ك
إصحاح
G3738
G3739. hós
G3740
المعنى المختصر للكلمة
hós: the relatively (sometimes demonstrative) pronoun, who, which, what, that
اللفظ الأصلي ὅς
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق hós (hos)
تكرار الورود في الكتاب 1035 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

the relatively (sometimes demonstrative) pronoun, who, which, what, that

الإنجليزية — KJV Translation Tags
one (an-, the) other some that what which who(-m, -se) etc

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

(136×) ὃν (108×) ὃς (95×) (78×) (71×) οὗ (63×) ἣν (61×) ὧν (56×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (1035 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَرَأَى يَسُوعُ نَثَنَائِيلَ مُقْبِلاً إِلَيْهِ، فَقَالَ عَنْهُ: هُوَذَا إِسْرَائِيلِيٌّ حَقًّا لاَ غِشَّ فِيهِ.
Εἶδεν ὁ ; Ἰησοῦς τὸν ; Ναθαναὴλ ἐρχόμενον πρὸς ; αὐτὸν καὶ ; λέγει περὶ ; αὐτοῦ· ἴδε Ἰσραηλίτης ἀληθῶς οὐκ ; ἔστιν. δόλος ἐν ; ᾧ
فَلَمَّا قَامَ مِنَ الأَمْوَاتِ، تَذَكَّرَ تَلاَمِيذُهُ أَنَّهُ قَالَ هذَا، فَآمَنُوا بِالْكِتَابِ وَالْكَلاَمِ الَّذِي قَالَهُ يَسُوعُ.
οὖν ; ὅτε ἠγέρθη ἐκ νεκρῶν, ἐμνήσθησαν οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ ὅτι ἔλεγεν τοῦτο καὶ ; ἐπίστευσαν τῇ ; γραφῇ καὶ ; τῷ ; λόγῳ εἶπεν ὁ ; Ἰησοῦς.¶
وَلَمَّا كَانَ فِي أُورُشَلِيمَ فِي عِيدِ الْفِصْحِ، آمَنَ كَثِيرُونَ بِاسْمِهِ، إِذْ رَأَوْا الآيَاتِ الَّتِي صَنَعَ.
Ὡς ; δὲ ἦν ἐν τοῖς ; Ἱεροσολύμοις ἐν τῇ ; ἑορτῇ, ἐν ; τῷ ; πάσχα ἐπίστευσαν πολλοὶ εἰς ; τὸ ; ὄνομα ; αὐτοῦ θεωροῦντες αὐτοῦ ; τὰ ; σημεῖα ἐποίει.
هذَا جَاءَ إِلَى يَسُوعَ لَيْلاً وَقَالَ لَهُ: يَا مُعَلِّمُ، نَعْلَمُ أَنَّكَ قَدْ أَتَيْتَ مِنَ اللهِ مُعَلِّمًا، لأَنْ لَيْسَ أَحَدٌ يَقْدِرُ أَنْ يَعْمَلَ هذِهِ الآيَاتِ الَّتِي أَنْتَ تَعْمَلُ إِنْ لَمْ يَكُنِ اللهُ مَعَهُ.
οὗτος ἦλθεν πρὸς τὸν ; Ἰησοῦν νυκτὸς καὶ ; εἶπεν αὐτῷ· ῥαββί, οἴδαμεν ὅτι ἐλήλυθας ἀπὸ θεοῦ διδάσκαλος· γὰρ οὐδεὶς δύναται ποιεῖν ταῦτα τὰ ; σημεῖα σὺ ποιεῖς, ἐὰν μὴ ᾖ ὁ ; θεὸς μετ᾽ ; αὐτοῦ.¶
اَلْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكَ: إِنَّنَا إِنَّمَا نَتَكَلَّمُ بِمَا نَعْلَمُ وَنَشْهَدُ بِمَا رَأَيْنَا، وَلَسْتُمْ تَقْبَلُونَ شَهَادَتَنَا.
ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι ὅτι λαλοῦμεν οἴδαμεν καὶ ; μαρτυροῦμεν, ὃ ἑωράκαμεν καὶ ; οὐ λαμβάνετε. τὴν ; μαρτυρίαν ; ἡμῶν
اَلْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكَ: إِنَّنَا إِنَّمَا نَتَكَلَّمُ بِمَا نَعْلَمُ وَنَشْهَدُ بِمَا رَأَيْنَا، وَلَسْتُمْ تَقْبَلُونَ شَهَادَتَنَا.
ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι ὅτι λαλοῦμεν οἴδαμεν καὶ ; μαρτυροῦμεν, ὃ ἑωράκαμεν καὶ ; οὐ λαμβάνετε. τὴν ; μαρτυρίαν ; ἡμῶν
فَجَاءُوا إِلَى يُوحَنَّا وَقَالُوا لَهُ: يَا مُعَلِّمُ، هُوَذَا الَّذِي كَانَ مَعَكَ فِي عَبْرِ الأُرْدُنِّ، الَّذِي أَنْتَ قَدْ شَهِدْتَ هُوَ يُعَمِّدُ، وَالْجَمِيعُ يَأْتُونَ إِلَيْهِ
καὶ ; ἦλθον πρὸς τὸν ; Ἰωάννην καὶ ; εἶπαν αὐτῷ· ῥαββί, ὃς ἦν μετὰ ; σοῦ πέραν τοῦ ; Ἰορδάνου, ᾧ σὺ μεμαρτύρηκας, οὗτος βαπτίζει, καὶ ; πάντες ἔρχονται πρὸς ; αὐτόν.
فَجَاءُوا إِلَى يُوحَنَّا وَقَالُوا لَهُ: يَا مُعَلِّمُ، هُوَذَا الَّذِي كَانَ مَعَكَ فِي عَبْرِ الأُرْدُنِّ، الَّذِي أَنْتَ قَدْ شَهِدْتَ هُوَ يُعَمِّدُ، وَالْجَمِيعُ يَأْتُونَ إِلَيْهِ
καὶ ; ἦλθον πρὸς τὸν ; Ἰωάννην καὶ ; εἶπαν αὐτῷ· ῥαββί, ὃς ἦν μετὰ ; σοῦ πέραν τοῦ ; Ἰορδάνου, σὺ μεμαρτύρηκας, οὗτος βαπτίζει, καὶ ; πάντες ἔρχονται πρὸς ; αὐτόν.
وَمَا رَآهُ وَسَمِعَهُ بِهِ يَشْهَدُ، وَشَهَادَتُهُ لَيْسَ أَحَدٌ يَقْبَلُهَا.
καὶ ; ὃ ἑώρακεν καὶ ; ἤκουσεν, τοῦτο μαρτυρεῖ, καὶ ; τὴν ; μαρτυρίαν ; αὐτοῦ οὐδεὶς λαμβάνει.
فَأَتَى إِلَى مَدِينَةٍ مِنَ السَّامِرَةِ يُقَالُ لَهَا سُوخَارُ، بِقُرْبِ الضَّيْعَةِ الَّتِي وَهَبَهَا يَعْقُوبُ لِيُوسُفَ ابْنِهِ.
ἔρχεται ; οὖν εἰς πόλιν τῆς ; Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον τοῦ ; χωρίου ἔδωκεν Ἰακὼβ τῷ ; Ἰωσὴφ τῷ ; υἱῷ ; αὐτοῦ·
أَلَعَلَّكَ أَعْظَمُ مِنْ أَبِينَا يَعْقُوبَ، الَّذِي أَعْطَانَا الْبِئْرَ، وَشَرِبَ مِنْهَا هُوَ وَبَنُوهُ وَمَوَاشِيهِ.
μὴ ; σὺ μείζων ; εἶ τοῦ πατρὸς ; ἡμῶν Ἰακώβ, ὃς ἔδωκεν ; ἡμῖν τὸ ; φρέαρ, καὶ ; ἔπιεν ἐξ ; αὐτοῦ αὐτὸς οἱ ; υἱοὶ ; αὐτοῦ καὶ ; τὰ ; θρέμματα ; αὐτοῦ;¶
وَلكِنْ مَنْ يَشْرَبُ مِنَ الْمَاءِ الَّذِي أُعْطِيهِ أَنَا فَلَنْ يَعْطَشَ إِلَى الأَبَدِ، بَلِ الْمَاءُ الَّذِي أُعْطِيهِ يَصِيرُ فِيهِ يَنْبُوعَ مَاءٍ يَنْبَعُ إِلَى حَيَاةٍ أَبَدِيَّةٍ.
δ᾽ ὃς ; ἂν πίῃ ἐκ τοῦ ; ὕδατος οὗ δώσω ; αὐτῷ, ἐγὼ οὐ ; μὴ διψήσῃ εἰς τὸν ; αἰῶνα, ἀλλὰ τὸ ; ὕδωρ ὃ δώσω ; αὐτῷ γενήσεται ἐν ; αὐτῷ πηγὴ ὕδατος ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον.¶
وَلكِنْ مَنْ يَشْرَبُ مِنَ الْمَاءِ الَّذِي أُعْطِيهِ أَنَا فَلَنْ يَعْطَشَ إِلَى الأَبَدِ، بَلِ الْمَاءُ الَّذِي أُعْطِيهِ يَصِيرُ فِيهِ يَنْبُوعَ مَاءٍ يَنْبَعُ إِلَى حَيَاةٍ أَبَدِيَّةٍ.
δ᾽ ς ; ἂν πίῃ ἐκ τοῦ ; ὕδατος οὗ δώσω ; αὐτῷ, ἐγὼ οὐ ; μὴ διψήσῃ εἰς τὸν ; αἰῶνα, ἀλλὰ τὸ ; ὕδωρ ὃ δώσω ; αὐτῷ γενήσεται ἐν ; αὐτῷ πηγὴ ὕδατος ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον.¶
لأَنَّهُ كَانَ لَكِ خَمْسَةُ أَزْوَاجٍ، وَالَّذِي لَكِ الآنَ لَيْسَ هُوَ زَوْجَكِ. هذَا قُلْتِ بِالصِّدْقِ.
γὰρ ἔσχες, πέντε ἄνδρας καὶ ; ὃν ἔχεις νῦν οὐκ ἔστιν σου ; ἀνήρ· τοῦτο εἴρηκας.¶ ἀληθὲς
أَنْتُمْ تَسْجُدُونَ لِمَا لَسْتُمْ تَعْلَمُونَ، أَمَّا نَحْنُ فَنَسْجُدُ لِمَا نَعْلَمُ. لأَنَّ الْخَلاَصَ هُوَ مِنَ الْيَهُودِ.
ὑμεῖς προσκυνεῖτε οὐκ οἴδατε, ἡμεῖς προσκυνοῦμεν ὃ οἴδαμεν, ὅτι ἡ ; σωτηρία ἐστίν. ἐκ τῶν ; Ἰουδαίων
أَنْتُمْ تَسْجُدُونَ لِمَا لَسْتُمْ تَعْلَمُونَ، أَمَّا نَحْنُ فَنَسْجُدُ لِمَا نَعْلَمُ. لأَنَّ الْخَلاَصَ هُوَ مِنَ الْيَهُودِ.
ὑμεῖς προσκυνεῖτε οὐκ οἴδατε, ἡμεῖς προσκυνοῦμεν ὃ οἴδαμεν, ὅτι ἡ ; σωτηρία ἐστίν. ἐκ τῶν ; Ἰουδαίων
أَنَا أَرْسَلْتُكُمْ لِتَحْصُدُوا مَا لَمْ تَتْعَبُوا فِيهِ. آخَرُونَ تَعِبُوا وَأَنْتُمْ قَدْ دَخَلْتُمْ عَلَى تَعَبِهِمْ.
ἐγὼ ἀπέστειλα ; ὑμᾶς θερίζειν οὐχ ὑμεῖς ; κεκοπιάκατε· ἄλλοι κεκοπιάκασιν, καὶ ; ὑμεῖς εἰσεληλύθατε. εἰς τὸν ; κόπον ; αὐτῶν
فَلَمَّا جَاءَ إِلَى الْجَلِيلِ قَبِلَهُ الْجَلِيلِيُّونَ، إِذْ كَانُوا قَدْ عَايَنُوا كُلَّ مَا فَعَلَ فِي أُورُشَلِيمَ فِي الْعِيدِ، لأَنَّهُمْ هُمْ أَيْضًا جَاءُوا إِلَى الْعِيدِ.
Ὅτε ; οὖν ἦλθεν εἰς τὴν ; Γαλιλαίαν, ἐδέξαντο ; αὐτὸν οἱ ; Γαλιλαῖοι ἑωρακότες πάντα ἐποίησεν ἐν Ἱεροσολύμοις ἐν τῇ ; ἑορτῇ· γὰρ αὐτοὶ καὶ ἦλθον εἰς τὴν ; ἑορτήν.¶
قَالَ لَهُ يَسُوعُ: اذْهَبْ. اِبْنُكَ حَيٌّ. فَآمَنَ الرَّجُلُ بِالْكَلِمَةِ الَّتِي قَالَهَا لَهُ يَسُوعُ، وَذَهَبَ.
Λέγει αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς· πορεύου, ὁ ; υἱός ; σου ζῇ. καὶ ; ἐπίστευσεν ὁ ; ἄνθρωπος τῷ ; λόγῳ εἶπεν αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς, καὶ ; ἐπορεύετο.
فَاسْتَخْبَرَهُمْ عَنِ السَّاعَةِ الَّتِي فِيهَا أَخَذَ يَتَعَافَى، فَقَالُوا لَهُ: أَمْسِ فِي السَّاعَةِ السَّابِعَةِ تَرَكَتْهُ الْحُمَّى.
ἐπύθετο ; οὖν ; παρ᾽ ; αὐτῶν τὴν ; ὥραν ἐν ἔσχεν. κομψότερον καὶ ; εἶπαν αὐτῷ ὅτι ; ἐχθὲς ὥραν ἑβδόμην ἀφῆκεν ; αὐτὸν πυρετός.¶ ; ὁ
فَفَهِمَ الأَبُ أَنَّهُ فِي تِلْكَ السَّاعَةِ الَّتِي قَالَ لَهُ فِيهَا يَسُوعُ: إِنَّ ابْنَكَ حَيٌّ. فَآمَنَ هُوَ وَبَيْتُهُ كُلُّهُ.
Ἔγνω ; οὖν ὁ ; πατὴρ ὅτι ἐν ἐκείνῃ τῇ ; ὥρᾳ εἶπεν αὐτῷ ἐν ὁ ; Ἰησοῦς ὅτι· ὁ ; υἱός ; σου ζῇ. καὶ ; ἐπίστευσεν αὐτὸς καὶ ; ἡ ; οἰκία ; αὐτοῦ ὅλη.¶
لأَنَّ مَلاَكًا كَانَ يَنْزِلُ أَحْيَانًا فِي الْبِرْكَةِ وَيُحَرِّكُ الْمَاءَ. فَمَنْ نَزَلَ أَوَّلاً بَعْدَ تَحْرِيكِ الْمَاءِ كَانَ يَبْرَأُ مِنْ أَيِّ مَرَضٍ اعْتَرَاهُ.
γὰρ ἄγγελος κατέβαινεν κατὰ ; καιρὸν ἐν τῇ ; κολυμβήθρᾳ, καὶ ; ἐτάρασσε τὸ ; ὕδωρ· ὁ ; οὖν ἐμβὰς πρῶτος μετὰ τὴν ; ταραχὴν τοῦ ; ὕδατος, ἐγίνετο, ὑγιὴς δήποτε νοσήματι.¶ κατειχετο
أَجَابَهُ الْمَرِيضُ: يَا سَيِّدُ، لَيْسَ لِي إِنْسَانٌ يُلْقِينِي فِي الْبِرْكَةِ مَتَى تَحَرَّكَ الْمَاءُ. بَلْ بَيْنَمَا أَنَا آتٍ، يَنْزِلُ قُدَّامِي آخَرُ.
ἀπεκρίθη ; αὐτῷ ὁ ; ἀσθενῶν· κύριε, οὐκ ἔχω ἄνθρωπον ἵνα ; βάλλῃ; με εἰς τὴν ; κολυμβήθραν· ὅταν ταραχθῇ τὸ ; ὕδωρ δὲ ἐν ; ᾧ ἐγώ, ἔρχομαι καταβαίνει. πρὸ ; ἐμοῦ ἄλλος
لأَنَّ الآبَ يُحِبُّ الابْنَ وَيُرِيهِ جَمِيعَ مَا هُوَ يَعْمَلُهُ، وَسَيُرِيهِ أَعْمَالاً أَعْظَمَ مِنْ هذِهِ لِتَتَعَجَّبُوا أَنْتُمْ.
γὰρ ὁ ; πατὴρ φιλεῖ τὸν ; υἱὸν καὶ ; δείκνυσιν ; αὐτῷ πάντα αὐτὸς ποιεῖ, καὶ ; δείξει ; αὐτῷ ἔργα μείζονα τούτων ἵνα ; θαυμάζητε. ὑμεῖς
لأَنَّهُ كَمَا أَنَّ الآبَ يُقِيمُ الأَمْوَاتَ وَيُحْيِي، كَذلِكَ الابْنُ أَيْضًا يُحْيِي مَنْ يَشَاءُ.
γὰρ ὥσπερ ὁ ; πατὴρ ἐγείρει τοὺς ; νεκροὺς καὶ ; ζῳοποιεῖ, οὕτως ὁ ; υἱὸς καὶ ζῳοποιεῖ. οὓς θέλει
لاَ تَتَعَجَّبُوا مِنْ هذَا، فَإِنَّهُ تَأْتِي سَاعَةٌ فِيهَا يَسْمَعُ جَمِيعُ الَّذِينَ فِي الْقُبُورِ صَوْتَهُ،
Μὴ θαυμάζετε τοῦτο, ὅτι ἔρχεται ὥρα ἐν ; ᾗ ἀκούσονται πάντες οἱ ἐν τοῖς ; μνημείοις τῆς ; αὐτοῦ ; φωνῆς
الَّذِي يَشْهَدُ لِي هُوَ آخَرُ، وَأَنَا أَعْلَمُ أَنَّ شَهَادَتَهُ الَّتِي يَشْهَدُهَا لِي هِيَ حَقٌّ.
ὁ μαρτυρῶν περὶ ; ἐμοῦ, ἐστὶν ἄλλος καὶ ; οἶδα ὅτι ἡ ; μαρτυρία ἣν μαρτυρεῖ περὶ ; ἐμοῦ.¶ ἐστιν ἀληθής
وَأَمَّا أَنَا فَلِي شَهَادَةٌ أَعْظَمُ مِنْ يُوحَنَّا، لأَنَّ الأَعْمَالَ الَّتِي أَعْطَانِي الآبُ لأُكَمِّلَهَا، هذِهِ الأَعْمَالُ بِعَيْنِهَا الَّتِي أَنَا أَعْمَلُهَا هِيَ تَشْهَدُ لِي أَنَّ الآبَ قَدْ أَرْسَلَنِي.
δὲ ἐγὼ ἔχω τὴν ; μαρτυρίαν μείζων τοῦ ; Ἰωάννου· γὰρ τὰ ; ἔργα ἔδωκέν; μοι ὁ ; πατὴρ ἵνα ; τελειώσω αὐτά, τὰ ; ἔργα αὐτὰ ἃ ἐγὼ ποιῶ, μαρτυρεῖ περὶ ; ἐμοῦ ὅτι ὁ ; πατήρ με ; ἀπέσταλκεν.
وَأَمَّا أَنَا فَلِي شَهَادَةٌ أَعْظَمُ مِنْ يُوحَنَّا، لأَنَّ الأَعْمَالَ الَّتِي أَعْطَانِي الآبُ لأُكَمِّلَهَا، هذِهِ الأَعْمَالُ بِعَيْنِهَا الَّتِي أَنَا أَعْمَلُهَا هِيَ تَشْهَدُ لِي أَنَّ الآبَ قَدْ أَرْسَلَنِي.
δὲ ἐγὼ ἔχω τὴν ; μαρτυρίαν μείζων τοῦ ; Ἰωάννου· γὰρ τὰ ; ἔργα ἔδωκέν; μοι ὁ ; πατὴρ ἵνα ; τελειώσω αὐτά, τὰ ; ἔργα αὐτὰ ἃ ἐγὼ ποιῶ, μαρτυρεῖ περὶ ; ἐμοῦ ὅτι ὁ ; πατήρ με ; ἀπέσταλκεν.
وَلَيْسَتْ لَكُمْ كَلِمَتُهُ ثَابِتَةً فِيكُمْ، لأَنَّ الَّذِي أَرْسَلَهُ هُوَ لَسْتُمْ أَنْتُمْ تُؤْمِنُونَ بِهِ.
καὶ ; οὐκ ἔχετε τὸν ; λόγον ; αὐτοῦ μένοντα, ἐν ; ὑμῖν ὅτι ὃν ἀπέστειλεν ἐκεῖνος, οὐ ὑμεῖς πιστεύετε.¶ τούτῳ