ك
إصحاح
G3982
G3983. peináō
G3984
المعنى المختصر للكلمة
peináō: "pine")
اللفظ الأصلي πεινάω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق peináō (pi-nah-o)
تكرار الورود في الكتاب 23 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل
1 "pine")
2 to famish (absolutely or comparatively)
3 figuratively, to crave
الإنجليزية — KJV Translation Tags
be an hungered

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἐπείνασεν. (3×) ἐπείνασεν (2×) ἐπείνασα (2×) πεινῶντα (2×) πεινᾷ, (2×) οἱ ; πεινῶντες (2×) ἐπείνασεν, (1×) πεινῶντας (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (23 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَبَعْدَ مَا صَامَ أَرْبَعِينَ نَهَارًا وَأَرْبَعِينَ لَيْلَةً، جَاعَ أَخِيرًا.
καὶ ; νηστεύσας τεσσεράκοντα ἡμέρας καὶ ; τεσσεράκοντα νύκτας ἐπείνασεν. ὕστερον
طُوبَى لِلْجِيَاعِ وَالْعِطَاشِ إِلَى الْبِرِّ، لأَنَّهُمْ يُشْبَعُونَ.
Μακάριοι οἱ ; πεινῶντες καὶ ; διψῶντες τὴν ; δικαιοσύνην, ὅτι ; αὐτοὶ χορτασθήσονται.¶
فِي ذلِكَ الْوَقْتِ ذَهَبَ يَسُوعُ فِي السَّبْتِ بَيْنَ الزُّرُوعِ، فَجَاعَ تَلاَمِيذُهُ وَابْتَدَأُوا يَقْطِفُونَ سَنَابِلَ وَيَأْكُلُونَ.
Ἐν ; ἐκείνῳ τῷ ; καιρῷ ἐπορεύθη ὁ ; Ἰησοῦς τοῖς ; σάββασιν διὰ τῶν ; σπορίμων· δὲ ; ἐπείνασαν οἱ ; μαθηταὶ καὶ ; ἤρξαντο τίλλειν στάχυας καὶ ; ἐσθίειν.
فَقَالَ لَهُمْ: أَمَا قَرَأْتُمْ مَا فَعَلَهُ دَاوُدُ حِينَ جَاعَ هُوَ وَالَّذِينَ مَعَهُ.
Ὁ ; δὲ ; εἶπεν αὐτοῖς· οὐκ ἀνέγνωτε τί ἐποίησεν Δαυὶδ ὅτε ἐπείνασεν αὐτὸς καὶ ; οἱ μετ᾽ ; αὐτοῦ;
متى 21: 18 Mat.21.18
وَفِي الصُّبْحِ إِذْ كَانَ رَاجِعًا إِلَى الْمَدِينَةِ جَاعَ،
δὲ Πρωῒας ἐπανάγων εἰς τὴν ; πόλιν ἐπείνασεν,
متى 25: 35 Mat.25.35
لأَنِّي جُعْتُ فَأَطْعَمْتُمُونِي. عَطِشْتُ فَسَقَيْتُمُونِي. كُنْتُ غَرِيبًا فَآوَيْتُمُونِي.
γὰρ ἐπείνασα καὶ ; ἐδώκατέ ; μοι ; φαγεῖν, ἐδίψησα καὶ ; ἐποτίσατέ ; με, ἤμην ξένος καὶ ; συνηγάγετέ ; με,
متى 25: 37 Mat.25.37
فَيُجِيبُهُ الأَبْرَارُ حِينَئِذٍ قَائِلِينَ: يَا رَبُّ، مَتَى رَأَيْنَاكَ جَائِعًا فَأَطْعَمْنَاكَ، أَوْ عَطْشَانًا فَسَقَيْنَاكَ.
ἀποκριθήσονται ; αὐτῷ οἱ ; δίκαιοι Τότε λέγοντες· κύριε, πότε εἴδομεν ; σε πεινῶντα καὶ ; ἐθρέψαμεν ἢ διψῶντα ἐποτίσαμεν; ; καὶ
متى 25: 42 Mat.25.42
لأَنِّي جُعْتُ فَلَمْ تُطْعِمُونِي. عَطِشْتُ فَلَمْ تَسْقُونِي.
γὰρ ἐπείνασα καὶ ; οὐκ ἐδώκατέ ; μοι ; φαγεῖν, ἐδίψησα καὶ ; οὐκ ἐποτίσατέ ; με,
متى 25: 44 Mat.25.44
حِينَئِذٍ يُجِيبُونَهُ هُمْ أَيْضًا قَائِلِينَ: يَا رَبُّ، مَتَى رَأَيْنَاكَ جَائِعًا أَوْ عَطْشَانًا أَوْ غَرِيبًا أَوْ عُرْيَانًا أَوْ مَرِيضًا أَوْ مَحْبُوسًا وَلَمْ نَخْدِمْكَ.
Τότε ἀποκριθήσονται ; αὐτῷ αὐτοὶ καὶ λέγοντες· κύριε, πότε σε ; εἴδομεν πεινῶντα ἢ διψῶντα ἢ ξένον ἢ γυμνὸν ἢ ἀσθενῆ ἢ ἐν ; φυλακῇ καὶ ; οὐ διηκονήσαμέν ; σοι;¶
فَقَالَ لَهُمْ: أَمَا قَرَأْتُمْ قَطُّ مَا فَعَلَهُ دَاوُدُ حِينَ احْتَاجَ وَجَاعَ هُوَ وَالَّذِينَ مَعَهُ.
Καὶ ; αὐτὸς ; ἔλεγεν αὐτοῖς· οὐδέποτε ; ἀνέγνωτε τί ἐποίησεν Δαυὶδ ὅτε χρείαν ; ἔσχεν καὶ ; ἐπείνασεν αὐτὸς καὶ ; οἱ μετ᾽ ; αὐτοῦ;
وَفِي الْغَدِ لَمَّا خَرَجُوا مِنْ بَيْتِ عَنْيَا جَاعَ،
Καὶ ; τῇ ἐπαύριον ἐξελθόντων ; αὐτῶν ἀπὸ Βηθανίας ἐπείνασεν.
أَشْبَعَ الْجِيَاعَ خَيْرَاتٍ وَصَرَفَ الأَغْنِيَاءَ فَارِغِينَ.
ἐνέπλησεν πεινῶντας ἀγαθῶν καὶ ; ἐξαπέστειλεν πλουτοῦντας κενούς·
أَرْبَعِينَ يَوْمًا يُجَرَّبُ مِنْ إِبْلِيسَ. وَلَمْ يَأْكُلْ شَيْئًا فِي تِلْكَ الأَيَّامِ. وَلَمَّا تَمَّتْ جَاعَ أَخِيرًا.
τεσσεράκοντα ἡμέρας πειραζόμενος ὑπὸ τοῦ ; διαβόλου. καὶ ; οὐκ ἔφαγεν οὐδὲν ἐν ἐκείναις, ταῖς ; ἡμέραις καὶ συντελεσθεισῶν ; αὐτῶν ἐπείνασεν. ὕστερον
فَأَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهُمْ: أَمَا قَرَأْتُمْ وَلاَ هذَا الَّذِي فَعَلَهُ دَاوُدُ، حِينَ جَاعَ هُوَ وَالَّذِينَ كَانُوا مَعَهُ.
καὶ ; ἀποκριθεὶς ὁ ; Ἰησοῦς· εἶπεν πρὸς ; αὐτοὺς ἀνέγνωτε οὐδὲ τοῦτο ὃ ἐποίησεν Δαυίδ, ὅτε ἐπείνασεν αὐτὸς καὶ ; οἱ ὄντες; μετ᾽ ; αὐτοῦ
طُوبَاكُمْ أَيُّهَا الْجِيَاعُ الآنَ، لأَنَّكُمْ تُشْبَعُونَ. طُوبَاكُمْ أَيُّهَا الْبَاكُونَ الآنَ، لأَنَّكُمْ سَتَضْحَكُونَ.
Μακάριοι οἱ ; πεινῶντες νῦν, ὅτι χορτασθήσεσθε.¶ Μακάριοι οἱ ; κλαίοντες νῦν, ὅτι γελάσετε.¶
وَيْلٌ لَكُمْ أَيُّهَا الشَّبَاعَى، لأَنَّكُمْ سَتَجُوعُونَ. وَيْلٌ لَكُمْ أَيُّهَا الضَّاحِكُونَ الآنَ، لأَنَّكُمْ سَتَحْزَنُونَ وَتَبْكُونَ.
Οὐαὶ ὑμῖν οἱ ἐμπεπλησμένοι ὅτι πεινάσετε.¶ Οὐαὶ ὑμῖν οἱ γελῶντες νῦν, ὅτι πενθήσετε καὶ ; κλαύσετε.¶
فَقَالَ لَهُمْ يَسُوعُ: أَنَا هُوَ خُبْزُ الْحَيَاةِ. مَنْ يُقْبِلْ إِلَيَّ فَلاَ يَجُوعُ، وَمَنْ يُؤْمِنْ بِي فَلاَ يَعْطَشُ أَبَدًا.
Εἶπεν ; δὲ αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· ἐγώ εἰμι ὁ ; ἄρτος τῆς ; ζωῆς· ὁ ἐρχόμενος πρὸς ; ἐμὲ οὐ ; μὴ πεινάσῃ, καὶ ; ὁ πιστεύων εἰς ; ἐμὲ οὐ ; μὴ διψήσῃ πώποτε.
فَإِنْ جَاعَ عَدُوُّكَ فَأَطْعِمْهُ. وَإِنْ عَطِشَ فَاسْقِهِ. لأَنَّكَ إِنْ فَعَلْتَ هذَا تَجْمَعْ جَمْرَ نَارٍ عَلَى رَأْسِهِ.
οὖν; ἐὰν πεινᾷ ὁ ; ἐχθρός ; σου, ψώμιζε ; αὐτόν· ἐὰν διψᾷ, πότιζε ; αὐτόν· γὰρ ποιῶν τοῦτο σωρεύσεις ἄνθρακας πυρὸς ἐπὶ τὴν ; κεφαλὴν ; αὐτοῦ.
إِلَى هذِهِ السَّاعَةِ نَجُوعُ وَنَعْطَشُ وَنَعْرَى وَنُلْكَمُ وَلَيْسَ لَنَا إِقَامَةٌ،
ἄχρι τῆς ; ἄρτι ὥρας πεινῶμεν καὶ ; διψῶμεν καὶ ; γυμνιτεύομεν καὶ ; κολαφιζόμεθα καὶ ; ἀστατοῦμεν
لأَنَّ كُلَّ وَاحِدٍ يَسْبِقُ فَيَأْخُذُ عَشَاءَ نَفْسِهِ فِي الأَكْلِ، فَالْوَاحِدُ يَجُوعُ وَالآخَرُ يَسْكَرُ.
γὰρ ἕκαστος προλαμβάνει δεῖπνον τὸ ; ἴδιον ἐν ; τῷ φαγεῖν, ὃς ; μὲν πεινᾷ, ὃς ; δὲ μεθύει.
إِنْ كَانَ أَحَدٌ يَجُوعُ فَلْيَأْكُلْ فِي الْبَيْتِ، كَيْ لاَ تَجْتَمِعُوا لِلدَّيْنُونَةِ. وَأَمَّا الأُمُورُ الْبَاقِيَةُ فَعِنْدَمَا أَجِيءُ أُرَتِّبُهَا.
εἴ ; δέ τις πεινᾷ, ἐσθιέτω, ἐν οἴκῳ ἵνα μὴ συνέρχησθε. εἰς ; κρίμα δὲ λοιπὰ ὡς ; ἂν ἔλθω διατάξομαι.¶
أَعْرِفُ أَتَّضِعَ وَأَعْرِفُ أَيْضًا أَنْ أَسْتَفْضِلَ. فِي كُلِّ شَيْءٍ وَفِي جَمِيعِ الأَشْيَاءِ قَدْ تَدَرَّبْتُ أَنْ أَشْبَعَ وَأَنْ أَجُوعَ، وَأَنْ أَسْتَفْضِلَ وَأَنْ أَنْقُصَ.
οἶδα ταπεινοῦσθαι, οἶδα καὶ περισσεύειν· ἐν παντὶ καὶ ; ἐν πᾶσιν μεμύημαι καὶ χορτάζεσθαι καὶ πεινᾶν καὶ περισσεύειν καὶ ὑστερεῖσθαι·
لَنْ يَجُوعُوا بَعْدُ، وَلَنْ يَعْطَشُوا بَعْدُ، وَلاَ تَقَعُ عَلَيْهِمِ الشَّمْسُ وَلاَ شَيْءٌ مِنَ الْحَرِّ،
οὐ πεινάσουσιν ἔτι οὐδὲ διψήσουσιν ἔτι οὐδὲ πέσῃ ἐπ᾽ ; αὐτοὺς ὁ ; ἥλιος οὐδὲ πᾶν καῦμα,