ك
إصحاح
G3703
G3704. hópōs
G3705
المعنى المختصر للكلمة
hópōs: what(-ever) how, i.e. in the manner that (as adverb or conjunction of coincidence, intentional or actual)
اللفظ الأصلي ὅπως
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق hópōs (hop-oce)
تكرار الورود في الكتاب 45 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

what(-ever) how, i.e. in the manner that (as adverb or conjunction of coincidence, intentional or actual)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
because how (so) that to when

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ὅπως (44×) καὶ ; ὅπως (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (45 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
ثُمَّ أَرْسَلَهُمْ إِلَى بَيْتِ لَحْمٍ، وَقَالَ: اذْهَبُوا وَافْحَصُوا بِالتَّدْقِيقِ عَنِ الصَّبِيِّ. وَمَتَى وَجَدْتُمُوهُ فَأَخْبِرُونِي، لِكَيْ آتِيَ أَنَا أَيْضًا وَأَسْجُدَ لَهُ.
καὶ πέμψας ; αὐτοὺς εἰς Βηθλέεμ εἶπεν· πορευθέντες ἐξετάσατε ἀκριβῶς περὶ τοῦ ; παιδίου. ἐπὰν ; δὲ εὕρητε, ἀπαγγείλατέ ; μοι ὅπως ἐλθὼν κἀγὼ προσκυνήσω αὐτῷ.¶
وَأَتَى وَسَكَنَ فِي مَدِينَةٍ يُقَالُ لَهَا نَاصِرَةُ، لِكَيْ يَتِمَّ مَا قِيلَ بِالأَنْبِيَاءِ: إِنَّهُ سَيُدْعَى نَاصِرِيًّا
καὶ ; ἐλθὼν κατῴκησεν εἰς πόλιν λεγομένην Ναζαρέτ, ὅπως πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν διὰ ; τῶν ; προφητῶν ὅτι κληθήσεται.¶ Ναζωραῖος
فَلْيُضِئْ نُورُكُمْ هكَذَا قُدَّامَ النَّاسِ، لِكَيْ يَرَوْا أَعْمَالَكُمُ الْحَسَنَةَ، وَيُمَجِّدُوا أَبَاكُمُ الَّذِي فِي السَّمَاوَاتِ.
λαμψάτω τὸ ; φῶς ; ὑμῶν οὕτως ἔμπροσθεν τῶν ; ἀνθρώπων ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν ; ἔργα τὰ ; καλὰ δοξάσωσιν τὸν ; πατέρα ; ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς ; οὐρανοῖς.¶
لِكَيْ تَكُونُوا أَبْنَاءَ أَبِيكُمُ الَّذِي فِي السَّمَاوَاتِ، فَإِنَّهُ يُشْرِقُ شَمْسَهُ عَلَى الأَشْرَارِ وَالصَّالِحِينَ، وَيُمْطِرُ عَلَى الأَبْرَارِ وَالظَّالِمِينَ.
ὅπως γένησθε υἱοὶ τοῦ ; πατρὸς ; ὑμῶν τοῦ ἐν οὐρανοῖς, ὅτι ἀνατέλλει τὸν ; ἥλιον ; αὐτοῦ ἐπὶ πονηροὺς καὶ ; ἀγαθοὺς καὶ ; βρέχει ἐπὶ δικαίους καὶ ; ἀδίκους.
فَمَتَى صَنَعْتَ صَدَقَةً فَلاَ تُصَوِّتْ قُدَّامَكَ بِالْبُوقِ، كَمَا يَفْعَلُ الْمُرَاؤُونَ فِي الْمَجَامِعِ وَفِي الأَزِقَّةِ، لِكَيْ يُمَجَّدُوا مِنَ النَّاسِ. اَلْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّهُمْ قَدِ اسْتَوْفَوْا أَجْرَهُمْ.
Ὅταν ; οὖν ποιῇς ἐλεημοσύνην, μὴ σαλπίσῃς ; ἔμπροσθέν ; σου, ὥσπερ ποιοῦσιν οἱ ; ὑποκριταὶ ἐν συναγωγαῖς ; ταῖς καὶ ; ἐν ταῖς ; ῥύμαις ὅπως δοξασθῶσιν ὑπὸ τῶν ; ἀνθρώπων. ἀμὴν λέγω ὑμῖν· ἀπέχουσιν μισθὸν ; αὐτῶν. ; τὸν
لِكَيْ تَكُونَ صَدَقَتُكَ فِي الْخَفَاءِ. فَأَبُوكَ الَّذِي يَرَى فِي الْخَفَاءِ هُوَ يُجَازِيكَ عَلاَنِيَةً.
ὅπως ᾖ σου ; ἡ ; ἐλεημοσύνη ἐν τῷ ; κρυπτῷ. καὶ ; ὁ ; πατήρ ; σου ὁ ; βλέπων ἐν τῷ ; κρυπτῷ αὑτὸς ἀποδώσει ; σοι ἐν ; τῷ ; φανερῷ.¶
وَمَتَى صَلَّيْتَ فَلاَ تَكُنْ كَالْمُرَائِينَ، فَإِنَّهُمْ يُحِبُّونَ أَنْ يُصَلُّوا قَائِمِينَ فِي الْمَجَامِعِ وَفِي زَوَايَا الشَّوَارِعِ، لِكَيْ يَظْهَرُوا لِلنَّاسِ. اَلْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّهُمْ قَدِ اسْتَوْفَوْا أَجْرَهُمْ.
Καὶ ; ὅταν προσεύχῃ οὐκ ἔσῃ ὥσπερ; οἱ ; ὑποκριταί, ὅτι φιλοῦσιν προσεύχεσθαι ἑστῶτες ἐν ταῖς ; συναγωγαῖς καὶ ; ἐν ταῖς ; γωνίαις τῶν ; πλατειῶν ὅπως ἂν ; φανῶσιν τοῖς ; ἀνθρώποις. ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι· ; ἀπέχουσιν μισθὸν ; αὐτῶν. ; τὸν
وَمَتَى صُمْتُمْ فَلاَ تَكُونُوا عَابِسِينَ كَالْمُرَائِينَ، فَإِنَّهُمْ يُغَيِّرُونَ وُجُوهَهُمْ لِكَيْ يَظْهَرُوا لِلنَّاسِ صَائِمِينَ. اَلْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّهُمْ قَدِ اسْتَوْفَوْا أَجْرَهُمْ.
Ὅταν ; δὲ νηστεύητε, μὴ γίνεσθε σκυθρωποί· ὥσπερ; οἱ ; ὑποκριταὶ γὰρ ; ἀφανίζουσιν τὰ ; πρόσωπα ; αὐτῶν ὅπως φανῶσιν τοῖς ; ἀνθρώποις νηστεύοντες. ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι· ἀπέχουσιν τὸν ; μισθὸν ; αὐτῶν.
لِكَيْ لاَ تَظْهَرَ لِلنَّاسِ صَائِمًا، بَلْ لأَبِيكَ الَّذِي فِي الْخَفَاءِ. فَأَبُوكَ الَّذِي يَرَى فِي الْخَفَاءِ يُجَازِيكَ عَلاَنِيَةً.
ὅπως μὴ φανῇς τοῖς ; ἀνθρώποις νηστεύων ἀλλὰ τῷ ; πατρί ; σου τῷ ἐν τῷ ; κρυπτῷ καὶ ; πατήρ ; σου ; ὁ ὁ βλέπων ἐν τῷ ; κρυπτῷ ἀποδώσει ; σοι ἐν ; τῷ ; φανερῷ.¶
لِكَيْ يَتِمَّ مَا قِيلَ بِإِشَعْيَاءَ النَّبِيِّ الْقَائِلِ: هُوَ أَخَذَ أَسْقَامَنَا وَحَمَلَ أَمْرَاضَنَا.
ὅπως πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν διὰ ; Ἠσαΐου τοῦ ; προφήτου λέγοντος· αὐτὸς ἔλαβεν τὰς ; ἀσθενείας ; ἡμῶν καὶ ; ἐβάστασεν.¶ τὰς ; νόσους
فَإِذَا كُلُّ الْمَدِينَةِ قَدْ خَرَجَتْ لِمُلاَقَاةِ يَسُوعَ. وَلَمَّا أَبْصَرُوهُ طَلَبُوا أَنْ يَنْصَرِفَ عَنْ تُخُومِهِمْ.
καὶ ; ἰδοὺ πᾶσα ἡ ; πόλις ἐξῆλθεν εἰς ; συνάντησιν τῷ ; Ἰησοῦ, καὶ ἰδόντες ; αὐτὸν παρεκάλεσαν ὅπως μεταβῇ ἀπὸ τῶν ; ὁρίων ; αὐτῶν.¶
فَاطْلُبُوا مِنْ رَبِّ الْحَصَادِ أَنْ يُرْسِلَ فَعَلَةً إِلَى حَصَادِهِ.
δεήθητε ; οὖν τοῦ ; κυρίου τοῦ ; θερισμοῦ ὅπως ἐκβάλῃ ἐργάτας εἰς τὸν ; θερισμὸν ; αὐτοῦ.¶
متى 12: 14 Mat.12.14
فَلَمَّا خَرَجَ الْفَرِّيسِيُّونَ تَشَاوَرُوا عَلَيْهِ لِكَيْ يُهْلِكُوهُ،
δὲ Ἐξελθόντες Φαρισαῖοι ; οἱ συμβούλιον ; ἔλαβον κατ᾽ ; αὐτοῦ ὅπως ἀπολέσωσιν.¶ ; αὐτὸν
متى 12: 17 Mat.12.17
لِكَيْ يَتِمَّ مَا قِيلَ بِإِشَعْيَاءَ النَّبِيِّ الْقَائِلِ:
ὅπως πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν διὰ ; Ἠσαΐου τοῦ ; προφήτου λέγοντος·
متى 13: 35 Mat.13.35
لِكَيْ يَتِمَّ مَا قِيلَ بِالنَّبِيِّ الْقَائِلِ: سَأَفْتَحُ بِأَمْثَال فَمِي، وَأَنْطِقُ بِمَكْتُومَاتٍ مُنْذُ تَأْسِيسِ الْعَالَمِ.
ὅπως πληρωθῇ τὸ ; ῥηθὲν διὰ ; τοῦ ; προφήτου λέγοντος· ἀνοίξω ἐν ; παραβολαῖς τὸ ; στόμα ; μου, ἐρεύξομαι κεκρυμμένα ἀπὸ καταβολῆς κόσμου.¶
متى 22: 15 Mat.22.15
حِينَئِذٍ ذَهَبَ الْفَرِّيسِيُّونَ وَتَشَاوَرُوا لِكَيْ يَصْطَادُوهُ بِكَلِمَةٍ.
Τότε πορευθέντες οἱ ; Φαρισαῖοι συμβούλιον ; ἔλαβον ὅπως παγιδεύσωσιν ; αὐτὸν ἐν ; λόγῳ.
متى 23: 35 Mat.23.35
لِكَيْ يَأْتِيَ عَلَيْكُمْ كُلُّ دَمٍ زكِيٍّ سُفِكَ عَلَى الأَرْضِ، مِنْ دَمِ هَابِيلَ الصِّدِّيقِ إِلَى دَمِ زَكَرِيَّا بْنِ بَرَخِيَّا الَّذِي قَتَلْتُمُوهُ بَيْنَ الْهَيْكَلِ وَالْمَذْبَحِ.
ὅπως ἔλθῃ ἐφ᾽ ; ὑμᾶς πᾶν αἷμα δίκαιον ἐκχυννόμενον ἐπὶ τῆς ; γῆς, ἀπὸ τοῦ ; αἵματος Ἅβελ τοῦ ; δικαίου ἕως τοῦ ; αἵματος Ζαχαρίου υἱοῦ Βαραχίου ὃν ἐφονεύσατε μεταξὺ τοῦ ; ναοῦ καὶ ; τοῦ ; θυσιαστηρίου.
متى 26: 59 Mat.26.59
وَكَانَ رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ وَالشُّيُوخُ وَالْمَجْمَعُ كُلُّهُ يَطْلُبُونَ شَهَادَةَ زُورٍ عَلَى يَسُوعَ لِكَيْ يَقْتُلُوهُ،
δὲ Οἱ ; ἀρχιερεῖς καὶ ; οἱ ; πρεσβύτεροι καὶ ; τὸ ; συνέδριον ὅλον ἐζήτουν ψευδομαρτυρίαν κατὰ τοῦ ; Ἰησοῦ ὅπως αὐτὸν ; θανατώσωσιν,
فَخَرَجَ الْفَرِّيسِيُّونَ لِلْوَقْتِ مَعَ الْهِيرُودُسِيِّينَ وَتَشَاوَرُوا عَلَيْهِ لِكَيْ يُهْلِكُوهُ.
Καὶ ; ἐξελθόντες οἱ ; Φαρισαῖοι εὐθὺς μετὰ τῶν ; Ἡρῳδιανῶν συμβούλιον ; ἐποίουν κατ᾽ ; αὐτοῦ ὅπως ἀπολέσωσιν.¶ ; αὐτὸν
فَلَمَّا سَمِعَ عَنْ يَسُوعَ، أَرْسَلَ إِلَيْهِ شُيُوخَ الْيَهُودِ يَسْأَلُهُ أَنْ يَأْتِيَ وَيَشْفِيَ عَبْدَهُ.
δὲ ἀκούσας περὶ τοῦ ; Ἰησοῦ ἀπέστειλεν πρὸς ; αὐτὸν πρεσβυτέρους τῶν ; Ἰουδαίων ἐρωτῶν ; αὐτὸν ὅπως ἐλθὼν διασώσῃ τὸν ; δοῦλον ; αὐτοῦ.
فَقَالَ لَهُمْ: إِنَّ الْحَصَادَ كَثِيرٌ، وَلكِنَّ الْفَعَلَةَ قَلِيلُونَ. فَاطْلُبُوا مِنْ رَبِّ الْحَصَادِ أَنْ يُرْسِلَ فَعَلَةً إِلَى حَصَادِهِ.
ἔλεγεν ; οὖν πρὸς ; αὐτούς· ὁ ; μὲν θερισμὸς πολύς, οἱ ; δὲ ἐργάται ὀλίγοι· δεήθητε ; οὖν τοῦ κυρίου τοῦ ; θερισμοῦ ὅπως ἐκβάλλῃ ἐργάτας εἰς τὸν ; θερισμὸν ; αὐτοῦ.¶
وَفِيمَا هُوَ يَتَكَلَّمُ سَأَلَهُ فَرِّيسِيٌّ أَنْ يَتَغَدَّى عِنْدَهُ، فَدَخَلَ وَاتَّكَأَ.
Ἐν ; δὲ τῷ ; λαλῆσαι ἠρωτᾷ; αὐτὸν Φαρισαῖος ; τις ὅπως ἀριστήσῃ παρ᾽ ; αὐτῷ. εἰσελθὼν ; δὲ ἀνέπεσεν.
وَفَوْقَ هذَا كُلِّهِ، بَيْنَنَا وَبَيْنَكُمْ هُوَّةٌ عَظِيمَةٌ قَدْ أُثْبِتَتْ، حَتَّى إِنَّ الَّذِينَ يُرِيدُونَ الْعُبُورَ مِنْ ههُنَا إِلَيْكُمْ لاَ يَقْدِرُونَ، وَلاَ الَّذِينَ مِنْ هُنَاكَ يَجْتَازُونَ إِلَيْنَا.
καὶ ; ἐπὶ τούτοις πᾶσιν μεταξὺ ; ἡμῶν καὶ ; ὑμῶν χάσμα μέγα ἐστήρικται ὅπως οἱ θέλοντες διαβῆναι ἐντεῦθεν πρὸς ; ὑμᾶς μὴ δύνωνται μηδὲ οἱ ; ἐκεῖθεν διαπερῶσιν.¶ πρὸς ; ἡμᾶς
لأَنَّ لِي خَمْسَةَ إِخْوَةٍ، حَتَّى يَشْهَدَ لَهُمْ لِكَيْلاَ يَأْتُوا هُمْ أَيْضًا إِلَى مَوْضِعِ الْعَذَابِ هذَا.
γὰρ ἔχω πέντε ἀδελφούς· ὅπως διαμαρτύρηται αὐτοῖς ἵνα ; μὴ ἔλθωσιν αὐτοὶ καὶ εἰς τὸν ; τόπον τῆς ; βασάνου.¶ τοῦτον
وَكَانَ أَيْضًا رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ وَالْفَرِّيسِيُّونَ قَدْ أَصْدَرُوا أَمْرًا أَنَّهُ إِنْ عَرَفَ أَحَدٌ أَيْنَ هُوَ فَلْيَدُلَّ عَلَيْهِ، لِكَيْ يُمْسِكُوهُ.
δὲ καὶ οἱ ; ἀρχιερεῖς καὶ ; οἱ ; Φαρισαῖοι δεδώκεισαν ἐντολήν ἵνα ἐάν γνῷ τις ποῦ ἐστιν μηνύσῃ, ὅπως πιάσωσιν ; αὐτόν.¶
فَتُوبُوا وَارْجِعُوا لِتُمْحَى خَطَايَاكُمْ، لِكَيْ تَأْتِيَ أَوْقَاتُ الْفَرَجِ مِنْ وَجْهِ الرَّبِّ.
μετανοήσατε ; οὖν καὶ ; ἐπιστρέψατε εἰς ; τὸ ; ἐξαλειφθῆναι ὑμῶν ; τὰς ; ἁμαρτίας, ὅπως ἂν ; ἔλθωσιν καιροὶ ἀναψύξεως ἀπὸ προσώπου τοῦ ; κυρίου
اللَّذَيْنِ لَمَّا نَزَلاَ صَلَّيَا لأَجْلِهِمْ لِكَيْ يَقْبَلُوا الرُّوحَ الْقُدُسَ،
οἵτινες καταβάντες προσηύξαντο περὶ ; αὐτῶν ὅπως λάβωσιν πνεῦμα ἅγιον.
فَأَجَابَ سِيمُونُ وَقَالَ: اطْلُبَا أَنْتُمَا إِلَى الرَّبِّ مِنْ أَجْلِي لِكَيْ لاَ يَأْتِيَ عَلَيَّ مِمَّا ذَكَرْتُمَا.
ἀποκριθεὶς ; δὲ ὁ ; Σίμων εἶπεν· δεήθητε ὑμεῖς πρὸς τὸν ; κύριον, ὑπὲρ ; ἐμοῦ ὅπως μηδὲν ἐπέλθῃ ἐπ᾽ ; ἐμὲ ὧν εἰρήκατε.
وَطَلَبَ مِنْهُ رَسَائِلَ إِلَى دِمَشْقَ، إِلَى الْجَمَاعَاتِ، حَتَّى إِذَا وَجَدَ أُنَاسًا مِنَ الطَّرِيقِ، رِجَالاً أَوْ نِسَاءً، يَسُوقُهُمْ مُوثَقِينَ إِلَى أُورُشَلِيمَ.
ᾐτήσατο παρ᾽ ; αὐτοῦ ἐπιστολὰς εἰς Δαμασκὸν πρὸς τὰς ; συναγωγάς, ὅπως ἐάν εὕρῃ τινας τῆς ὁδοῦ ἄνδρας καὶ γυναῖκας, ἀγάγῃ δεδεμένους εἰς Ἰερουσαλήμ.
وَقَدْ رَأَى فِي رُؤْيَا رَجُلاً اسْمُهُ حَنَانِيَّا دَاخِلاً وَوَاضِعًا يَدَهُ عَلَيْهِ لِكَيْ يُبْصِرَ.
καὶ εἶδεν ἐν ὁράματι ἄνδρα ὀνόματι Ἁνανίαν εἰσελθόντα καὶ ; ἐπιθέντα χεῖρα αὐτῷ ὅπως ἀναβλέψῃ.¶