ك
إصحاح
G3738
G3739. hós
G3740
المعنى المختصر للكلمة
hós: the relatively (sometimes demonstrative) pronoun, who, which, what, that
اللفظ الأصلي ὅς
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق hós (hos)
تكرار الورود في الكتاب 1035 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

the relatively (sometimes demonstrative) pronoun, who, which, what, that

الإنجليزية — KJV Translation Tags
one (an-, the) other some that what which who(-m, -se) etc

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

(136×) ὃν (108×) ὃς (95×) (78×) (71×) οὗ (63×) ἣν (61×) ὧν (56×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (1035 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 26: 36 Mat.26.36
حِينَئِذٍ جَاءَ مَعَهُمْ يَسُوعُ إِلَى ضَيْعَةٍ يُقَالُ لَهَا جَثْسَيْمَانِي، فَقَالَ لِلتَّلاَمِيذِ: اجْلِسُوا ههُنَا حَتَّى أَمْضِيَ وَأُصَلِّيَ هُنَاكَ.
Τότε ἔρχεται μετ᾽ ; αὐτῶν ὁ ; Ἰησοῦς εἰς χωρίον λεγόμενον Γεθσημανὶ καὶ ; λέγει τοῖς ; μαθηταῖς· καθίσατε αὐτοῦ ἕως ; οὗ ἀπελθὼν προσεύξωμαι.¶ ἐκεῖ
متى 26: 50 Mat.26.50
فَقَالَ لَهُ يَسُوعُ: يَا صَاحِبُ، لِمَاذَا جِئْتَ. حِينَئِذٍ تَقَدَّمُوا وَأَلْقَوْا الأَيَادِيَ عَلَى يَسُوعَ وَأَمْسَكُوهُ.
εἶπεν ; δὲ αὐτῷ· Ὁ ; Ἰησοῦς ἑταῖρε, ἐφ᾽ ; ᾧ πάρει. τότε προσελθόντες ἐπέβαλον τὰς ; χεῖρας ἐπὶ τὸν ; Ἰησοῦν καὶ ; ἐκράτησαν ; αὐτόν.
حِينَئِذٍ تَمَّ مَا قِيلَ بِإِرْمِيَا النَّبِيِّ الْقَائِلِ: وَأَخَذُوا الثَّلاَثِينَ مِنَ الْفِضَّةِ، ثَمَنَ الْمُثَمَّنِ الَّذِي ثَمَّنُوهُ مِنْ بَني إِسْرَائِيلَ،
Τότε ἐπληρώθη τὸ ; ῥηθὲν διὰ ; Ἰερεμίου προφήτου ; τοῦ λέγοντος· καὶ ; ἔλαβον τὰ ; τριάκοντα ἀργύρια, τιμὴν ; τὴν τοῦ ; τετιμημένου, ὃν ἐτιμήσαντο ἀπὸ υἱῶν Ἰσραήλ,
متى 27: 15 Mat.27.15
وَكَانَ الْوَالِي مُعْتَادًا فِي الْعِيدِ أَنْ يُطْلِقَ لِلْجَمْعِ أَسِيرًا وَاحِدًا، مَنْ أَرَادُوهُ.
δὲ ὁ ; ἡγεμὼν εἰώθει Κατὰ ἑορτὴν ἀπολύειν τῷ ; ὄχλῳ δέσμιον ἕνα ὃν ἤθελον.
متى 27: 57 Mat.27.57
وَلَمَّا كَانَ الْمَسَاءُ، جَاءَ رَجُلٌ غَنِيٌّ مِنَ الرَّامَةِ اسْمُهُ يُوسُفُ، وَكَانَ هُوَ أَيْضًا تِلْمِيذًا لِيَسُوعَ.
δὲ γενομένης Ὀψίας ἦλθεν ἄνθρωπος πλούσιος ἀπὸ Ἁριμαθαίας, τοὔνομα Ἰωσήφ, ὃς αὐτὸς καὶ ἐμαθήτευσεν τῷ ; Ἰησοῦ.
متى 27: 60 Mat.27.60
وَوَضَعَهُ فِي قَبْرِهِ الْجَدِيدِ الَّذِي كَانَ قَدْ نَحَتَهُ فِي الصَّخْرَةِ، ثُمَّ دَحْرَجَ حَجَرًا كَبِيرًا عَلَى بَاب الْقَبْرِ وَمَضَى.
καὶ ; ἔθηκεν ; αὐτὸ ἐν τῷ ; αὐτοῦ ; μνημείῳ καινῷ ἐλατόμησεν ἐν τῇ ; πέτρᾳ, καὶ προσκυλίσας λίθον μέγαν τῇ θύρᾳ τοῦ ; μνημείου ἀπῆλθεν.
كَمَا هُوَ مَكْتُوبٌ فِي الأَنْبِيَاءِ: هَا أَنَا أُرْسِلُ أَمَامَ وَجْهِكَ مَلاَكِي، الَّذِي يُهَيِّئُ طَرِيقَكَ قُدَّامَكَ.
Ὡς γέγραπται ἐν τῷ ; προφήταις ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω πρὸ προσώπου ; σου, τὸν ; ἄγγελόν ; μου ὃς κατασκευάσει τὴν ; ὁδόν ; σου ἔμπροσθέν ; σου.
وَكَانَ يَكْرِزُ قَائِلاً: يَأْتِي بَعْدِي مَنْ هُوَ أَقْوَى مِنِّي، الَّذِي لَسْتُ أَهْلاً أَنْ أَنْحَنِيَ وَأَحُلَّ سُيُورَ حِذَائِهِ.
καὶ ; ἐκήρυσσεν λέγων· ἔρχεται ὀπίσω ; μου, ὁ ἰσχυρότερός μου οὗ οὐκ εἰμὶ ; ἱκανὸς κύψας λῦσαι τὸν ; ἱμάντα τῶν ; ὑποδημάτων
وَكَانَ صَوْتٌ مِنَ السَّمَاوَاتِ: أَنْتَ ابْنِي الْحَبِيبُ الَّذِي بِهِ سُرِرْتُ.
ἐγένετο ; καὶ φωνὴ ἐκ τῶν ; οὐρανῶν· σὺ ; εἶ ὁ ; υἱός ; μου ὁ ; ἀγαπητός, ἐν εὐδόκησα.¶
وَقَالَ لَهُ: انْظُرْ، لاَ تَقُلْ لأَحَدٍ شَيْئًا، بَلِ اذْهَبْ أَرِ نَفْسَكَ لِلْكَاهِنِ وَقَدِّمْ عَنْ تَطْهِيرِكَ مَا أَمَرَ بِهِ مُوسَى، شَهَادَةً لَهُمْ.
καὶ ; λέγει αὐτῷ· ὅρα, μηδενὶ εἴπῃς· μηδὲν ἀλλ᾽ ὕπαγε, δεῖξον σεαυτὸν τῷ ; ἱερεῖ καὶ ; προσένεγκε περὶ τοῦ ; καθαρισμοῦ ; σου προσέταξεν Μωϋσῆς εἰς ; μαρτύριον αὐτοῖς.
وَإِذْ لَمْ يَقْدِرُوا أَنْ يَقْتَرِبُوا إِلَيْهِ مِنْ أَجْلِ الْجَمْعِ، كَشَفُوا السَّقْفَ حَيْثُ كَانَ. وَبَعْدَ مَا نَقَبُوهُ دَلَّوُا السَّرِيرَ الَّذِي كَانَ الْمَفْلُوجُ مُضْطَجِعًا عَلَيْهِ.
καὶ μὴ δυνάμενοι προσεγγίσαι αὐτῷ διὰ τὸν ; ὄχλον ἀπεστέγασαν τὴν ; στέγην ὅπου ἦν καὶ ἐξορύξαντες χαλῶσιν τὸν ; κράβαττον ἐφ᾽ ᾧ ὁ ; παραλυτικὸς κατέκειτο.
فَقَالَ لَهُ الْفَرِّيسِيُّونَ: انْظُرْ. لِمَاذَا يَفْعَلُونَ فِي السَّبْتِ مَا لاَ يَحِلُّ.
καὶ ; ἔλεγον αὐτῷ· οἱ ; Φαρισαῖοι ἴδε τί ποιοῦσιν ἐν τοῖς ; σάββασιν οὐκ ἔξεστιν;¶
كَيْفَ دَخَلَ بَيْتَ اللهِ فِي أَيَّامِ أَبِيَأَثَارَ رَئِيسِ الْكَهَنَةِ، وَأَكَلَ خُبْزَ التَّقْدِمَةِ الَّذِي لاَ يَحِلُّ أَكْلُهُ إِلاَّ لِلْكَهَنَةِ، وَأَعْطَى الَّذِينَ كَانُوا مَعَهُ أَيْضًا.
πῶς εἰσῆλθεν εἰς ; τὸν ; οἶκον τοῦ ; θεοῦ ἐπὶ Ἀβιαθὰρ τοῦ ; ἀρχιερέως καὶ ; ἔφαγεν τοὺς ; ἄρτους τῆς ; προθέσεως οὓς οὐκ ἔξεστιν φαγεῖν εἰ ; μὴ τοῖς; ἱερεῦσιν καὶ ; ἔδωκεν τοῖς οὖσιν; σὺν ; αὐτῷ καὶ
ثُمَّ صَعِدَ إِلَى الْجَبَلِ وَدَعَا الَّذِينَ أَرَادَهُمْ فَذَهَبُوا إِلَيْهِ.
Καὶ ἀναβαίνει εἰς τὸ ; ὄρος καὶ ; προσκαλεῖται οὓς ἤθελεν ; αὐτός, καὶ ; ἀπῆλθον πρὸς ; αὐτόν.¶
وَيَهُوذَا الإِسْخَرْيُوطِيَّ الَّذِي أَسْلَمَهُ. ثُمَّ أَتَوْا إِلَى بَيْتٍ.
καὶ ; Ἰούδαν Ἰσκαριὼθ ὃς καὶ ; παρέδωκεν ; αὐτόν.¶ Καὶ ἔρχονται εἰς οἶκον,
ثُمَّ قَالَ لَهُمْ: مَنْ لَهُ أُذُنَانِ لِلسَّمْعِ، فَلْيَسْمَعْ
καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς· ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω.¶
وَهؤُلاَءِ كَذلِكَ هُمُ الَّذِينَ زُرِعُوا عَلَى الأَمَاكِنِ الْمُحْجِرَةِ: الَّذِينَ حِينَمَا يَسْمَعُونَ الْكَلِمَةَ يَقْبَلُونَهَا لِلْوَقْتِ بِفَرَحٍ،
καὶ ; οὗτοί ὁμοίως εἰσιν οἱ τὰ ; σπειρόμενοι, ἐπὶ πετρώδη οἳ ὅταν ἀκούσωσιν τὸν ; λόγον, λαμβάνουσιν ; αὐτὸν εὐθὺς μετὰ ; χαρᾶς
لأَنَّ مَنْ لَهُ سَيُعْطَى، وَأَمَّا مَنْ لَيْسَ لَهُ فَالَّذِي عِنْدَهُ سَيُؤْخَذُ مِنْهُ.
γὰρ ὃς ; ἂν ἔχῃ δοθήσεται ; αὐτῷ· καὶ ὃς οὐκ ἔχει, καὶ ; ὃς ἔχει ἀρθήσεται ἀπ᾽ ; αὐτοῦ.¶
لأَنَّ مَنْ لَهُ سَيُعْطَى، وَأَمَّا مَنْ لَيْسَ لَهُ فَالَّذِي عِنْدَهُ سَيُؤْخَذُ مِنْهُ.
γὰρ ὃς ; ἂν ἔχῃ δοθήσεται ; αὐτῷ· καὶ ὃς οὐκ ἔχει, καὶ ; ὃς ἔχει ἀρθήσεται ἀπ᾽ ; αὐτοῦ.¶
وَأَمَّا الْمَرْأَةُ فَجَاءَتْ وَهِيَ خَائِفَةٌ وَمُرْتَعِدَةٌ، عَالِمَةً بِمَا حَصَلَ لَهَا، فَخَرَّتْ وَقَالَتْ لَهُ الْحَقَّ كُلَّهُ.
δὲ Ἡ ; γυνὴ ἦλθεν φοβηθεῖσα καὶ ; τρέμουσα, εἰδυῖα γέγονεν ἐπ᾽ ; αὐτῇ, καὶ ; προσέπεσεν καὶ ; εἶπεν αὐτῷ τὴν ; ἀλήθειαν.¶ πᾶσαν
وَلكِنْ لَمَّا سَمِعَ هِيرُودُسُ قَالَ: هذَا هُوَ يُوحَنَّا الَّذِي قَطَعْتُ أَنَا رَأْسَهُ. إِنَّهُ قَامَ مِنَ الأَمْوَاتِ.
δὲ ἀκούσας ὁ ; Ἡρῴδης εἶπεν οὗτος ἐστιν Ἰωάννην, ὃν ἀπεκεφάλισα ; ἐγὼ ὅτι· ; αὐτὸς ἠγέρθη ἐκ νεκρῶν.
دَخَلَتِ ابْنَةُ هِيرُودِيَّا وَرَقَصَتْ، فَسَرَّتْ هِيرُودُسَ وَالْمُتَّكِئِينَ مَعَهُ. فَقَالَ الْمَلِكُ لِلصَّبِيَّةِ: مَهْمَا أَرَدْتِ اطْلُبِي مِنِّي فَأُعْطِيَكِ.
καὶ ; εἰσελθούσης τῆς ; θυγατρὸς ; αὐτῆς τῆς ; Ἡρῳδιάδος καὶ ; ὀρχησαμένης καὶ ; ἀρεσάσης τῷ ; Ἡρῴδῃ καὶ ; τοῖς ; συνανακειμένοις εἶπεν ὁ ; βασιλεὺς τῷ ; κορασίῳ· θέλῃς, αἴτησόν με καὶ ; δώσω ; σοι.
مُبْطِلِينَ كَلاَمَ اللهِ بِتَقْلِيدِكُمُ الَّذِي سَلَّمْتُمُوهُ. وَأُمُورًا كَثِيرَةً مِثْلَ هذِهِ تَفْعَلُونَ.
ἀκυροῦντες τὸν ; λόγον τοῦ ; θεοῦ τῇ ; παραδόσει ; ὑμῶν παρεδώκατε· καὶ ; παρόμοια πολλὰ τοιαῦτα ποιεῖτε.¶
لأَنَّ امْرَأَةً كَانَ بِابْنَتِهَا رُوحٌ نَجِسٌ سَمِعَتْ بِهِ، فَأَتَتْ وَخَرَّتْ عِنْدَ قَدَمَيْهِ.
γὰρ γυνὴ αὐτοῦ ; ἧς τὸ ; θυγάτριον ; αὐτῆς πνεῦμα ἀκάθαρτον, ἀκούσασα περὶ ; αὐτοῦ ἐλθοῦσα προσέπεσεν πρὸς τοὺς ; πόδας ; αὐτοῦ·
وَفِيمَا هُمْ نَازِلُونَ مِنَ الْجَبَلِ، أَوْصَاهُمْ أَنْ لاَ يُحَدِّثُوا أَحَدًا بِمَا أَبْصَرُوا، إِلاَّ مَتَى قَامَ ابْنُ الإِنْسَانِ مِنَ الأَمْوَاتِ.
καταβαινόντων ; δὲ ; αὐτῶν ἀπὸ τοῦ ; ὄρους διεστείλατο ; αὐτοῖς ἵνα μηδενὶ ; διηγήσωνται εἶδον εἰ ; μὴ ὅταν ἀναστῇ. ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου ἐκ νεκρῶν
مَنْ قَبِلَ وَاحِدًا مِنْ أَوْلاَدٍ مِثْلَ هذَا بِاسْمِي يَقْبَلُنِي، وَمَنْ قَبِلَنِي فَلَيْسَ يَقْبَلُنِي أَنَا بَلِ الَّذِي أَرْسَلَنِي.
ὃς ; ἐὰν δέξηται ἓν τῶν ; παιδίων τοιούτων ἐπὶ ; τῷ ; ὀνόματί ; μου, ἐμὲ ; δέχεται· καὶ ; ἐὰν; ὃς ἐμὲ ; δέξηται οὐκ δέχεται ἐμὲ ἀλλὰ τὸν ἀποστείλαντά ; με.¶
فَأَجَابَهُ يُوحَنَّا قِائِلاً: يَا مُعَلِّمُ، رَأَيْنَا وَاحِدًا يُخْرِجُ شَيَاطِينَ بِاسْمِكَ وَهُوَ لَيْسَ يَتْبَعُنَا، فَمَنَعْنَاهُ لأَنَّهُ لَيْسَ يَتْبَعُنَا.
ἀπεκρίθη; δὲ ; αὐτῷ ὁ ; Ἰωάννης· λέγων διδάσκαλε, εἴδομέν τινα ἐκβάλλοντα δαιμόνια ἐν ; τῷ ; ὀνόματί ; σου ὃς οὐκ ἀκολουθεῖ ; ἡμῖν αὐτὸν ; ἐκωλύσαμεν; καὶ ὅτι οὐκ ἀκολουθεῖ; ἡμῖν.¶
لأَنَّ مَنْ لَيْسَ عَلَيْنَا فَهُوَ مَعَنَا.
γὰρ ὃς οὐκ ; ἔστιν καθ᾽ ; ἡμῶν ἐστιν. ὑπὲρ ; ἡμῶν
فَقَالَ لَهُمَا يَسُوعُ: لَسْتُمَا تَعْلَمَانِ مَا تَطْلُبَانِ. أَتَسْتَطِيعَانِ أَنْ تَشْرَبَا الْكَأْسَ الَّتِي أَشْرَبُهَا أَنَا، وَأَنْ تَصْطَبِغَا بِالصِّبْغَةِ الَّتِي أَصْطَبغُ بِهَا أَنَا.
δὲ ; εἶπεν αὐτοῖς· Ὁ ; Ἰησοῦς οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε. δύνασθε πιεῖν τὸ ; ποτήριον πίνω ἐγὼ καὶ βαπτισθῆναι; τὸ ; βάπτισμα ὃ βαπτίζομαι ἐγὼ
فَقَالَ لَهُمَا يَسُوعُ: لَسْتُمَا تَعْلَمَانِ مَا تَطْلُبَانِ. أَتَسْتَطِيعَانِ أَنْ تَشْرَبَا الْكَأْسَ الَّتِي أَشْرَبُهَا أَنَا، وَأَنْ تَصْطَبِغَا بِالصِّبْغَةِ الَّتِي أَصْطَبغُ بِهَا أَنَا.
δὲ ; εἶπεν αὐτοῖς· Ὁ ; Ἰησοῦς οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε. δύνασθε πιεῖν τὸ ; ποτήριον πίνω ἐγὼ καὶ βαπτισθῆναι; τὸ ; βάπτισμα ὃ βαπτίζομαι ἐγὼ