ك
إصحاح
G3003
G3004. légō
G3005
المعنى المختصر للكلمة
légō: properly, to "lay" forth, i.e. (figuratively) relate (in words (usually of systematic or set discourse
اللفظ الأصلي λέγω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق légō (leg-o)
تكرار الورود في الكتاب 1279 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1 properly, to "lay" forth, i.e. (figuratively) relate (in words (usually of systematic or set discourse
2 whereas and generally refer to an individual expression or speech respectively
3 while is properly to break silence merely, and means an extended or random harangue))
4 by implication, to mean
الإنجليزية — KJV Translation Tags
ask bid boast call describe give out name put forth say(-ing, on) shew speak tell utter

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

λέγει (166×) λέγω (156×) λέγων· (123×) λέγοντες· (103×) καὶ ; λέγει (62×) λέγων (45×) λέγοντες (38×) λέγει· (38×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (1279 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَأَمَّا يَسُوعُ فَأَجَابَهُمَا قِائِلاً: قَدْ أَتَتِ السَّاعَةُ لِيَتَمَجَّدَ ابْنُ الإِنْسَانِ.
δὲ ὁ ; Ἰησοῦς ἀπεκρίνατο; αὐτοῖς λέγων· ἐλήλυθεν ἡ ; ὥρα ἵνα ; δοξασθῇ ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου.
اَلْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنْ لَمْ تَقَعْ حَبَّةُ الْحِنْطَةِ فِي الأَرْضِ وَتَمُتْ فَهِيَ تَبْقَى وَحْدَهَا. وَلكِنْ إِنْ مَاتَتْ تَأْتِي بِثَمَرٍ كَثِيرٍ.
ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν· ἐὰν μὴ πεσὼν ὁ ; κόκκος τοῦ ; σίτου εἰς τὴν ; γῆν ἀποθάνῃ, αὐτὸς μένει· μόνος δὲ ἐὰν ἀποθάνῃ, φέρει. καρπὸν πολὺν
فَالْجَمْعُ الَّذِي كَانَ وَاقِفًا وَسَمِعَ، قَالَ: قَدْ حَدَثَ رَعْدٌ.. وَآخَرُونَ قَالُوا: قَدْ كَلَّمَهُ مَلاَكٌ..
ὁ ; οὖν ; ὄχλος ὁ ἑστὼς καὶ ; ἀκούσας ἔλεγεν γεγονέναι. βροντὴν ἄλλοι ἔλεγον· αὐτῷ ; λελάληκεν.¶ ἄγγελος
فَالْجَمْعُ الَّذِي كَانَ وَاقِفًا وَسَمِعَ، قَالَ: قَدْ حَدَثَ رَعْدٌ.. وَآخَرُونَ قَالُوا: قَدْ كَلَّمَهُ مَلاَكٌ..
ὁ ; οὖν ; ὄχλος ὁ ἑστὼς καὶ ; ἀκούσας ἔλεγεν γεγονέναι. βροντὴν ἄλλοι ἔλεγον· αὐτῷ ; λελάληκεν.¶ ἄγγελος
قَالَ هذَا مُشِيرًا إِلَى أَيَّةِ مِيتَةٍ كَانَ مُزْمِعًا أَنْ يَمُوتَ.
δὲ ; ἔλεγεν τοῦτο σημαίνων ποίῳ θανάτῳ ἤμελλεν ἀποθνῄσκειν.¶
فَأَجَابَهُ الْجَمْعُ: نَحْنُ سَمِعْنَا مِنَ النَّامُوسِ أَنَّ الْمَسِيحَ يَبْقَى إِلَى الأَبَدِ، فَكَيْفَ تَقُولُ أَنْتَ إِنَّهُ يَنْبَغِي أَنْ يَرْتَفِعَ ابْنُ الإِنْسَانِ. مَنْ هُوَ هذَا ابْنُ الإِنْسَانِ.
Ἀπεκρίθη ; οὖν ; αὐτῷ ὁ ; ὄχλος· ἡμεῖς ἠκούσαμεν ἐκ τοῦ ; νόμου ὅτι ὁ ; χριστὸς μένει εἰς τὸν ; αἰῶνα, καὶ ; πῶς λέγεις σὺ ὅτι δεῖ ὑψωθῆναι τὸν ; υἱὸν τοῦ ; ἀνθρώπου; τίς ἐστιν οὗτος ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου;¶
فَجَاءَ إِلَى سِمْعَانَ بُطْرُسَ. فَقَالَ لَهُ ذَاكَ: يَا سَيِّدُ، أَنْتَ تَغْسِلُ رِجْلَيَّ.
Ἔρχεται ; οὖν πρὸς Σίμωνα Πέτρον· καὶ ; λέγει αὐτῷ ἐκεῖνος· κύριε, σύ νίπτεις μου ; τοὺς ; πόδας;
قَالَ لَهُ بُطْرُسُ: لَنْ تَغْسِلَ رِجْلَيَّ أَبَدًا. أَجَابَهُ يَسُوعُ: إِنْ كُنْتُ لاَ أَغْسِلُكَ فَلَيْسَ لَكَ مَعِي نَصِيبٌ.
λέγει αὐτῷ Πέτρος· οὐ ; μὴ νίψῃς μου ; τοὺς ; πόδας εἰς ; τὸν ; αἰῶνα.¶ Ἀπεκρίθη ; αὐτῷ· ὁ ; Ἰησοῦς ἐὰν μὴ νίψω ; σε, οὐκ ἔχεις μετ᾽ ; ἐμοῦ. μέρος
قَالَ لَهُ سِمْعَانُ بُطْرُسُ: يَا سَيِّدُ، لَيْسَ رِجْلَيَّ فَقَطْ بَلْ أَيْضًا يَدَيَّ وَرَأْسِي.
λέγει αὐτῷ Σίμων Πέτρος· κύριε, μὴ τοὺς ; πόδας ; μου μόνον ἀλλὰ καὶ τὰς ; χεῖρας καὶ ; τὴν ; κεφαλήν.¶
قَالَ لَهُ يَسُوعُ: الَّذِي قَدِ اغْتَسَلَ لَيْسَ لَهُ حَاجَةٌ إِلاَّ إِلَى غَسْلِ رِجْلَيْهِ، بَلْ هُوَ طَاهِرٌ كُلُّهُ. وَأَنْتُمْ طَاهِرُونَ وَلكِنْ لَيْسَ كُلُّكُمْ.
Λέγει αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς· ὁ λελουμένος οὐκ ἔχει χρείαν εἰ νίψασθαι, τοὺς ; πόδας ἀλλ᾽ ἔστιν καθαρὸς ὅλος· καὶ ; ὑμεῖς ; ἐστε καθαροί ἀλλ᾽ οὐχὶ πάντες.
أَنْتُمْ تَدْعُونَنِي مُعَلِّمًا وَسَيِّدًا، وَحَسَنًا تَقُولُونَ، لأَنِّي أَنَا كَذلِكَ.
ὑμεῖς φωνεῖτέ ; με· ὁ ; διδάσκαλος καὶ ; ὁ ; κύριος, καὶ ; καλῶς λέγετε· γάρ. εἰμὶ
اَلْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّهُ لَيْسَ عَبْدٌ أَعْظَمَ مِنْ سَيِّدِهِ، وَلاَ رَسُولٌ أَعْظَمَ مِنْ مُرْسِلِهِ.
ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν· ἔστιν οὐκ δοῦλος μείζων τοῦ ; κυρίου ; αὐτοῦ οὐδὲ ἀπόστολος μείζων τοῦ ; πέμψαντος ; αὐτόν.
لَسْتُ أَقُولُ عَنْ جَمِيعِكُمْ. أَنَا أَعْلَمُ الَّذِينَ اخْتَرْتُهُمْ. لكِنْ لِيَتِمَّ الْكِتَابُ: اَلَّذِي يَأْكُلُ مَعِي الْخُبْزَ رَفَعَ عَلَيَّ عَقِبَهُ.
οὐ λέγω· περὶ πάντων ; ὑμῶν ἐγὼ οἶδα οὓς ἐξελεξάμην· ἀλλ᾽ ἵνα ; πληρωθῇ· ἡ ; γραφὴ ὁ τρώγων μετ᾽ ; ἐμοῦ τὸν ; ἄρτον ἐπῆρεν ἐπ᾽ ; ἐμὲ τὴν ; πτέρναν ; αὐτοῦ.¶
أَقُولُ لَكُمُ الآنَ قَبْلَ أَنْ يَكُونَ، حَتَّى مَتَى كَانَ تُؤْمِنُونَ أَنِّي أَنَا هُوَ.
λέγω ὑμῖν ἄρτι πρὸ τοῦ ; γενέσθαι, ἵνα ὅταν γένηται πιστεύσητε ὅτι ἐγώ εἰμι.
اَلْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمُ: الَّذِي يَقْبَلُ مَنْ أُرْسِلُهُ يَقْبَلُنِي، وَالَّذِي يَقْبَلُنِي يَقْبَلُ الَّذِي أَرْسَلَنِي.
ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν· ὁ λαμβάνων ἐάν; τινα πέμψω, ἐμὲ ; λαμβάνει· ὁ ; δὲ ἐμὲ ; λαμβάνων, λαμβάνει τὸν πέμψαντά ; με.¶
لَمَّا قَالَ يَسُوعُ هذَا اضْطَرَبَ بِالرُّوحِ، وَشَهِدَ وَقَالَ: الْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّ وَاحِدًا مِنْكُمْ سَيُسَلِّمُنِي..
εἰπὼν ὁ ; Ἰησοῦς Ταῦτα ἐταράχθη τῷ ; πνεύματι καὶ ; ἐμαρτύρησεν καὶ ; εἶπεν· ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι εἷς ἐξ ; ὑμῶν παραδώσει ; με.
فَكَانَ التَّلاَمِيذُ يَنْظُرُونَ بَعْضُهُمْ إِلَى بَعْضٍ وَهُمْ مُحْتَارُونَ فِي مَنْ قَالَ عَنْهُ.
οὖν οἱ ; μαθηταί, ἔβλεπον ἀλλήλους ; εἰς ἀπορούμενοι περὶ τίνος λέγει.¶
فَأَوْمَأَ إِلَيْهِ سِمْعَانُ بُطْرُسُ أَنْ يَسْأَلَ مَنْ عَسَى أَنْ يَكُونَ الَّذِي قَالَ عَنْهُ.
νεύει ; οὖν τούτῳ Σίμων Πέτρος πυθέσθαι τίς ἂν εἴη οὗ λέγει. περὶ
فَاتَّكَأَ ذَاكَ عَلَى صَدْرِ يَسُوعَ وَقَالَ لَهُ: يَا سَيِّدُ، مَنْ هُوَ.
ἐπιπεσὼν; δὲ ἐκεῖνος ἐπὶ τὸ ; στῆθος τοῦ ; Ἰησοῦ λέγει αὐτῷ· κύριε, τίς ἐστιν;
لأَنَّ قَوْمًا، إِذْ كَانَ الصُّنْدُوقُ مَعَ يَهُوذَا، ظَنُّوا أَنَّ يَسُوعَ قَالَ لَهُ: اشْتَرِ مَا نَحْتَاجُ إِلَيْهِ لِلْعِيدِ، أَوْ أَنْ يُعْطِيَ شَيْئًا لِلْفُقَرَاءِ.
γὰρ τινὲς ἐπεὶ τὸ ; γλωσσόκομον εἶχεν ὁ ; Ἰούδας, ἐδόκουν, ὁ ; Ἰησοῦς· ὅτι ; λέγει αὐτῷ ἀγόρασον ὧν χρείαν ; ἔχομεν εἰς ; τὴν ; ἑορτήν, ἢ ἵνα δῷ. τι τοῖς ; πτωχοῖς
فَلَمَّا خَرَجَ قَالَ يَسُوعُ: الآنَ تَمَجَّدَ ابْنُ الإِنْسَانِ وَتَمَجَّدَ اللهُ فِيهِ.
Ὅτε ; οὖν ἐξῆλθεν, λέγει ὁ ; Ἰησοῦς· νῦν ἐδοξάσθη ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου, καὶ ; ἐδοξάσθη ὁ ; θεὸς ἐν ; αὐτῷ,
يَا أَوْلاَدِي، أَنَا مَعَكُمْ زَمَانًا قَلِيلاً بَعْدُ. سَتَطْلُبُونَنِي، وَكَمَا قُلْتُ لِلْيَهُودِ: حَيْثُ أَذْهَبُ أَنَا لاَ تَقْدِرُونَ أَنْتُمْ أَنْ تَأْتُوا، أَقُولُ لَكُمْ أَنْتُمُ الآنَ.
τεκνία, εἰμι. μεθ᾽ ; ὑμῶν μικρὸν ἔτι ζητήσετέ ; με, καὶ ; καθὼς εἶπον τοῖς ; Ἰουδαίοις ὅτι ; ὅπου ὑπάγω, ἐγὼ οὐ δύνασθε ὑμεῖς ἐλθεῖν, λέγω ὑμῖν ἄρτι.¶
قَالَ لَهُ سِمْعَانُ بُطْرُسُ: يَا سَيِّدُ، إِلَى أَيْنَ تَذْهَبُ. أَجَابَهُ يَسُوعُ: حَيْثُ أَذْهَبُ لاَ تَقْدِرُ الآنَ أَنْ تَتْبَعَنِي، وَلكِنَّكَ سَتَتْبَعُنِي أَخِيرًا.
λέγει αὐτῷ Σίμων Πέτρος· κύριε, ποῦ ὑπάγεις; ἀπεκρίθη ; αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς· ὅπου ὑπάγω οὐ δύνασαί νῦν μοι ; ἀκολουθῆσαι· δὲ ἀκολουθήσεις ; μοι. ὕστερον
قَالَ لَهُ بُطْرُسُ: يَا سَيِّدُ، لِمَاذَا لاَ أَقْدِرُ أَنْ أَتْبَعَكَ الآنَ. إِنِّي أَضَعُ نَفْسِي عَنْكَ..
λέγει αὐτῷ ὁ ; Πέτρος· κύριε, διὰ ; τί οὐ δύναμαί σοι ; ἀκολουθῆσαι ἄρτι; θήσω. τὴν ; ψυχήν ; μου ὑπὲρ ; σοῦ
أَجَابَهُ يَسُوعُ: أَتَضَعُ نَفْسَكَ عَنِّي. اَلْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكَ: لاَ يَصِيحُ الدِّيكُ حَتَّى تُنْكِرَنِي ثَلاَثَ مَرَّاتٍ.
Ἀπεκρίθη; αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς· θήσεις; τὴν ; ψυχήν ; σου ὑπὲρ ; ἐμοῦ ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι· οὐ ; μὴ φωνήσει ἀλέκτωρ ἕως ; οὗ ἀπαρνήσῃ; με τρίς.¶
قَالَ لَهُ تُومَا: يَا سَيِّدُ، لَسْنَا نَعْلَمُ أَيْنَ تَذْهَبُ، فَكَيْفَ نَقْدِرُ أَنْ نَعْرِفَ الطَّرِيقَ.
Λέγει αὐτῷ Θωμᾶς· κύριε, οὐκ οἴδαμεν ποῦ ὑπάγεις· καὶ ; πῶς δυνάμεθα εἰδέναι; τὴν ; ὁδὸν
قَالَ لَهُ يَسُوعُ: أَنَا هُوَ الطَّرِيقُ وَالْحَقُّ وَالْحَيَاةُ. لَيْسَ أَحَدٌ يَأْتِي إِلَى الآبِ إِلاَّ بِي.
λέγει αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς· ἐγώ εἰμι ἡ ; ὁδὸς καὶ ; ἡ ; ἀλήθεια καὶ ; ἡ ; ζωή. οὐδεὶς ἔρχεται πρὸς τὸν ; πατέρα εἰ ; μὴ δι᾽ ; ἐμοῦ.
قَالَ لَهُ فِيلُبُّسُ: يَا سَيِّدُ، أَرِنَا الآبَ وَكَفَانَا.
λέγει αὐτῷ Φίλιππος· κύριε, δεῖξον ; ἡμῖν τὸν ; πατέρα, καὶ ; ἀρκεῖ ; ἡμῖν.
قَالَ لَهُ يَسُوعُ: أَنَا مَعَكُمْ زَمَانًا هذِهِ مُدَّتُهُ وَلَمْ تَعْرِفْنِي يَا فِيلُبُّسُ. اَلَّذِي رَآنِي فَقَدْ رَأَى الآبَ، فَكَيْفَ تَقُولُ أَنْتَ: أَرِنَا الآبَ.
λέγει αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς· εἰμι, μεθ᾽ ; ὑμῶν χρόνον Τοσοῦτον καὶ ; οὐκ ἔγνωκάς ; με, Φίλιππε; ὁ ἑωρακὼς ; ἐμὲ ἑώρακεν τὸν ; πατέρα· καὶ ; πῶς λέγεις· σὺ δεῖξον ; ἡμῖν τὸν ; πατέρα;
قَالَ لَهُ يَسُوعُ: أَنَا مَعَكُمْ زَمَانًا هذِهِ مُدَّتُهُ وَلَمْ تَعْرِفْنِي يَا فِيلُبُّسُ. اَلَّذِي رَآنِي فَقَدْ رَأَى الآبَ، فَكَيْفَ تَقُولُ أَنْتَ: أَرِنَا الآبَ.
λέγει αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς· εἰμι, μεθ᾽ ; ὑμῶν χρόνον Τοσοῦτον καὶ ; οὐκ ἔγνωκάς ; με, Φίλιππε; ὁ ἑωρακὼς ; ἐμὲ ἑώρακεν τὸν ; πατέρα· καὶ ; πῶς λέγεις· σὺ δεῖξον ; ἡμῖν τὸν ; πατέρα;