ك
إصحاح
G3981
G3982. peíthō
G3983
المعنى المختصر للكلمة
peíthō: to convince (by argument, true or false)
اللفظ الأصلي πείθω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق peíthō (pi-tho)
تكرار الورود في الكتاب 49 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

a primary verb;

المعنى والشرح المفصل
1 to convince (by argument, true or false)
2 by analogy, to pacify or conciliate (by other fair means)
3 reflexively or passively, to assent (to evidence or authority), to rely (by inward certainty)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
agree assure believe have confidence be (wax) conflent make friend obey persuade trust yield

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

πεποιθὼς (4×) ἐπείθοντο (2×) τοὺς ; πεποιθότας (2×) πέποιθεν (2×) πέποιθα (2×) πέπεισμαι (2×) πεποίθαμεν (2×) καὶ ; πέπεισμαι (2×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (49 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 27: 20 Mat.27.20
وَلكِنَّ رُؤَسَاءَ الْكَهَنَةِ وَالشُّيُوخَ حَرَّضُوا الْجُمُوعَ عَلَى أَنْ يَطْلُبُوا بَارَابَاسَ وَيُهْلِكُوا يَسُوعَ.
δὲ Οἱ ; ἀρχιερεῖς καὶ ; οἱ ; πρεσβύτεροι ἔπεισαν τοὺς ; ὄχλους ἵνα αἰτήσωνται τὸν ; Βαραββᾶν, ἀπολέσωσιν.¶ ; δὲ Ἰησοῦν ; τὸν
متى 27: 43 Mat.27.43
قَدِ اتَّكَلَ عَلَى اللهِ، فَلْيُنْقِذْهُ الآنَ إِنْ أَرَادَهُ. لأَنَّهُ قَالَ: أَنَا ابْنُ اللهِ..
πέποιθεν ἐπὶ τὸν ; θεόν· ῥυσάσθω ; αὐτόν νῦν εἰ θέλει ; αὐτόν· γὰρ εἶπεν εἰμι υἱός.¶ ὅτι ; θεοῦ
فَتَحَيَّرَ التَّلاَمِيذُ مِنْ كَلاَمِهِ. فَأَجَابَ يَسُوعُ أَيْضًا وَقَالَ لَهُمْ: يَا بَنِيَّ، مَا أَعْسَرَ دُخُولَ الْمُتَّكِلِينَ عَلَى الأَمْوَالِ إِلَى مَلَكُوتِ اللهِ.
δὲ ; ἐθαμβοῦντο οἱ ; μαθηταὶ ἐπὶ τοῖς ; λόγοις ; αὐτοῦ. δὲ ; ἀποκριθεὶς ὁ ; Ἰησοῦς πάλιν λέγει αὐτοῖς· τέκνα, πῶς δύσκολόν ; ἐστιν εἰσελθεῖν. τοὺς ; πεποιθότας ἐπὶ τοῖς ; χρήμασιν εἰς τὴν ; βασιλείαν τοῦ ; θεοῦ
وَلكِنْ مَتَى جَاءَ مَنْ هُوَ أَقْوَى مِنْهُ فَإِنَّهُ يَغْلِبُهُ، وَيَنْزِعُ سِلاَحَهُ الْكَامِلَ الَّذِي اتَّكَلَ عَلَيْهِ، وَيُوَزِّعُ غَنَائِمَهُ.
δὲ ἐπὰν ἐπελθὼν ἰσχυρότερος αὐτοῦ νικήσῃ ; αὐτόν, αἴρει τὴν ; πανοπλίαν ; αὐτοῦ ἐφ᾽ ; ᾗ ἐπεποίθει, καὶ ; διαδίδωσιν. τὰ ; σκῦλα ; αὐτοῦ
فَقَالَ لَهُ: إِنْ كَانُوا لاَ يَسْمَعُونَ مِنْ مُوسَى وَالأَنْبِيَاءِ، وَلاَ إِنْ قَامَ وَاحِدٌ مِنَ الأَمْوَاتِ يُصَدِّقُونَ.
εἶπεν ; δὲ αὐτῷ· εἰ οὐκ ἀκούουσιν, Μωϋσέως καὶ ; τῶν ; προφητῶν οὐδὲ ἐάν ἀναστῇ τις ἐκ νεκρῶν πεισθήσονται.¶
وَقَالَ لِقَوْمٍ وَاثِقِينَ بِأَنْفُسِهِمْ أَنَّهُمْ أَبْرَارٌ، وَيَحْتَقِرُونَ الآخَرِينَ هذَا الْمَثَلَ:
Εἶπεν ; δὲ πρός ; τινας τοὺς ; πεποιθότας ἐφ᾽ ; ἑαυτοῖς ὅτι ; εἰσὶν δίκαιοι καὶ ; ἐξουθενοῦντας τοὺς ; λοιποὺς ταύτην.¶ τὴν ; παραβολὴν
وَإِنْ قُلْنَا: مِنَ النَّاسِ، فَجَمِيعُ الشَّعْبِ يَرْجُمُونَنَا، لأَنَّهُمْ وَاثِقُونَ بِأَنَّ يُوحَنَّا نَبِيٌّ.
ἐὰν ; δὲ εἴπωμεν· ἐξ ἀνθρώπων, πᾶς ὁ ; λαὸς καταλιθάσει ; ἡμᾶς· γάρ ; ἐστιν πεπεισμένος εἶναι. Ἰωάννην προφήτην
لأَنَّهُ قَبْلَ هذِهِ الأَيَّامِ قَامَ ثُودَاسُ قَائِلاً عَنْ نَفْسِهِ إِنَّهُ شَيْءٌ، الَّذِي الْتَصَقَ بِهِ عَدَدٌ مِنَ الرِّجَالِ نَحْوُ أَرْبَعِمِئَةٍ، الَّذِي قُتِلَ، وَجَمِيعُ الَّذِينَ انْقَادُوا إِلَيْهِ تَبَدَّدُوا وَصَارُوا لاَ شَيْءَ.
γὰρ πρὸ τούτων τῶν ; ἡμερῶν ἀνέστη Θευδᾶς λέγων ἑαυτόν, εἶναί τινα ᾧ προσεκολλήθη ἀριθμὸς ἀνδρῶν ὡσεὶ τετρακοσίων· ὃς ἀνῃρέθη, καὶ ; πάντες ὅσοι ἐπείθοντο αὐτῷ διελύθησαν καὶ ; ἐγένοντο εἰς ; οὐδέν.
بَعْدَ هذَا قَامَ يَهُوذَا الْجَلِيلِيُّ فِي أَيَّامِ الاكْتِتَابِ، وَأَزَاغَ وَرَاءَهُ شَعْبًا غَفِيرًا. فَذَاكَ أَيْضًا هَلَكَ، وَجَمِيعُ الَّذِينَ انْقَادُوا إِلَيْهِ تَشَتَّتُوا.
μετὰ τοῦτον ἀνέστη Ἰούδας ὁ ; Γαλιλαῖος ἐν ταῖς ; ἡμέραις τῆς ; ἀπογραφῆς καὶ ; ἀπέστησεν ὀπίσω ; αὐτοῦ· λαὸν ἱκανὸν κἀκεῖνος ἀπώλετο, καὶ ; πάντες ὅσοι ἐπείθοντο αὐτῷ διεσκορπίσθησαν.
وَكَانَ هِيرُودُسُ سَاخِطًا عَلَى الصُّورِيِّينَ وَالصَّيْدَاوِيِّينَ، فَحَضَرُوا إِلَيْهِ بِنَفْسٍ وَاحِدَةٍ وَاسْتَعْطَفُوا بَلاَسْتُسَ النَّاظِرَ عَلَى مَضْجَعِ الْمَلِكِ، ثُمَّ صَارُوا يَلْتَمِسُونَ الْمُصَالَحَةَ لأَنَّ كُورَتَهُمْ تَقْتَاتُ مِنْ كُورَةِ الْمَلِكِ.
ἦν ; δὲ ὁ ; Ἡρῴδης θυμομαχῶν Τυρίοις καὶ ; Σιδωνίοις· δὲ ; παρῆσαν πρὸς ; αὐτὸν ὁμοθυμαδὸν καὶ ; πείσαντες Βλάστον τὸν ; ἐπὶ τοῦ ; κοιτῶνος τοῦ ; βασιλέως ᾐτοῦντο εἰρήνην, διὰ αὐτῶν ; τὴν ; χώραν τρέφεσθαι ἀπὸ τῆς ; βασιλικῆς.¶
ثُمَّ أَتَى يَهُودٌ مِنْ أَنْطَاكِيَةَ وَإِيقُونِيَةَ وَأَقْنَعُوا الْجُمُوعَ، فَرَجَمُوا بُولُسَ وَجَرُّوهُ خَارِجَ الْمَدِينَةِ، ظَانِّينَ أَنَّهُ قَدْ مَاتَ.
δὲ Ἐπῆλθαν Ἰουδαῖοι, ἀπὸ Ἀντιοχείας καὶ ; Ἰκονίου καὶ ; πείσαντες τοὺς ; ὄχλους καὶ ; λιθάσαντες τὸν ; Παῦλον ἔσυρον ἔξω τῆς ; πόλεως νομίσαντες αὐτὸν τεθνάναι
فَاقْتَنَعَ قَوْمٌ مِنْهُمْ وَانْحَازُوا إِلَى بُولُسَ وَسِيلاَ، وَمِنَ الْيُونَانِيِّينَ الْمُتَعَبِّدِينَ جُمْهُورٌ كَثِيرٌ، وَمِنَ النِّسَاءِ الْمُتَقَدِّمَاتِ عَدَدٌ لَيْسَ بِقَلِيل.
καί ; ἐπείσθησαν τινες ἐξ ; αὐτῶν καὶ ; προσεκληρώθησαν τῷ ; Παύλῳ καὶ ; τῷ ; Σιλᾷ, τῶν ; Ἑλλήνων τε ; σεβομένων πλῆθος πολύ, γυναικῶν τε ; τῶν ; πρώτων οὐκ ; ὀλίγαι.¶
وَكَانَ يُحَاجُّ فِي الْمَجْمَعِ كُلَّ سَبْتٍ وَيُقْنِعُ يَهُودًا وَيُونَانِيِّينَ.
διελέγετο ; δὲ ἐν τῇ ; συναγωγῇ κατὰ ; πᾶν σάββατον, ἔπειθέν τε ; Ἰουδαίους καὶ ; Ἕλληνας.¶
ثُمَّ دَخَلَ الْمَجْمَعَ، وَكَانَ يُجَاهِرُ مُدَّةَ ثَلاَثَةِ أَشْهُرٍ مُحَاجًّا وَمُقْنِعًا فِي مَا يَخْتَصُّ بِمَلَكُوتِ اللهِ.
δὲ Εἰσελθὼν εἰς ; τὴν ; συναγωγὴν ἐπαρρησιάζετο ἐπὶ τρεῖς μῆνας διαλεγόμενος καὶ ; πείθων τὰ ; περὶ τῆς ; βασιλείας τοῦ ; θεοῦ.
وَأَنْتُمْ تَنْظُرُونَ وَتَسْمَعُونَ أَنَّهُ لَيْسَ مِنْ أَفَسُسَ فَقَطْ، بَلْ مِنْ جَمِيعِ أَسِيَّا تَقْرِيبًا، اسْتَمَالَ وَأَزَاغَ بُولُسُ هذَا جَمْعًا كَثِيرًا قَائِلاً: إِنَّ الَّتِي تُصْنَعُ بِالأَيَادِي لَيْسَتْ آلِهَةً.
καὶ ; θεωρεῖτε καὶ ; ἀκούετε ὅτι οὐ Ἐφέσου μόνον ἀλλὰ πάσης τῆς ; Ἀσίας σχεδὸν πείσας μετέστησεν ὁ ; Παῦλος οὗτος ὄχλον ἱκανὸν λέγων ὅτι γινόμενοι. ; οἱ διὰ ; χειρῶν οὐκ ; εἰσὶν θεοὶ
فَلاَ تَنْقَدْ إِلَيْهِمْ، لأَنَّ أَكْثَرَ مِنْ أَرْبَعِينَ رَجُلاً مِنْهُمْ كَامِنُونَ لَهُ، قَدْ حَرَمُوا أَنْفُسَهُمْ أَنْ لاَ يَأْكُلُوا وَلاَ يَشْرَبُوا حَتَّى يَقْتُلُوهُ. وَهُمُ الآنَ مُسْتَعِدُّونَ مُنْتَظِرُونَ الْوَعْدَ مِنْكَ.
οὖν ; μὴ σὺ ; πεισθῇς αὐτοῖς, γὰρ πλείους τεσσεράκοντα, ἄνδρες ἐξ ; αὐτῶν ἐνεδρεύουσιν αὐτὸν οἵτινες ; ἀνεθεμάτισαν ἑαυτοὺς μήτε φαγεῖν μήτε πιεῖν ἕως οὗ ; ἀνέλωσιν ; αὐτὸν καὶ ; εἰσιν νῦν ἕτοιμοι προσδεχόμενοι τὴν ; ἐπαγγελίαν.¶ ἀπὸ ; σοῦ
لأَنَّهُ مِنْ جِهَةِ هذِهِ الأُمُورِ، عَالِمٌ الْمَلِكُ الَّذِي أُكَلِّمُهُ جِهَارًا، إِذْ أَنَا لَسْتُ أُصَدِّقُ أَنْ يَخْفَى عَلَيْهِ شَيْءٌ مِنْ ذلِكَ، لأَنَّ هذَا لَمْ يُفْعَلْ فِي زَاوِيَةٍ.
γὰρ περὶ τούτων ἐπίσταται ὁ ; βασιλεύς, πρὸς ; ὃν λαλῶ· παρρησιαζόμενος οὐ ; πείθομαι λανθάνειν ; οὐθέν· αὐτόν τι τούτων γάρ τοῦτο. οὐ ; ἐστιν πεπραγμένον ἐν γωνίᾳ
فَقَالَ أَغْرِيبَاسُ لِبُولُسَ: بِقَلِيل تُقْنِعُنِي أَنْ أَصِيرَ مَسِيحِيًّا.
δὲ ; ἔφη· Ὁ ; Ἀγρίππας πρὸς ; τὸν ; Παῦλον ἐν ; ὀλίγῳ με ; πείθεις γενέσθαι Χριστιανὸν
وَلكِنْ كَانَ قَائِدُ الْمِئَةِ يَنْقَادُ إِلَى رُبَّانِ السَّفِينَةِ وَإِلَى صَاحِبِهَا أَكْثَرَ مِمَّا إِلَى قَوْلِ بُولُسَ.
δὲ ὁ ; ἑκατοντάρχης ἐπείθετο τῷ ; κυβερνήτῃ καὶ ; τῷ ναυκλήρῳ μᾶλλον ἢ τοῖς ; λεγομένοις.¶ ὑπὸ ; τοῦ ; Παύλου
فَاقْتَنَعَ بَعْضُهُمْ بِمَا قِيلَ، وَبَعْضُهُمْ لَمْ يُؤْمِنُوا.
καὶ ; ἐπείθοντο οἱ ; μὲν τοῖς ; λεγομένοις, οἱ ; δὲ ἠπίστουν.
وَأَمَّا الَّذِينَ هُمْ مِنْ أَهْلِ التَّحَزُّبِ، وَلاَ يُطَاوِعُونَ لِلْحَقِّ بَلْ يُطَاوِعُونَ لِلإِثْمِ، فَسَخَطٌ وَغَضَبٌ،
δὲ τοῖς ἐξ ἐριθείας ἀπειθοῦσιν ; μὲν τῇ ; ἀληθείᾳ, δὲ πειθομένοις τῇ ; ἀδικίᾳ, ὀργὴ καὶ ; θυμός,
وَتَثِقُ أَنَّكَ قَائِدٌ لِلْعُمْيَانِ، وَنُورٌ لِلَّذِينَ فِي الظُّلْمَةِ،
πέποιθάς σεαυτὸν ; εἶναι ὁδηγὸν τυφλῶν, φῶς τῶν ἐν σκότει,
فَإِنِّي مُتَيَقِّنٌ أَنَّهُ لاَ مَوْتَ وَلاَ حَيَاةَ، وَلاَ مَلاَئِكَةَ وَلاَ رُؤَسَاءَ وَلاَ قُوَّاتِ، وَلاَ أُمُورَ حَاضِرَةً وَلاَ مُسْتَقْبَلَةً،
γὰρ ; πέπεισμαι ὅτι οὔτε θάνατος οὔτε ζωὴ οὔτε ἄγγελοι οὔτε ἀρχαὶ οὔτε δυνάμεις οὔτε ἐνεστῶτα οὔτε μέλλοντα
إِنِّي عَالِمٌ وَمُتَيَقِّنٌ فِي الرَّبِّ يَسُوعَ أَنْ لَيْسَ شَيْءٌ نَجِسًا بِذَاتِهِ، إِلاَّ مَنْ يَحْسِبُ شَيْئًا نَجِسًا، فَلَهُ هُوَ نَجِسٌ.
Οἶδα καὶ ; πέπεισμαι ἐν κυρίῳ Ἰησοῦ ὅτι οὐδὲν κοινὸν δι᾽ ; ἑαυτοῦ, εἰ ; μὴ τῷ λογιζομένῳ τι κοινὸν ; εἶναι, ἐκείνῳ κοινόν·
وَأَنَا نَفْسِي أَيْضًا مُتَيَقِّنٌ مِنْ جِهَتِكُمْ، يَا إِخْوَتِي، أَنَّكُمْ أَنْتُمْ مَشْحُونُونَ صَلاَحًا، وَمَمْلُوؤُونَ كُلَّ عِلْمٍ، قَادِرُونَ أَنْ يُنْذِرَ بَعْضُكُمْ بَعْضًا.
δέ, ; ἐγὼ αὐτὸς καὶ πέπεισμαι περὶ ; ὑμῶν ἀδελφοί ; μου, ὅτι ; καὶ αὐτοὶ μεστοί ; ἐστε ἀγαθωσύνης πεπληρωμένοι πάσης τῆς ; γνώσεως, δυνάμενοι νουθετεῖν.¶ ἀλλήλους
لكِنْ كَانَ لَنَا فِي أَنْفُسِنَا حُكْمُ الْمَوْتِ، لِكَيْ لاَ نَكُونَ مُتَّكِلِينَ عَلَى أَنْفُسِنَا بَلْ عَلَى اللهِ الَّذِي يُقِيمُ الأَمْوَاتَ،
ἀλλ᾽ αὐτοὶ ; ἐσχήκαμεν, ἐν ἑαυτοῖς τὸ ; ἀπόκριμα τοῦ ; θανάτου ἵνα μὴ ὦμεν πεποιθότες ἐφ᾽ ἑαυτοῖς ἀλλ᾽ ἐπὶ τῷ ; θεῷ τῷ ἐγείροντι τοὺς ; νεκρούς·
وَكَتَبْتُ لَكُمْ هذَا عَيْنَهُ حَتَّى إِذَا جِئْتُ لاَ يَكُونُ لِي حُزْنٌ مِنَ الَّذِينَ كَانَ يَجِبُ أَنْ أَفْرَحَ بِهِمْ، وَاثِقًا بِجَمِيعِكُمْ أَنَّ فَرَحِي هُوَ فَرَحُ جَمِيعِكُمْ.
καὶ ; ἔγραψα ὑμῖν τοῦτο αὐτό, ἵνα ἐλθὼν μὴ ἔχω λύπην ἀφ᾽ ὧν ἔδει με ; χαίρειν πεποιθὼς ἐπὶ ; πάντας ; ὑμᾶς ὅτι ἡ ; ἐμὴ ; χαρὰ ἐστιν. πάντων ; ὑμῶν
فَإِذْ نَحْنُ عَالِمُونَ مَخَافَةَ الرَّبِّ نُقْنِعُ النَّاسَ. وَأَمَّا اللهُ فَقَدْ صِرْنَا ظَاهِرِينَ لَهُ، وَأَرْجُو أَنَّنَا قَدْ صِرْنَا ظَاهِرِينَ فِي ضَمَائِرِكُمْ أَيْضًا.
οὖν Εἰδότες τὸν ; φόβον τοῦ ; κυρίου πείθομεν, ἀνθρώπους δὲ θεῷ πεφανερώμεθα· ἐλπίζω ; δὲ πεφανερῶσθαι.¶ ἐν ταῖς ; συνειδήσεσιν ; ὑμῶν καὶ
أَتَنْظُرُونَ إِلَى مَا هُوَ حَسَبَ الْحَضْرَةِ. إِنْ وَثِقَ أَحَدٌ بِنَفْسِهِ أَنَّهُ لِلْمَسِيحِ، فَلْيَحْسِبْ هذَا أَيْضًا مِنْ نَفْسِهِ: أَنَّهُ كَمَا هُوَ لِلْمَسِيحِ، كَذلِكَ نَحْنُ أَيْضًا لِلْمَسِيحِ.
βλέπετε. Τὰ κατὰ πρόσωπον εἴ πέποιθεν τις ἑαυτῷ εἶναι, Χριστοῦ λογιζέσθω τοῦτο πάλιν ἀφ᾽ ἑαυτοῦ ὅτι καθὼς αὐτὸς Χριστοῦ, οὕτως ἡμεῖς καὶ Χριστοῦ.
أَفَأَسْتَعْطِفُ الآنَ النَّاسَ أَمِ اللهَ. أَمْ أَطْلُبُ أَنْ أُرْضِيَ النَّاسَ. فَلَوْ كُنْتُ بَعْدُ أُرْضِي النَّاسَ، لَمْ أَكُنْ عَبْدًا لِلْمَسِيحِ.
γὰρ ; πείθω ἄρτι ἀνθρώπους ἢ τὸν ; θεόν; ἢ ζητῶ ἀρέσκειν; ἀνθρώποις γὰρ ; εἰ ἤμην.¶ ἔτι ἤρεσκον, ἀνθρώποις οὐκ ἂν δοῦλος Χριστοῦ