ك
إصحاح
G3383
G3384. mḗtēr
G3385
المعنى المختصر للكلمة
mḗtēr: a "mother" (literally or figuratively, immediate or remote)
اللفظ الأصلي μήτηρ
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق mḗtēr (may-tare)
تكرار الورود في الكتاب 39 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

apparently a primary word;

المعنى والشرح المفصل

a "mother" (literally or figuratively, immediate or remote)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
mother

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἡ ; μήτηρ (9×) μητέρα (5×) καὶ ; τὴν ; μητέρα (5×) καὶ ; τὴν ; μητέρα, (3×) τῇ ; μητρί· (2×) μήτηρ (2×) καὶ ; τὴν ; μητέρα. (2×) ὡς ; μητέρας, (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (39 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 10: 37 Mat.10.37
مَنْ أَحَبَّ أَبًا أَوْ أُمًّا أَكْثَرَ مِنِّي فَلاَ يَسْتَحِقُّنِي، وَمَنْ أَحَبَّ ابْنًا أَوِ ابْنَةً أَكْثَرَ مِنِّي فَلاَ يَسْتَحِقُّنِي،
Ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ; ἔστιν μου ; ἄξιος, καὶ ; ὁ φιλῶν υἱὸν ἢ θυγατέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ; ἔστιν μου ; ἄξιος·
متى 12: 46 Mat.12.46
وَفِيمَا هُوَ يُكَلِّمُ الْجُمُوعَ إِذَا أُمُّهُ وَإِخْوَتُهُ قَدْ وَقَفُوا خَارِجًا طَالِبِينَ أَنْ يُكَلِّمُوهُ.
Ἔτι ; δὲ αὐτοῦ λαλοῦντος τοῖς ; ὄχλοις ἰδοὺ ἡ ; μήτηρ καὶ ; οἱ ; ἀδελφοὶ ; αὐτοῦ εἱστήκεισαν ἔξω ζητοῦντες αὐτῷ ; λαλῆσαι.
متى 12: 50 Mat.12.50
لأَنَّ مَنْ يَصْنَعُ مَشِيئَةَ أَبِي الَّذِي فِي السَّمَاوَاتِ هُوَ أَخِي وَأُخْتِي وَأُمِّي.
γὰρ ὅστις ; ἂν ποιήσῃ θέλημα ; τὸ τοῦ ; πατρός ; μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς, αὐτός ; ἐστίν.¶ μου ; ἀδελφὸς καὶ ; ἀδελφὴ καὶ ; μήτηρ
فَإِنَّ اللهَ أَوْصَى قَائِلاً: أَكْرِمْ أَبَاكَ وَأُمَّكَ، وَمَنْ يَشْتِمْ أَبًا أَوْ أُمًّا فَلْيَمُتْ مَوْتًا.
γὰρ ὁ ; θεὸς ἐνετείλατο λέγων· τίμα τὸν ; πατέρα ; σοῦ καὶ ; τὴν ; μητέρα, καὶ ; ὁ κακολογῶν πατέρα ἢ μητέρα τελευτάτω. θανάτῳ
فَإِنَّ اللهَ أَوْصَى قَائِلاً: أَكْرِمْ أَبَاكَ وَأُمَّكَ، وَمَنْ يَشْتِمْ أَبًا أَوْ أُمًّا فَلْيَمُتْ مَوْتًا.
γὰρ ὁ ; θεὸς ἐνετείλατο λέγων· τίμα τὸν ; πατέρα ; σοῦ καὶ ; τὴν ; μητέρα, καὶ ; ὁ κακολογῶν πατέρα ἢ μητέρα τελευτάτω. θανάτῳ
وَأَمَّا أَنْتُمْ فَتَقُولُونَ: مَنْ قَالَ لأَبِيهِ أَوْ أُمِّهِ: قُرْبَانٌ هُوَ الَّذِي تَنْتَفِعُ بِهِ مِنِّي. فَلاَ يُكْرِمُ أَبَاهُ أَوْ أُمَّهُ.
δὲ ὑμεῖς λέγετε· ὃς ; ἂν εἴπῃ τῷ ; πατρὶ ἢ τῇ ; μητρί· δῶρον ὃ ἐὰν ; ὠφεληθῇς, ἐξ ; ἐμοῦ καὶ ; οὐ ; μὴ τιμήσῃ τὸν ; πατέρα ; αὐτοῦ ἢ τὴν ; μητέρα ; αὐτοῦ,
وَقَالَ: مِنْ أَجْلِ هذَا يَتْرُكُ الرَّجُلُ أَبَاهُ وَأُمَّهُ وَيَلْتَصِقُ بِامْرَأَتِهِ، وَيَكُونُ الاثْنَانِ جَسَدًا وَاحِدًا.
καὶ ; εἶπεν· ἕνεκα τούτου καταλείψει ἄνθρωπος τὸν ; πατέρα καὶ ; τὴν ; μητέρα καὶ ; προσκολληθήσεται τῇ ; γυναικὶ ; αὐτοῦ, καὶ ; ἔσονται οἱ ; δύο σάρκα μίαν
متى 19: 12 Mat.19.12
لأَنَّهُ يُوجَدُ خِصْيَانٌ وُلِدُوا هكَذَا مِنْ بُطُونِ أُمَّهَاتِهِمْ، وَيُوجَدُ خِصْيَانٌ خَصَاهُمُ النَّاسُ، وَيُوجَدُ خِصْيَانٌ خَصَوْا أَنْفُسَهُمْ لأَجْلِ مَلَكُوتِ السَّمَاوَاتِ. مَنِ اسْتَطَاعَ أَنْ يَقْبَلَ فَلْيَقْبَلْ.
γὰρ εἰσὶν εὐνοῦχοι οἵτινες ; ἐγεννήθησαν οὕτως, ἐκ κοιλίας μητρὸς καὶ ; εἰσὶν εὐνοῦχοι οἵτινες ; εὐνουχίσθησαν ὑπὸ ; τῶν ; ἀνθρώπων, καὶ ; εἰσὶν εὐνοῦχοι εὐνούχισαν ἑαυτοὺς διὰ τὴν ; βασιλείαν οὐρανῶν. ; τῶν ὁ δυνάμενος χωρεῖν χωρείτω.¶
متى 19: 19 Mat.19.19
أَكْرِمْ أَبَاكَ وَأُمَّكَ، وَأَحِبَّ قَرِيبَكَ كَنَفْسِكَ.
τίμα τὸν ; πατέρα ; σου καὶ ; τὴν ; μητέρα, καὶ ; ἀγαπήσεις τὸν ; πλησίον ; σου ὡς ; σεαυτόν.¶
متى 19: 29 Mat.19.29
وَكُلُّ مَنْ تَرَكَ بُيُوتًا أَوْ إِخْوَةً أَوْ أَخَوَاتٍ أَوْ أَبًا أَوْ أُمًّا أَوِ امْرَأَةً أَوْ أَوْلاَدًا أَوْ حُقُولاً مِنْ أَجْلِ اسْمِي، يَأْخُذُ مِئَةَ ضِعْفٍ وَيَرِثُ الْحَيَاةَ الأَبَدِيَّةَ.
Καὶ ; πᾶς ὅς ἀφῆκεν οἰκίας ἢ ἀδελφοὺς ἢ ἀδελφὰς ἢ πατέρα ἢ μητέρα ἢ γυναῖκα ἢ τέκνα ἢ ἀγροὺς ἕνεκεν τοῦ ; ὀνόματός ; μου, λήμψεται ἑκατονταπλασίονα καὶ ; κληρονομήσει.¶ ζωὴν αἰώνιον
متى 20: 20 Mat.20.20
حِينَئِذٍ تَقَدَّمَتْ إِلَيْهِ أُمُّ ابْنَيْ زَبْدِي مَعَ ابْنَيْهَا، وَسَجَدَتْ وَطَلَبَتْ مِنْهُ شَيْئًا.
Τότε προσῆλθεν αὐτῷ ἡ ; μήτηρ τῶν ; υἱῶν Ζεβεδαίου μετὰ τῶν ; υἱῶν ; αὐτῆς προσκυνοῦσα καὶ ; αἰτοῦσά παρ᾽; αὐτοῦ.¶ τι
متى 27: 56 Mat.27.56
وَبَيْنَهُنَّ مَرْيَمُ الْمَجْدَلِيَّةُ، وَمَرْيَمُ أُمُّ يَعْقُوبَ وَيُوسِي، وَأُمُّ ابْنَيْ زَبْدِي.
ἐν ; αἷς ; ἦν Μαρία ἡ ; Μαγδαληνὴ καὶ ; Μαρία ἡ ; μήτηρ τοῦ ; Ἰακώβου καὶ ; Ἰωσῆ καὶ ; ἡ ; μήτηρ τῶν ; υἱῶν Ζεβεδαίου.¶
متى 27: 56 Mat.27.56
وَبَيْنَهُنَّ مَرْيَمُ الْمَجْدَلِيَّةُ، وَمَرْيَمُ أُمُّ يَعْقُوبَ وَيُوسِي، وَأُمُّ ابْنَيْ زَبْدِي.
ἐν ; αἷς ; ἦν Μαρία ἡ ; Μαγδαληνὴ καὶ ; Μαρία ἡ ; μήτηρ τοῦ ; Ἰακώβου καὶ ; Ἰωσῆ καὶ ; ἡ ; μήτηρ τῶν ; υἱῶν Ζεβεδαίου.¶
فَضَحِكُوا عَلَيْهِ. أَمَّا هُوَ فَأَخْرَجَ الْجَمِيعَ، وَأَخَذَ أَبَا الصَّبِيَّةِ وَأُمَّهَا وَالَّذِينَ مَعَهُ وَدَخَلَ حَيْثُ كَانَتِ الصَّبِيَّةُ مُضْطَجِعَةً،
καὶ ; κατεγέλων αὐτοῦ.¶ Ὁ; δὲ ; ἐκβαλὼν ἅπαντας παραλαμβάνει τὸν ; πατέρα τοῦ ; παιδίου καὶ ; τὴν ; μητέρα καὶ ; τοὺς μετ᾽ ; αὐτοῦ καὶ ; εἰσπορεύεται ὅπου ἦν τὸ ; παιδίον ἀνακείμενον.
لأَنَّ مُوسَى قَالَ: أَكْرِمْ أَبَاكَ وَأُمَّكَ، وَمَنْ يَشْتِمُ أَبًا أَوْ أُمًّا فَلْيَمُتْ مَوْتًا.
γὰρ Μωϋσῆς εἶπεν· τίμα τὸν ; πατέρα ; σου καὶ ; τὴν ; μητέρα ; σου, καὶ ; ὁ κακολογῶν πατέρα ἢ μητέρα τελευτάτω. θανάτῳ
وَأَمَّا أَنْتُمْ فَتَقُولُونَ: إِنْ قَالَ إِنْسَانٌ لأَبِيهِ أَوْ أُمِّهِ: قُرْبَانٌ، أَيْ هَدِيَّةٌ، هُوَ الَّذِي تَنْتَفِعُ بِهِ مِنِّي
δὲ ὑμεῖς λέγετε· ἐὰν εἴπῃ ἄνθρωπος τῷ ; πατρὶ ἢ τῇ ; μητρί· κορβᾶν, ὅ ; ἐστιν δῶρον, ὃ ; ἐὰν ὠφεληθῇς, ἐξ ; ἐμοῦ
مِنْ أَجْلِ هذَا يَتْرُكُ الرَّجُلُ أَبَاهُ وَأُمَّهُ وَيَلْتَصِقُ بِامْرَأَتِهِ،
ἕνεκεν τούτου καταλείψει ἄνθρωπος τὸν ; πατέρα ; αὐτοῦ καὶ ; τὴν ; μητέρα καὶ ; προσκολληθήσεται πρὸς ; τὴν ; γυναῖκα ; αὐτοῦ,
أَنْتَ تَعْرِفُ الْوَصَايَا: لاَ تَزْنِ. لاَ تَقْتُلْ. لاَ تَسْرِقْ. لاَ تَشْهَدْ بِالزُّورِ. لاَ تَسْلُبْ. أَكْرِمْ أَبَاكَ وَأُمَّكَ.
οἶδας· τὰς ; ἐντολὰς μὴ μοιχεύσῃς, μὴ φονεύσῃς, μὴ κλέψῃς, μὴ ψευδομαρτυρήσῃς, μὴ ἀποστερήσῃς, τίμα τὸν ; πατέρα ; σου καὶ ; τὴν ; μητέρα.
فَأَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ: الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: لَيْسَ أَحَدٌ تَرَكَ بَيْتًا أَوْ إِخْوَةً أَوْ أَخَوَاتٍ أَوْ أَبًا أَوْ أُمًّا أَوِ امْرَأَةً أَوْ أَوْلاَدًا أَوْ حُقُولاً، لأَجْلِي وَلأَجْلِ الإِنْجِيلِ،
Ἀποκριθεὶς ; δὲ ὁ ; Ἰησοῦς· εἶπεν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐδείς ; ἐστιν ἀφῆκεν οἰκίαν ἢ ἀδελφοὺς ἢ ἀδελφὰς ἢ πατέρα ἢ μητέρα ἢ γυναῖκα ἢ τέκνα ἢ ἀγροὺς ἕνεκεν ; ἐμοῦ καὶ ; ἕνεκεν τοῦ ; εὐαγγελίου,
إِلاَّ وَيَأْخُذُ مِئَةَ ضِعْفٍ الآنَ فِي هذَا الزَّمَانِ، بُيُوتًا وَإِخْوَةً وَأَخَوَاتٍ وَأُمَّهَاتٍ وَأَوْلاَدًا وَحُقُولاً، مَعَ اضْطِهَادَاتٍ، وَفِي الدَّهْرِ الآتِي الْحَيَاةَ الأَبَدِيَّةَ.
ἐὰν ; μὴ λάβῃ ἑκατονταπλασίονα νῦν ἐν τούτῳ τῷ ; καιρῷ οἰκίας καὶ ; ἀδελφοὺς καὶ ; ἀδελφὰς καὶ ; μητέρας καὶ ; τέκνα καὶ ; ἀγροὺς μετὰ διωγμῶν καὶ ; ἐν τῷ ; αἰῶνι τῷ ; ἐρχομένῳ ζωὴν αἰώνιον.
وَكَانَتْ أَيْضًا نِسَاءٌ يَنْظُرْنَ مِنْ بَعِيدٍ، بَيْنَهُنَّ مَرْيَمُ الْمَجْدَلِيَّةُ، وَمَرْيَمُ أُمُّ يَعْقُوبَ الصَّغِيرِ وَيُوسِي، وَسَالُومَةُ،
ἦσαν ; δὲ καὶ γυναῖκες θεωροῦσαι ἀπὸ μακρόθεν ἐν ; αἷς ; ἦν Μαρία ἡ ; Μαγδαληνὴ καὶ ; Μαρία ἡ ; μήτηρ τοῦ ; Ἰακώβου τοῦ ; μικροῦ καὶ ; Ἰωσῆτος καὶ ; Σαλώμη,
فَمِنْ أَيْنَ لِي هذَا أَنْ تَأْتِيَ أُمُّ رَبِّي إِلَيَّ.
καὶ ; πόθεν μοι τοῦτο ἵνα ἔλθῃ ἡ ; μήτηρ τοῦ ; κυρίου ; μου πρὸς ; ἐμέ;
وَكَانَ يُوسُفُ وَأُمُّهُ يَتَعَجَّبَانِ مِمَّا قِيلَ فِيهِ.
Καὶ ; ἦν Ἰωσὴφ αὐτοῦ ; καὶ ; ἡ ; μήτηρ θαυμάζοντες ἐπὶ ; τοῖς λαλουμένοις περὶ ; αὐτοῦ.
وَجَاءَ إِلَيْهِ أُمُّهُ وَإِخْوَتُهُ، وَلَمْ يَقْدِرُوا أَنْ يَصِلُوا إِلَيْهِ لِسَبَبِ الْجَمْعِ.
Παρεγένοντο; δὲ πρὸς ; αὐτὸν ἡ ; μήτηρ καὶ ; οἱ ; ἀδελφοὶ ; αὐτοῦ καὶ ; οὐκ ἠδύναντο συντυχεῖν αὐτῷ διὰ τὸν ; ὄχλον.
فَلَمَّا جَاءَ إِلَى الْبَيْتِ لَمْ يَدَعْ أَحَدًا يَدْخُلُ إِلاَّ بُطْرُسَ وَيَعْقُوبَ وَيُوحَنَّا، وَأَبَا الصَّبِيَّةِ وَأُمَّهَا.
δὲ εἰσελθὼν εἰς τὴν ; οἰκίαν οὐκ ἀφῆκεν οὐδένα εἰσελθεῖν εἰ ; μὴ Πέτρον καὶ ; Ἰάκωβον, καὶ ; Ἰωάννην καὶ ; τὸν ; πατέρα τῆς ; παιδὸς καὶ ; τὴν ; μητέρα.
يَنْقَسِمُ الأَبُ عَلَى الابْنِ، وَالابْنُ عَلَى الأَبِ، وَالأُمُّ عَلَى الْبِنْتِ، وَالْبِنْتُ عَلَى الأُمِّ، وَالْحَمَاةُ عَلَى كَنَّتِهَا، وَالْكَنَّةُ عَلَى حَمَاتِهَا.
Διαμερισθήσεται πατὴρ ἐπὶ υἱῷ καὶ ; υἱὸς ἐπὶ πατρί, μήτηρ ἐπὶ τὴν ; θυγατρί καὶ ; θυγάτηρ ἐπὶ τὴν ; μητρί πενθερὰ ἐπὶ τὴν ; νύμφην ; αὐτῆς καὶ ; νύμφη ἐπὶ τὴν ; πενθεράν ; αὐτῆς.¶
يَنْقَسِمُ الأَبُ عَلَى الابْنِ، وَالابْنُ عَلَى الأَبِ، وَالأُمُّ عَلَى الْبِنْتِ، وَالْبِنْتُ عَلَى الأُمِّ، وَالْحَمَاةُ عَلَى كَنَّتِهَا، وَالْكَنَّةُ عَلَى حَمَاتِهَا.
Διαμερισθήσεται πατὴρ ἐπὶ υἱῷ καὶ ; υἱὸς ἐπὶ πατρί, μήτηρ ἐπὶ τὴν ; θυγατρί καὶ ; θυγάτηρ ἐπὶ τὴν ; μητρί πενθερὰ ἐπὶ τὴν ; νύμφην ; αὐτῆς καὶ ; νύμφη ἐπὶ τὴν ; πενθεράν ; αὐτῆς.¶
إِنْ كَانَ أَحَدٌ يَأْتِي إِلَيَّ وَلاَ يُبْغِضُ أَبَاهُ وَأُمَّهُ وَامْرَأَتَهُ وَأَوْلاَدَهُ وَإِخْوَتَهُ حَتَّى نَفْسَهُ أَيْضًا، فَلاَ يَقْدِرُ أَنْ يَكُونَ لِي تِلْمِيذًا.
εἴ τις ἔρχεται πρός ; με καὶ ; οὐ μισεῖ τὸν ; πατέρα ; ἑαυτοῦ καὶ ; τὴν ; μητέρα καὶ ; τὴν ; γυναῖκα καὶ ; τὰ ; τέκνα καὶ ; τοὺς ; ἀδελφοὺς καὶ τὴν ; ψυχὴν ; ἑαυτοῦ, καὶ οὐ δύναται εἶναί μου μαθητής.
وَفِي الْيَوْمِ الثَّالِثِ كَانَ عُرْسٌ فِي قَانَا الْجَلِيلِ، وَكَانَتْ أُمُّ يَسُوعَ هُنَاكَ.
Καὶ τῇ ; ἡμέρᾳ τῇ ; τρίτῃ ἐγένετο γάμος ἐν Κανὰ τῆς ; Γαλιλαίας, καὶ ; ἦν ἡ ; μήτηρ τοῦ ; Ἰησοῦ ἐκεῖ·
وَلَمَّا فَرَغَتِ الْخَمْرُ، قَالَتْ أُمُّ يَسُوعَ لَهُ: لَيْسَ لَهُمْ خَمْرٌ.
καὶ ὑστερήσαντος οἴνου λέγει ἡ ; μήτηρ τοῦ ; Ἰησοῦ πρὸς ; αὐτόν· οὐκ ἔχουσιν. οἶνον