ك
إصحاح
G3339
G3340. metanoéō
G3341
المعنى المختصر للكلمة
metanoéō: to think differently or afterwards, i.e. reconsider (morally, feel compunction)
اللفظ الأصلي μετανοέω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق metanoéō (met-an-o-eh-o)
تكرار الورود في الكتاب 32 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

to think differently or afterwards, i.e. reconsider (morally, feel compunction)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
repent

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

μετενόησαν (6×) μετενόησαν. (2×) μετανοῆτε, (2×) μετανοήσωσιν (2×) μετανοεῖτε· (2×) καὶ ; μετανόησον. (2×) μετενόησεν (1×) μετενόησαν·¶ (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (32 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
قَائِلاً: تُوبُوا، لأَنَّهُ قَدِ اقْتَرَبَ مَلَكُوتُ السَّماوَاتِ.
καὶ ; λέγων· μετανοεῖτε· γὰρ ἤγγικεν ἡ ; βασιλεία τῶν ; οὐρανῶν.
مِنْ ذلِكَ الزَّمَانِ ابْتَدَأَ يَسُوعُ يَكْرِزُ وَيَقُولُ: تُوبُوا لأَنَّهُ قَدِ اقْتَرَبَ مَلَكُوتُ السَّمَاوَاتِ.
Ἀπὸ τότε ἤρξατο ὁ ; Ἰησοῦς κηρύσσειν καὶ ; λέγειν· μετανοεῖτε· γὰρ ἤγγικεν ἡ ; βασιλεία τῶν ; οὐρανῶν.¶
متى 11: 20 Mat.11.20
حِينَئِذٍ ابْتَدَأَ يُوَبِّخُ الْمُدُنَ الَّتِي صُنِعَتْ فِيهَا أَكْثَرُ قُوَّاتِهِ لأَنَّهَا لَمْ تَتُبْ:
Τότε ἤρξατο ὀνειδίζειν τὰς ; πόλεις αἷς ἐγένοντο ἐν αἱ ; πλεῖσται δυνάμεις ; αὐτοῦ ὅτι οὐ μετενόησαν·¶
متى 11: 21 Mat.11.21
وَيْلٌ لَكِ يَا كُورَزِينُ. وَيْلٌ لَكِ يَا بَيْتَ صَيْدَا. لأَنَّهُ لَوْ صُنِعَتْ فِي صُورَ وَصَيْدَاءَ الْقُوَّاتُ الْمَصْنُوعَةُ فِيكُمَا، لَتَابَتَا قَدِيمًا فِي الْمُسُوحِ وَالرَّمَادِ.
Οὐαί σοι Χοραζίν, οὐαί σοι Βηθσαϊδά, ὅτι εἰ ἐγένοντο ἐν Τύρῳ καὶ ; Σιδῶνι αἱ ; δυνάμεις αἱ ; γενόμεναι ἐν ; ὑμῖν, μετενόησαν. πάλαι ἐν σάκκῳ καὶ ; σποδῷ
متى 12: 41 Mat.12.41
رِجَالُ نِينَوَى سَيَقُومُونَ فِي الدِّينِ مَعَ هذَا الْجِيلِ وَيَدِينُونَهُ، لأَنَّهُمْ تَابُوا بِمُنَادَاةِ يُونَانَ، وَهُوَذَا أَعْظَمُ مِنْ يُونَانَ ههُنَا.
Ἄνδρες Νινευῖται ἀναστήσονται ἐν τῇ ; κρίσει μετὰ ταύτης τῆς ; γενεᾶς καὶ ; κατακρινοῦσιν ; αὐτήν, ὅτι μετενόησαν εἰς ; τὸ ; κήρυγμα Ἰωνᾶ· ἰδοὺ πλεῖον Ἰωνᾶ ὧδε.¶
وَيَقُولُ: قَدْ كَمَلَ الزَّمَانُ وَاقْتَرَبَ مَلَكُوتُ اللهِ، فَتُوبُوا وَآمِنُوا بِالإِنْجِيلِ.
καὶ ; λέγων πεπλήρωται ; ὅτι καιρὸς ; ὁ καὶ ; ἤγγικεν ἡ ; βασιλεία θεοῦ· ; τοῦ μετανοεῖτε καὶ ; πιστεύετε ἐν ; τῷ ; εὐαγγελίῳ.¶
فَخَرَجُوا وَصَارُوا يَكْرِزُونَ أَنْ يَتُوبُوا.
Καὶ ; ἐξελθόντες ἐκήρυσσον ἵνα μετανοήσωσιν
وَيْلٌ لَكِ يَا كُورَزِينُ. وَيْلٌ لَكِ يَا بَيْتَ صَيْدَا. لأَنَّهُ لَوْ صُنِعَتْ فِي صُورَ وَصَيْدَاءَ الْقُوَّاتُ الْمَصْنُوعَةُ فِيكُمَا، لَتَابَتَا قَدِيمًا جَالِسَتَيْنِ فِي الْمُسُوحِ وَالرَّمَادِ.
Οὐαί σοι Χοραζίν, οὐαί σοι Βηθσαϊδά· ὅτι εἰ ἐγένοντο ἐν Τύρῳ καὶ ; Σιδῶνι αἱ ; δυνάμεις αἱ ; γενόμεναι ἐν ; ὑμῖν, μετενόησαν. πάλαι καθήμεναι ἐν σάκκῳ καὶ ; σποδῷ
رِجَالُ نِينَوَى سَيَقُومُونَ فِي الدِّينِ مَعَ هذَا الْجِيلِ وَيَدِينُونَهُ، لأَنَّهُمْ تَابُوا بِمُنَادَاةِ يُونَانَ، وَهُوَذَا أَعْظَمُ مِنْ يُونَانَ ههُنَا.
Ἄνδρες Νινευῒ ἀναστήσονται ἐν τῇ ; κρίσει μετὰ τῆς ; ταύτης γενεᾶς καὶ ; κατακρινοῦσιν ; αὐτήν· ὅτι μετενόησαν εἰς ; τὸ ; κήρυγμα Ἰωνᾶ, καὶ ; ἰδοὺ πλεῖον Ἰωνᾶ ὧδε.¶
كَلاَّ. أَقُولُ لَكُمْ: بَلْ إِنْ لَمْ تَتُوبُوا فَجَمِيعُكُمْ كَذلِكَ تَهْلِكُونَ.
οὐχί, λέγω ὑμῖν, ἀλλ᾽ ἐὰν μὴ μετανοῆτε, πάντες ὡσαύτως ἀπολεῖσθε.¶
كَلاَّ. أَقُولُ لَكُمْ: بَلْ إِنْ لَمْ تَتُوبُوا فَجَمِيعُكُمْ كَذلِكَ تَهْلِكُونَ.
οὐχί, λέγω ὑμῖν, ἀλλ᾽ ἐὰν μὴ μετανοῆτε, πάντες ὁμοίως ἀπολεῖσθε.¶
أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّهُ هكَذَا يَكُونُ فَرَحٌ فِي السَّمَاءِ بِخَاطِئٍ وَاحِدٍ يَتُوبُ أَكْثَرَ مِنْ تِسْعَةٍ وَتِسْعِينَ بَارًّا لاَ يَحْتَاجُونَ إِلَى تَوْبَةٍ.
Λέγω ὑμῖν ὅτι οὕτως ἔσται χαρὰ ἐν τῷ ; οὐρανῷ ἐπὶ ; ἁμαρτωλῷ ἑνὶ μετανοοῦντι ἢ ; ἐπὶ ἐννέα ἐνενήκοντα δικαίοις οἵτινες ; οὐ χρείαν ; ἔχουσιν μετανοίας.¶
هكَذَا، أَقُولُ لَكُمْ: يَكُونُ فَرَحٌ قُدَّامَ مَلاَئِكَةِ اللهِ بِخَاطِئٍ وَاحِدٍ يَتُوبُ.
Οὕτως, λέγω ὑμῖν, γίνεται χαρὰ ἐνώπιον τῶν ; ἀγγέλων τοῦ ; θεοῦ ἐπὶ ; ἁμαρτωλῷ ἑνὶ μετανοοῦντι.¶
فَقَالَ: لاَ، يَا أَبِي إِبْرَاهِيمَ، بَلْ إِذَا مَضَى إِلَيْهِمْ وَاحِدٌ مِنَ الأَمْوَاتِ يَتُوبُونَ.
ὁ ; δὲ ; εἶπεν· οὐχί, πάτερ Ἀβραάμ, ἀλλ᾽ ἐάν πορευθῇ πρὸς ; αὐτούς, τις ἀπὸ νεκρῶν μετανοήσουσιν.
اِحْتَرِزُوا لأَنْفُسِكُمْ. وَإِنْ أَخْطَأَ إِلَيْكَ أَخُوكَ فَوَبِّخْهُ، وَإِنْ تَابَ فَاغْفِرْ لَهُ.
προσέχετε ἑαυτοῖς. ἐὰν ; δὲ ἁμάρτῃ εἰς ; σὲ ὁ ; ἀδελφός ; σου, ἐπιτίμησον ; αὐτῷ· καὶ ; ἐὰν μετανοήσῃ, ἄφες αὐτῷ.
وَإِنْ أَخْطَأَ إِلَيْكَ سَبْعَ مَرَّاتٍ فِي الْيَوْمِ، وَرَجَعَ إِلَيْكَ سَبْعَ مَرَّاتٍ فِي الْيَوْمِ قَائِلاً: أَنَا تَائِبٌ، فَاغْفِرْ لَهُ.
καὶ ; ἐὰν ἁμάρτῃ εἰς ; σὲ ἑπτάκις τῆς ἡμέρας καὶ ; ἐπιστρέψῃ ἐπὶ; σὲ ἑπτάκις τῆς ἡμέρας λέγων· μετανοῶ, ἀφήσεις αὐτῷ.¶
فَقَالَ لَهُمْ بُطْرُسُ: تُوبُوا وَلْيَعْتَمِدْ كُلُّ وَاحِدٍ مِنْكُمْ عَلَى اسْمِ يَسُوعَ الْمَسِيحِ لِغُفْرَانِ الْخَطَايَا، فَتَقْبَلُوا عَطِيَّةَ الرُّوحِ الْقُدُسِ.
δὲ ; ἔφη αὐτούς· ; πρὸς Πέτρος μετανοήσατε καὶ ; βαπτισθήτω ἕκαστος ὑμῶν ἐπὶ τῷ ; ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ εἰς ; ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ ; λήμψεσθε τὴν ; δωρεὰν τοῦ ; πνεύματος· ἁγίου
فَاللهُ الآنَ يَأْمُرُ جَمِيعَ النَّاسِ فِي كُلِّ مَكَانٍ أَنْ يَتُوبُوا، مُتَغَاضِيًا عَنْ أَزْمِنَةِ الْجَهْلِ.
μὲν ; οὖν ; ὁ ; θεὸς τὰ ; νῦν παραγγέλλει πᾶσιν τοῖς ; ἀνθρώποις πανταχοῦ μετανοεῖν· ὑπεριδὼν τοὺς ; χρόνους τῆς ; ἀγνοίας
بَلْ أَخْبَرْتُ أَوَّلاً الَّذِينَ فِي دِمَشْقَ، وَفِي أُورُشَلِيمَ حَتَّى جَمِيعِ كُورَةِ الْيَهُودِيَّةِ، ثُمَّ الأُمَمَ، أَنْ يَتُوبُوا وَيَرْجِعُوا إِلَى اللهِ عَامِلِينَ أَعْمَالاً تَلِيقُ بِالتَّوْبَةِ.
ἀλλὰ ἀπαγγέλλων πρῶτόν τοῖς ἐν Δαμασκῷ καὶ Ἱεροσολύμοις, εἰς πᾶσάν τε ; τὴν ; χώραν τῆς ; Ἰουδαίας, καὶ τοῖς ; ἔθνεσιν μετανοεῖν ἐπιστρέφειν ἐπὶ τὸν ; θεὸν πράσσοντας. ἔργα ἄξια τῆς ; μετανοίας
أَنْ يُذِلَّنِي إِلهِي عِنْدَكُمْ، إِذَا جِئْتُ أَيْضًا وَأَنُوحُ عَلَى كَثِيرِينَ مِنَ الَّذِينَ أَخْطَأُوا مِنْ قَبْلُ وَلَمْ يَتُوبُوا عَنِ النَّجَاسَةِ وَالزِّنَا وَالْعَهَارَةِ الَّتِي فَعَلُوهَا.
μὴ ταπεινώσῃ ; με ὁ ; θεός ; μου πρὸς ; ὑμᾶς, ἐλθόντα πάλιν πενθήσω πολλοὺς τῶν προημαρτηκότων καὶ ; μὴ μετανοησάντων ἐπὶ τῇ ; ἀκαθαρσίᾳ καὶ ; πορνείᾳ καὶ ; ἀσελγείᾳ ᾗ ἔπραξαν.¶
فَاذْكُرْ مِنْ أَيْنَ سَقَطْتَ وَتُبْ، وَاعْمَلِ الأَعْمَالَ الأُولَى، وَإِّلاَّ فَإِنِّي آتِيكَ عَنْ قَرِيبٍ وَأُزَحْزِحُ مَنَارَتَكَ مِنْ مَكَانِهَا، إِنْ لَمْ تَتُبْ.
μνημόνευε ; οὖν πόθεν ἐκπέπτωκας καὶ ; μετανόησον καὶ ; ποίησον· τὰ ; ἔργα πρῶτα εἰ ; δὲ ; μή, ἔρχομαί ; σοι τάχει καὶ ; κινήσω τὴν ; λυχνίαν ; σου ἐκ τοῦ ; τόπου ; αὐτῆς, ἐὰν ; μὴ μετανοήσῃς.
فَاذْكُرْ مِنْ أَيْنَ سَقَطْتَ وَتُبْ، وَاعْمَلِ الأَعْمَالَ الأُولَى، وَإِّلاَّ فَإِنِّي آتِيكَ عَنْ قَرِيبٍ وَأُزَحْزِحُ مَنَارَتَكَ مِنْ مَكَانِهَا، إِنْ لَمْ تَتُبْ.
μνημόνευε ; οὖν πόθεν ἐκπέπτωκας καὶ ; μετανόησον καὶ ; ποίησον· τὰ ; ἔργα πρῶτα εἰ ; δὲ ; μή, ἔρχομαί ; σοι τάχει καὶ ; κινήσω τὴν ; λυχνίαν ; σου ἐκ τοῦ ; τόπου ; αὐτῆς, ἐὰν ; μὴ μετανοήσῃς.
فَتُبْ وَإِّلاَّ فَإِنِّي آتِيكَ سَرِيعًا وَأُحَارِبُهُمْ بِسَيْفِ فَمِي.
μετανόησον εἰ ; δὲ ; μή, ἔρχομαί ; σοι ταχὺ καὶ ; πολεμήσω ; μετ᾽ ; αὐτῶν ἐν ; τῇ ; ῥομφαίᾳ τοῦ ; στόματός ; μου.
وَأَعْطَيْتُهَا زَمَانًا لِكَيْ تَتُوبَ عَنْ زِنَاهَا وَلَمْ تَتُبْ.
καὶ ; ἔδωκα ; αὐτῇ χρόνον ἵνα μετανοήσῃ ἐκ τῆς ; πορνείας ; αὐτῆς. καὶ ; οὐ μετενόησεν
وَأَعْطَيْتُهَا زَمَانًا لِكَيْ تَتُوبَ عَنْ زِنَاهَا وَلَمْ تَتُبْ.
καὶ ; ἔδωκα ; αὐτῇ χρόνον ἵνα μετανοήσῃ ἐκ τῆς ; πορνείας ; αὐτῆς. καὶ ; οὐ μετενόησεν
هَا أَنَا أُلْقِيهَا فِي فِرَاشٍ، وَالَّذِينَ يَزْنُونَ مَعَهَا فِي ضِيقَةٍ عَظِيمَةٍ، إِنْ كَانُوا لاَ يَتُوبُونَ عَنْ أَعْمَالِهِمْ.
ἰδοὺ ἐγὼ βάλλω ; αὐτὴν εἰς κλίνην καὶ ; τοὺς μοιχεύοντας μετ᾽ ; αὐτῆς εἰς θλῖψιν μεγάλην, ἐὰν ; μὴ μετανοήσωσιν ἐκ τῶν ; ἔργων ; αὐτῶν
فَاذْكُرْ كَيْفَ أَخَذْتَ وَسَمِعْتَ، وَاحْفَظْ وَتُبْ، فَإِنِّي إِنْ لَمْ تَسْهَرْ، أُقْدِمْ عَلَيْكَ كَلِصٍّ، وَلاَ تَعْلَمُ أَيَّةَ سَاعَةٍ أُقْدِمُ عَلَيْكَ.
μνημόνευε ; οὖν πῶς εἴληφας καὶ ; ἤκουσας, καὶ ; τήρει καὶ ; μετανόησον. ἐὰν ; οὖν μὴ γρηγορήσῃς, ἥξω ἐπί ; σε ὡς ; κλέπτης, καὶ ; οὐ ; μὴ γνῷς ποίαν ὥραν ἥξω ἐπὶ ; σέ.
إِنِّي كُلُّ مَنْ أُحِبُّهُ أُوَبِّخُهُ وَأُؤَدِّبُهُ. فَكُنْ غَيُورًا وَتُبْ.
ἐγὼ ὅσους ἐὰν ; φιλῶ ἐλέγχω καὶ ; παιδεύω. οὖν ζήλωσον καὶ ; μετανόησον.
وَأَمَّا بَقِيَّةُ النَّاسِ الَّذِينَ لَمْ يُقْتَلُوا بِهذِهِ الضَّرَبَاتِ، فَلَمْ يَتُوبُوا عَنْ أَعْمَالِ أَيْدِيهِمْ، حَتَّى لاَ يَسْجُدُوا لِلشَّيَاطِينِ وَأَصْنَامِ الذَّهَبِ وَالْفِضَّةِ وَالنُّحَاسِ وَالْحَجَرِ وَالْخَشَبِ الَّتِي لاَ تَسْتَطِيعُ أَنْ تُبْصِرَ وَلاَ تَسْمَعَ وَلاَ تَمْشِيَ،
καὶ οἱ ; λοιποὶ τῶν ; ἀνθρώπων, οἳ οὐκ ἀπεκτάνθησαν ἐν ; ταύταις, ταῖς ; πληγαῖς οὔτε μετενόησαν ἐκ τῶν ; ἔργων τῶν ; χειρῶν ; αὐτῶν, ἵνα μὴ προσκυνήσωσιν τὰ ; δαιμόνια καὶ ; τὰ ; εἴδωλα τὰ ; χρυσᾶ καὶ ; τὰ ; ἀργυρᾶ καὶ ; τὰ ; χαλκᾶ καὶ ; τὰ ; λίθινα καὶ ; τὰ ; ξύλινα, ἃ οὔτε δύναται βλέπειν οὔτε ἀκούειν οὔτε περιπατεῖν,
وَلاَ تَابُوا عَنْ قَتْلِهِمْ وَلاَ عَنْ سِحْرِهِمْ وَلاَ عَنْ زِنَاهُمْ وَلاَ عَنْ سَرِقَتِهِمْ.
καὶ ; οὐ μετενόησαν ἐκ τῶν ; φόνων ; αὐτῶν οὔτε ἐκ τῶν ; φαρμακειῶν; αὐτῶν οὔτε ἐκ τῆς ; πορνείας ; αὐτῶν οὔτε ἐκ τῶν ; κλεμμάτων ; αὐτῶν.¶