَجَلَسَ يَسُوعُ تُجَاهَ الْخِزَانَةِ، وَنَظَرَ كَيْفَ يُلْقِي الْجَمْعُ نُحَاسًا فِي الْخِزَانَةِ. وَكَانَ أَغْنِيَاءُ كَثِيرُونَ يُلْقُونَ كَثِيرًا.
Καὶ ; καθίσας ὁ ; Ἰησοῦς κατέναντι τοῦ ; γαζοφυλακίου ἐθεώρει πῶς βάλλει ὁ ; ὄχλος χαλκὸν εἰς τὸ ; γαζοφυλάκιον. καὶ πλούσιοι πολλοὶ ἔβαλλον πολλά·
فَإِنَّ كَثِيرِينَ سَيَأْتُونَ بِاسْمِي قَائِلِينَ: إِنِّي أَنَا هُوَ. وَيُضِلُّونَ كَثِيرِينَ.
γὰρ πολλοὶ ἐλεύσονται ἐπὶ ; τῷ ; ὀνόματί ; μου λέγοντες ὅτι ἐγώ εἰμι, καὶ ; πλανήσουσιν. πολλοὺς
فَإِنَّ كَثِيرِينَ سَيَأْتُونَ بِاسْمِي قَائِلِينَ: إِنِّي أَنَا هُوَ. وَيُضِلُّونَ كَثِيرِينَ.
γὰρ πολλοὶ ἐλεύσονται ἐπὶ ; τῷ ; ὀνόματί ; μου λέγοντες ὅτι ἐγώ εἰμι, καὶ ; πλανήσουσιν. πολλοὺς
وَحِينَئِذٍ يُبْصِرُونَ ابْنَ الإِنْسَانِ آتِيًا فِي سَحَابٍ بِقُوَّةٍ كَثِيرَةٍ وَمَجْدٍ،
καὶ ; τότε ὄψονται τὸν ; υἱὸν τοῦ ; ἀνθρώπου ἐρχόμενον ἐν νεφέλαις μετὰ ; δυνάμεως πολλῆς καὶ ; δόξης.
وَقَالَ لَهُمْ: هذَا هُوَ دَمِي الَّذِي لِلْعَهْدِ الْجَدِيدِ، الَّذِي يُسْفَكُ مِنْ أَجْلِ كَثِيرِينَ.
καὶ ; εἶπεν αὐτοῖς· τοῦτό ἐστιν τὸ ; αἷμά ; μου τὸ τῆς ; διαθήκης καινῆς τὸ ἐκχυννόμενον περὶ πολλῶν.
وَلِلْوَقْتِ فِيمَا هُوَ يَتَكَلَّمُ أَقْبَلَ يَهُوذَا، وَاحِدٌ مِنَ الاثْنَيْ عَشَرَ، وَمَعَهُ جَمْعٌ كَثِيرٌ بِسُيُوفٍ وَعِصِيٍّ مِنْ عِنْدِ رُؤَسَاءِ الْكَهَنَةِ وَالْكَتَبَةِ وَالشُّيُوخِ.
Καὶ ; εὐθὺς ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος παραγίνεται Ἰούδας, εἷς ; ὢν τῶν δώδεκα, καὶ ; μετ᾽ ; αὐτοῦ ὄχλος πολὺς μετὰ ; μαχαιρῶν καὶ ; ξύλων παρὰ τῶν ; ἀρχιερέων καὶ ; τῶν ; γραμματέων καὶ ; τῶν ; πρεσβυτέρων.
لأَنَّ كَثِيرِينَ شَهِدُوا عَلَيْهِ زُورًا، وَلَمْ تَتَّفِقْ شَهَادَاتُهُمْ.
γὰρ πολλοὶ ἐψευδομαρτύρουν ; κατ᾽ ; αὐτοῦ, καὶ ; οὐκ ἦσαν.¶ ; ἴσαι αἱ ; μαρτυρίαι
وَكَانَ رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ يَشْتَكُونَ عَلَيْهِ كَثِيرًا.
καὶ οἱ ; ἀρχιερεῖς κατηγόρουν αὐτοῦ πολλά.¶
اللَّوَاتِي أَيْضًا تَبِعْنَهُ وَخَدَمْنَهُ حِينَ كَانَ فِي الْجَلِيلِ. وَأُخَرُ كَثِيرَاتٌ اللَّوَاتِي صَعِدْنَ مَعَهُ إِلَى أُورُشَلِيمَ.
αἳ καί ἠκολούθουν ; αὐτῷ καὶ ; διηκόνουν ; αὐτῷ, ὅτε ἦν ἐν τῇ ; Γαλιλαίᾳ καὶ ; ἄλλαι πολλαὶ αἱ συναναβᾶσαι αὐτῷ εἰς Ἱεροσόλυμα.¶
إِذْ كَانَ كَثِيرُونَ قَدْ أَخَذُوا بِتَأْلِيفِ قِصَّةٍ فِي الأُمُورِ الْمُتَيَقَّنَةِ عِنْدَنَا،
Ἐπειδήπερ πολλοὶ ἐπεχείρησαν ἀνατάξασθαι διήγησιν περὶ τῶν ; πραγμάτων, πεπληροφορημένων ἐν ; ἡμῖν
وَيَكُونُ لَكَ فَرَحٌ وَابْتِهَاجٌ، وَكَثِيرُونَ سَيَفْرَحُونَ بِوِلاَدَتِهِ،
καὶ ; ἔσται σοι χαρά καὶ ; ἀγαλλίασις, καὶ ; πολλοὶ χαρήσονται. ἐπὶ ; τῇ ; γεννήσει; αὐτοῦ
وَيَرُدُّ كَثِيرِينَ مِنْ بَنِي إِسْرَائِيلَ إِلَى الرَّبِّ إِلهِهِمْ.
καὶ ; ἐπιστρέψει πολλοὺς τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ ἐπὶ κύριον τὸν ; θεὸν ; αὐτῶν,
وَبَارَكَهُمَا سِمْعَانُ، وَقَالَ لِمَرْيَمَ أُمِّهِ: هَا إِنَّ هذَا قَدْ وُضِعَ لِسُقُوطِ وَقِيَامِ كَثِيرِينَ فِي إِسْرَائِيلَ، وَلِعَلاَمَةٍ تُقَاوَمُ.
καὶ ; εὐλόγησεν ; αὐτοὺς Συμεὼν καὶ ; εἶπεν πρὸς ; Μαριὰμ τὴν ; μητέρα ; αὐτοῦ· ἰδοὺ οὗτος κεῖται εἰς ; πτῶσιν καὶ ; ἀνάστασιν πολλῶν ἐν τῷ ; Ἰσραὴλ καὶ ; εἰς ; σημεῖον ἀντιλεγόμενον.
وَأَنْتِ أَيْضًا يَجُوزُ فِي نَفْسِكِ سَيْفٌ، لِتُعْلَنَ أَفْكَارٌ مِنْ قُلُوبٍ كَثِيرَةٍ.
καὶ ; σοῦ δὲ διελεύσεται τὴν ; ψυχὴν ; αὐτῆς ῥομφαία ὅπως ; ἂν ; ἀποκαλυφθῶσιν διαλογισμοί.¶ ἐκ καρδιῶν πολλῶν
وَكَانَتْ نَبِيَّةٌ، حَنَّةُ بِنْتُ فَنُوئِيلَ مِنْ سِبْطِ أَشِيرَ، وَهِيَ مُتَقدِّمَةٌ فِي أَيَّامٍ كَثِيرَةٍ، قَدْ عَاشَتْ مَعَ زَوْجٍ سَبْعَ سِنِينَ بَعْدَ بُكُورِيَّتِهَا.
Καὶ ; ἦν προφῆτις, Ἅννα θυγάτηρ Φανουήλ, ἐκ φυλῆς Ἀσήρ· αὕτη προβεβηκυῖα ἐν ἡμέραις πολλαῖς, ζήσασα μετὰ ἀνδρὸς ἑπτὰ ἔτη ἀπὸ τῆς ; αὐτῆς· ; παρθενίας
وَبِأَشْيَاءَ أُخَرَ كَثِيرَةٍ كَانَ يَعِظُ الشَّعْبَ وَيُبَشِّرُهُمْ.
οὖν ; ἕτερα καὶ Πολλὰ παρακαλῶν τὸν ; λαόν.¶ εὐηγγελίζετο
وَبِالْحَقِّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّ أَرَامِلَ كَثِيرَةً كُنَّ فِي إِسْرَائِيلَ فِي أَيَّامِ إِيلِيَّا حِينَ أُغْلِقَتِ السَّمَاءُ مُدَّةَ ثَلاَثِ سِنِينَ وَسِتَّةِ أَشْهُرٍ، لَمَّا كَانَ جُوعٌ عَظِيمٌ فِي الأَرْضِ كُلِّهَا،
ἐπ᾽ ; ἀληθείας ; δὲ λέγω ὑμῖν· χῆραι πολλαὶ ἦσαν ἐν τῷ ; Ἰσραὴλ ἐν ταῖς ; ἡμέραις Ἠλίου ὅτε ἐκλείσθη ὁ ; οὐρανὸς ἐπὶ τρία ἔτη καὶ ; ἕξ, μῆνας ὡς ἐγένετο λιμὸς μέγας ἐπὶ τὴν ; γῆν· πᾶσαν
وَبُرْصٌ كَثِيرُونَ كَانُوا فِي إِسْرَائِيلَ فِي زَمَانِ أَلِيشَعَ النَّبِيِّ، وَلَمْ يُطَهَّرْ مِنْهُمْ إِلاَّ نُعْمَانُ السُّرْيَانِيُّ.
καὶ ; λεπροὶ πολλοὶ ἦσαν ἐν Ἰσραὴλ ἐπὶ Ἐλισαίου τοῦ ; προφήτου· καὶ ; οὐδεὶς ἐκαθαρίσθη αὐτῶν εἰ ; μὴ Ναιμὰν ὁ ; Σύρος.¶
وَكَانَتْ شَيَاطِينُ أَيْضًا تَخْرُجُ مِنْ كَثِيرِينَ وَهِيَ تَصْرُخُ وَتَقُولُ: أَنْتَ الْمَسِيحُ ابْنُ اللهِ. فَانْتَهَرَهُمْ وَلَمْ يَدَعْهُمْ يَتَكَلَّمُونَ، لأَنَّهُمْ عَرَفُوهُ أَنَّهُ الْمَسِيحُ.
δὲ δαιμόνια καὶ ἐξήρχετο ἀπὸ πολλῶν κράζοντα καὶ ; λέγοντα ὅτι ; σὺ ; εἶ ὁ ; χριστὸς ὁ ; υἱὸς τοῦ ; θεοῦ. καὶ ; ἐπιτιμῶν οὐκ εἴα ; αὐτὰ λαλεῖν ὅτι ᾔδεισαν ; αὐτὸν εἶναι.¶ τὸν ; χριστὸν
وَلَمَّا فَعَلُوا ذلِكَ أَمْسَكُوا سَمَكًا كَثِيرًا جِدًّا، فَصَارَتْ شَبَكَتُهُمْ تَتَخَرَّقُ.
καὶ ποιήσαντες τοῦτο συνέκλεισαν ἰχθύων πλῆθος πολύ· δὲ ; τὸ; δίκτυον; αὐτῶν. διερρήσσετο