ك
إصحاح
G3777
G3778. houtos
G3779
المعنى المختصر للكلمة
houtos: the he (she or it), i.e. this or that (often with article repeated)
اللفظ الأصلي οὗτος
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق houtos (hoo-tos)
تكرار الورود في الكتاب 1310 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

the he (she or it), i.e. this or that (often with article repeated)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
he (it was that) hereof it she such as the same these they this (man, same, woman) which who

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

τοῦτο (179×) ταῦτα (160×) οὗτος (99×) αὕτη (52×) οὗτοι (50×) οὗτός (49×) τοῦτον (48×) τούτων (43×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (1310 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَهَا هُوَ يَتَكَلَّمُ جِهَارًا وَلاَ يَقُولُونَ لَهُ أَلَعَلَّ الرُّؤَسَاءَ عَرَفُوا يَقِينًا أَنَّ هذَا هُوَ الْمَسِيحُ حَقًّا.
καὶ ; ἴδε λαλεῖ, παρρησίᾳ καὶ ; οὐδὲν λέγουσιν. αὐτῷ μήποτε οἱ ; ἄρχοντες ἔγνωσαν ἀληθῶς ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ ; χριστός; ἀληθῶς
وَلكِنَّ هذَا نَعْلَمُ مِنْ أَيْنَ هُوَ، وَأَمَّا الْمَسِيحُ فَمَتَى جَاءَ لاَ يَعْرِفُ أَحَدٌ مِنْ أَيْنَ هُوَ.
ἀλλὰ τοῦτον οἴδαμεν πόθεν ἐστίν· δὲ ὁ ; χριστὸς ὅταν ἔρχηται, οὐδεὶς ; γινώσκει πόθεν ἐστίν.¶
فَآمَنَ بِهِ كَثِيرُونَ مِنَ الْجَمْعِ، وَقَالُوا: أَلَعَلَّ الْمَسِيحَ مَتَى جَاءَ يَعْمَلُ آيَاتٍ أَكْثَرَ مِنْ هذِهِ الَّتِي عَمِلَهَا هذَا..
δὲ ; ἐπίστευσαν εἰς ; αὐτὸν πολλοὶ ἐκ τοῦ ; ὄχλου καὶ ; ἔλεγον ; ὅτι· μήτι ὁ ; χριστὸς ὅταν ἔλθῃ, ποιήσει σημεῖα πλείονα τούτων ; ὧν ἐποίησεν; οὗτος
سَمِعَ الْفَرِّيسِيُّونَ الْجَمْعَ يَتَنَاجَوْنَ بِهذَا مِنْ نَحْوِهِ، فَأَرْسَلَ الْفَرِّيسِيُّونَ وَرُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ خُدَّامًا لِيُمْسِكُوهُ.
ἤκουσαν οἱ ; Φαρισαῖοι τοῦ ; ὄχλου γογγύζοντος ταῦτα, περὶ ; αὐτοῦ καὶ ; ἀπέστειλαν οἱ ; Φαρισαῖοι οἱ ; ἀρχιερεῖς ὑπηρέτας ἵνα ; πιάσωσιν ; αὐτόν.¶
فَقَالَ الْيَهُودُ فِيمَا بَيْنَهُمْ: إِلَى أَيْنَ هذَا مُزْمِعٌ أَنْ يَذْهَبَ حَتَّى لاَ نَجِدَهُ نَحْنُ. أَلَعَلَّهُ مُزْمِعٌ أَنْ يَذْهَبَ إِلَى شَتَاتِ الْيُونَانِيِّينَ وَيُعَلِّمَ الْيُونَانِيِّينَ.
εἶπον ; οὖν οἱ ; Ἰουδαῖοι πρὸς ἑαυτούς· ποῦ οὗτος μέλλει πορεύεσθαι ὅτι οὐχ εὑρήσομεν ; αὐτόν; ἡμεῖς μὴ ; μέλλει πορεύεσθαι εἰς τὴν ; διασπορὰν τῶν ; Ἑλλήνων διδάσκειν τοὺς ; Ἕλληνας;
مَا هذَا الْقَوْلُ الَّذِي قَالَ: سَتَطْلُبُونَنِي وَلاَ تَجِدُونَنِي، وَحَيْثُ أَكُونُ أَنَا لاَ تَقْدِرُونَ أَنْتُمْ أَنْ تَأْتُوا..
τίς ; ἐστιν οὗτος ὁ ; λόγος ὃν εἶπεν· ζητήσετέ ; με καὶ ; οὐχ εὑρήσετέ ; με, καὶ ; ὅπου εἰμὶ ἐγὼ οὐ δύνασθε ὑμεῖς ἐλθεῖν;¶
قَالَ هذَا عَنِ الرُّوحِ الَّذِي كَانَ الْمُؤْمِنُونَ بِهِ مُزْمِعِينَ أَنْ يَقْبَلُوهُ، لأَنَّ الرُّوحَ الْقُدُسَ لَمْ يَكُنْ قَدْ أُعْطِيَ بَعْدُ، لأَنَّ يَسُوعَ لَمْ يَكُنْ قَدْ مُجِّدَ بَعْدُ.
δὲ ; εἶπεν τοῦτο περὶ τοῦ ; πνεύματος οὗ οἱ ; πιστεύοντες εἰς ; αὐτόν· ἔμελλον λαμβάνειν γὰρ πνεῦμα ἅγιον οὔπω ; δεδομένον, ὅτι ὃ ; Ἰησοῦς οὐδέπω ; ἐδοξάσθη.¶
فَكَثِيرُونَ مِنَ الْجَمْعِ لَمَّا سَمِعُوا هذَا الْكَلاَمَ قَالُوا: هذَا بِالْحَقِيقَةِ هُوَ النَّبِيُّ.
Πολλοὶ ; οὖν ἐκ τοῦ ; ὄχλου ἀκούσαντες τούτων τὸν; λόγον ἔλεγον οὗτός ἐστιν ; ἀληθῶς ὁ ; προφήτης.
فَكَثِيرُونَ مِنَ الْجَمْعِ لَمَّا سَمِعُوا هذَا الْكَلاَمَ قَالُوا: هذَا بِالْحَقِيقَةِ هُوَ النَّبِيُّ.
Πολλοὶ ; οὖν ἐκ τοῦ ; ὄχλου ἀκούσαντες τούτων τὸν; λόγον ἔλεγον οὗτός ἐστιν ; ἀληθῶς ὁ ; προφήτης.
آخَرُونَ قَالُوا: هذَا هُوَ الْمَسِيحُ.. وَآخَرُونَ قَالُوا: أَلَعَلَّ الْمَسِيحَ مِنَ الْجَلِيلِ يَأْتِي.
ἄλλοι ἔλεγον· οὗτός ἐστιν ὁ ; χριστός· Ἄλλοι; δὲ ἔλεγον· μὴ ὁ ; χριστὸς ἐκ τῆς ; Γαλιλαίας ἔρχεται;
أَجَابَ الْخُدَّامُ: لَمْ يَتَكَلَّمْ إِنْسَانٌ هكَذَا مِثْلَ هذَا الإِنْسَانِ..
ἀπεκρίθησαν οἱ ; ὑπηρέται· οὐδέποτε ἐλάλησεν ἄνθρωπος οὕτως ὡς οὗτος ὁ ; ἄνθρωπος.
وَلكِنَّ هذَا الشَّعْبَ الَّذِي لاَ يَفْهَمُ النَّامُوسَ هُوَ مَلْعُونٌ.
ἀλλ᾽ οὗτος ὁ ; ὄχλος ὁ μὴ γινώσκων τὸν ; νόμον εἰσιν. ἐπικατάρατοί
قَالُوا لَهُ: يَا مُعَلِّمُ، هذِهِ الْمَرْأَةُ أُمْسِكَتْ وَهِيَ تَزْنِي فِي ذَاتِ الْفِعْلِ،
λέγουσιν αὐτῷ, διδάσκαλε, αὕτη ἡ ; γυνὴ κατείληφθη μοιχευομένη· ἐπ᾽ αὐτοφώρῳ
قَالُوا هذَا لِيُجَرِّبُوهُ، لِكَيْ يَكُونَ لَهُمْ مَا يَشْتَكُونَ بِهِ عَلَيْهِ. وَأَمَّا يَسُوعُ فَانْحَنَى إِلَى أَسْفَلُ وَكَانَ يَكْتُبُ بِإِصْبِعِهِ عَلَى الأَرْضِ.
δὲ ; ἔλεγον τοῦτο πειράζοντες ; αὐτόν, ἵνα ἔχωσιν κατηγορεῖν αὐτοῦ. δὲ ὁ ; Ἰησοῦς κύψας κάτω ἔγραφεν τῷ ; δακτύλῳ εἰς τὴν ; γῆν.
هذَا الْكَلاَمُ قَالَهُ يَسُوعُ فِي الْخِزَانَةِ وَهُوَ يُعَلِّمُ فِي الْهَيْكَلِ. وَلَمْ يُمْسِكْهُ أَحَدٌ، لأَنَّ سَاعَتَهُ لَمْ تَكُنْ قَدْ جَاءَتْ بَعْدُ.
ταῦτα τὰ ; ῥήματα ἐλάλησεν ὁ ; Ἰησοῦς ἐν τῷ ; γαζοφυλακίῳ διδάσκων ἐν τῷ ; ἱερῷ, καὶ ; οὐδεὶς ; ἐπίασεν ; αὐτόν, ὅτι ἡ ; ὥρα ; αὐτοῦ.¶ οὔπω ; ἐληλύθει
فَقَالَ لَهُمْ: أَنْتُمْ مِنْ أَسْفَلُ، أَمَّا أَنَا فَمِنْ فَوْقُ. أَنْتُمْ مِنْ هذَا الْعَالَمِ، أَمَّا أَنَا فَلَسْتُ مِنْ هذَا الْعَالَمِ.
καὶ ; εἶπεν αὐτοῖς· ὑμεῖς ; ἐστέ, ἐκ τῶν ; κάτω ἐγὼ ; εἰμί· ἐκ τῶν ; ἄνω ὑμεῖς ; ἐστέ, ἐκ τούτου τοῦ ; κόσμου ἐγὼ ; εἰμὶ οὐκ ἐκ τούτου. τοῦ ; κόσμου
فَقَالَ لَهُمْ: أَنْتُمْ مِنْ أَسْفَلُ، أَمَّا أَنَا فَمِنْ فَوْقُ. أَنْتُمْ مِنْ هذَا الْعَالَمِ، أَمَّا أَنَا فَلَسْتُ مِنْ هذَا الْعَالَمِ.
καὶ ; εἶπεν αὐτοῖς· ὑμεῖς ; ἐστέ, ἐκ τῶν ; κάτω ἐγὼ ; εἰμί· ἐκ τῶν ; ἄνω ὑμεῖς ; ἐστέ, ἐκ τούτου τοῦ ; κόσμου ἐγὼ ; εἰμὶ οὐκ ἐκ τούτου. τοῦ ; κόσμου
إِنَّ لِي أَشْيَاءَ كَثِيرَةً أَتَكَلَّمُ وَأَحْكُمُ بِهَا مِنْ نَحْوِكُمْ، لكِنَّ الَّذِي أَرْسَلَنِي هُوَ حَقٌّ. وَأَنَا مَا سَمِعْتُهُ مِنْهُ، فَهذَا أَقُولُهُ لِلْعَالَمِ.
ἔχω πολλὰ λαλεῖν καὶ ; κρίνειν· περὶ ; ὑμῶν ἀλλ᾽ ὁ πέμψας ; με ἐστιν, ἀληθής κἀγὼ ἃ ἤκουσα παρ᾽ ; αὐτοῦ, ταῦτα λέγω εἰς ; τὸν ; κόσμον.
فَقَالَ لَهُمْ يَسُوعُ: مَتَى رَفَعْتُمُ ابْنَ الإِنْسَانِ، فَحِينَئِذٍ تَفْهَمُونَ أَنِّي أَنَا هُوَ، وَلَسْتُ أَفْعَلُ شَيْئًا مِنْ نَفْسِي، بَلْ أَتَكَلَّمُ بِهذَا كَمَا عَلَّمَنِي أَبِي.
εἶπεν ; οὖν αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· ὅταν ὑψώσητε τὸν ; υἱὸν τοῦ ; ἀνθρώπου, τότε γνώσεσθε ὅτι ; ἐγώ εἰμι, καὶ ; ποιῶ ; οὐδέν, ἀπ᾽ ἐμαυτοῦ ἀλλὰ λαλῶ. ταῦτα καθὼς ἐδίδαξέν ; με ὁ ; πατὴρ ; μου,
وَبَيْنَمَا هُوَ يَتَكَلَّمُ بِهذَا آمَنَ بِهِ كَثِيرُونَ.
αὐτοῦ λαλοῦντος ταῦτα ἐπίστευσαν εἰς ; αὐτόν.¶ πολλοὶ
وَلكِنَّكُمُ الآنَ تَطْلُبُونَ أَنْ تَقْتُلُونِي، وَأَنَا إِنْسَانٌ قَدْ كَلَّمَكُمْ بِالْحَقِّ الَّذِي سَمِعَهُ مِنَ اللهِ. هذَا لَمْ يَعْمَلْهُ إِبْرَاهِيمُ.
δὲ νῦν ζητεῖτέ με ; ἀποκτεῖναι, ἄνθρωπον ὃς ; ὑμῖν ; λελάληκα τὴν ; ἀλήθειαν ἣν ἤκουσα παρὰ τοῦ ; θεοῦ· τοῦτο οὐκ ἐποίησεν. Ἀβραὰμ
اَلَّذِي مِنَ اللهِ يَسْمَعُ كَلاَمَ اللهِ. لِذلِكَ أَنْتُمْ لَسْتُمْ تَسْمَعُونَ، لأَنَّكُمْ لَسْتُمْ مِنَ اللهِ.
ὁ ; ὢν ἐκ τοῦ ; θεοῦ ἀκούει· τὰ ; ῥήματα τοῦ ; θεοῦ διὰ ; τοῦτο ὑμεῖς οὐκ ἀκούετε, ὅτι οὐκ ; ἐστέ.¶ ἐκ τοῦ ; θεοῦ
فَسَأَلَهُ تَلاَمِيذُهُ قَائِلِينَ: يَا مُعَلِّمُ، مَنْ أَخْطَأَ: هذَا أَمْ أَبَوَاهُ حَتَّى وُلِدَ أَعْمَى..
καὶ ; ἠρώτησαν ; αὐτὸν οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ λέγοντες· ῥαββί, τίς ἥμαρτεν, οὗτος ἢ οἱ ; γονεῖς ; αὐτοῦ, ἵνα γεννηθῇ;¶ τυφλὸς
أَجَابَ يَسُوعُ: لاَ هذَا أَخْطَأَ وَلاَ أَبَوَاهُ، لكِنْ لِتَظْهَرَ أَعْمَالُ اللهِ فِيهِ.
Ἀπεκρίθη ὁ ; Ἰησοῦς· οὔτε οὗτος ἥμαρτεν οὔτε οἱ ; γονεῖς ; αὐτοῦ, ἀλλ᾽ ἵνα ; φανερωθῇ τὰ ; ἔργα τοῦ ; θεοῦ ἐν ; αὐτῷ.
قَالَ هذَا وَتَفَلَ عَلَى الأَرْضِ وَصَنَعَ مِنَ التُّفْلِ طِينًا وَطَلَى بِالطِّينِ عَيْنَيِ الأَعْمَى.
εἰπὼν ταῦτα ἔπτυσεν χαμαὶ καὶ ; ἐποίησεν ἐκ τοῦ ; πτύσματος πηλὸν καὶ ; ἐπέχρισεν τὸν ; πηλὸν ἐπὶ ; τοὺς ; ὀφθαλμοὺς τοῦ ; τυφλοῦ
فَالْجِيرَانُ وَالَّذِينَ كَانُوا يَرَوْنَهُ قَبْلاً أَنَّهُ كَانَ أَعْمَى، قَالُوا: أَلَيْسَ هذَا هُوَ الَّذِي كَانَ يَجْلِسُ وَيَسْتَعْطِي.
Οἱ ; οὖν ; γείτονες καὶ ; οἱ θεωροῦντες ; αὐτὸν τὸ ; πρότερον ὅτι ἦν, τυφλὸς ἔλεγον· οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ καθήμενος καὶ ; προσαιτῶν;
آخَرُونَ قَالُوا: هذَا هُوَ. وَآخَرُونَ: إِنَّهُ يُشْبِهُهُ. وَأَمَّا هُوَ فَقَالَ: إِنِّي أَنَا هُوَ.
ἄλλοι ἔλεγον ὅτι ; οὗτός ἐστιν, ἄλλοι ὅτι ; ἐστιν. ὅμοιος ; αὐτῷ ἐκεῖνος ἔλεγεν ὅτι ; ἐγώ εἰμι.
فَقَالَ قَوْمٌ مِنَ الْفَرِّيسِيِّينَ: هذَا الإِنْسَانُ لَيْسَ مِنَ اللهِ، لأَنَّهُ لاَ يَحْفَظُ السَّبْتَ. آخَرُونَ قَالُوا: كَيْفَ يَقْدِرُ إِنْسَانٌ خَاطِئٌ أَنْ يَعْمَلَ مِثْلَ هذِهِ الآيَاتِ. وَكَانَ بَيْنَهُمُ انْشِقَاقٌ.
ἔλεγον ; οὖν τινές· ἐκ τῶν ; Φαρισαίων οὗτος ὁ ; ἄνθρωπος, οὐκ ; ἔστιν παρὰ τοῦ ; θεοῦ ὅτι οὐ τηρεῖ. τὸ ; σάββατον ἄλλοι ἔλεγον· πῶς δύναται ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς ποιεῖν; τοιαῦτα σημεῖα καὶ ; ἦν ἐν ; αὐτοῖς. σχίσμα
أَجَابَهُمْ أَبَوَاهُ وَقَالاَ: نَعْلَمُ أَنَّ هذَا ابْنُنَا، وَأَنَّهُ وُلِدَ أَعْمَى.
ἀπεκρίθησαν ; οὖν ; αὐτοῖς οἱ ; γονεῖς ; αὐτοῦ καὶ ; εἶπαν· οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ; ὁ ; υἱὸς ; ἡμῶν καὶ ; ὅτι ἐγεννήθη· τυφλὸς
قَالَ أَبَوَاهُ هذَا لأَنَّهُمَا كَانَا يَخَافَانِ مِنَ الْيَهُودِ، لأَنَّ الْيَهُودَ كَانُوا قَدْ تَعَاهَدُوا أَنَّهُ إِنِ اعْتَرَفَ أَحَدٌ بِأَنَّهُ الْمَسِيحُ يُخْرَجُ مِنَ الْمَجْمَعِ.
εἶπαν οἱ ; γονεῖς ; αὐτοῦ, Ταῦτα ὅτι ἐφοβοῦντο τοὺς ; Ἰουδαίους· γὰρ οἱ ; Ἰουδαῖοι ἤδη συνετέθειντο ἵνα ἐάν ὁμολογήσῃ τις αὐτὸν χριστόν, ἀποσυνάγωγος ; γένηται.