ك
إصحاح
G2596
G2597. katabaínō
G2598
المعنى المختصر للكلمة
katabaínō: to descend (literally or figuratively)
اللفظ الأصلي καταβαίνω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق katabaínō (kat-ab-ah-ee-no)
تكرار الورود في الكتاب 74 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

to descend (literally or figuratively)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
come (get, go, step) down fall (down)

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

κατέβη (8×) καταβαῖνον (7×) καὶ ; κατέβη (4×) κατέβησαν (4×) καταβάτω (4×) κατέβαινεν (3×) κατάβηθι (3×) καταβὰς (3×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (74 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
هذَا إِذْ سَمِعَ أَنَّ يَسُوعَ قَدْ جَاءَ مِنَ الْيَهُودِيَّةِ إِلَى الْجَلِيلِ، انْطَلَقَ إِلَيْهِ وَسَأَلَهُ أَنْ يَنْزِلَ وَيَشْفِيَ ابْنَهُ لأَنَّهُ كَانَ مُشْرِفًا عَلَى الْمَوْتِ.
οὗτος ἀκούσας ὅτι Ἰησοῦς ἥκει ἐκ τῆς ; Ἰουδαίας εἰς τὴν ; Γαλιλαίαν, ἀπῆλθεν πρὸς ; αὐτὸν καὶ ; ἠρώτα ; αὐτὸν ἵνα καταβῇ καὶ ; ἰάσηται αὐτοῦ ; τὸν ; υἱόν· γὰρ ἤμελλεν ἀποθνῄσκειν.
قَالَ لَهُ خَادِمُ الْمَلِكِ: يَا سَيِّدُ، انْزِلْ قَبْلَ أَنْ يَمُوتَ ابْنِي.
λέγει πρὸς ; αὐτὸν ὁ ; βασιλικός· κύριε, κατάβηθι πρὶν ἀποθανεῖν τὸ ; παιδίον ; μου.¶
وَفِيمَا هُوَ نَازِلٌ اسْتَقْبَلَهُ عَبِيدُهُ وَأَخْبَرُوهُ قَائِلِينَ: إِنَّ ابْنَكَ حَيٌّ.
ἤδη ; δὲ αὐτοῦ καταβαίνοντος ἀπήντησαν; αὐτῷ οἱ ; δοῦλοι ; αὐτοῦ καὶ ; ἀπήγγειλαν λέγοντες ὅτι ὁ ; παῖς ; σου ζῇ.
لأَنَّ مَلاَكًا كَانَ يَنْزِلُ أَحْيَانًا فِي الْبِرْكَةِ وَيُحَرِّكُ الْمَاءَ. فَمَنْ نَزَلَ أَوَّلاً بَعْدَ تَحْرِيكِ الْمَاءِ كَانَ يَبْرَأُ مِنْ أَيِّ مَرَضٍ اعْتَرَاهُ.
γὰρ ἄγγελος κατέβαινεν κατὰ ; καιρὸν ἐν τῇ ; κολυμβήθρᾳ, καὶ ; ἐτάρασσε τὸ ; ὕδωρ· ὁ ; οὖν ἐμβὰς πρῶτος μετὰ τὴν ; ταραχὴν τοῦ ; ὕδατος, ἐγίνετο, ὑγιὴς ᾧ δήποτε νοσήματι.¶ κατειχετο
أَجَابَهُ الْمَرِيضُ: يَا سَيِّدُ، لَيْسَ لِي إِنْسَانٌ يُلْقِينِي فِي الْبِرْكَةِ مَتَى تَحَرَّكَ الْمَاءُ. بَلْ بَيْنَمَا أَنَا آتٍ، يَنْزِلُ قُدَّامِي آخَرُ.
ἀπεκρίθη ; αὐτῷ ὁ ; ἀσθενῶν· κύριε, οὐκ ἔχω ἄνθρωπον ἵνα ; βάλλῃ; με εἰς τὴν ; κολυμβήθραν· ὅταν ταραχθῇ τὸ ; ὕδωρ δὲ ἐν ; ᾧ ἐγώ, ἔρχομαι καταβαίνει. πρὸ ; ἐμοῦ ἄλλος
وَلَمَّا كَانَ الْمَسَاءُ نَزَلَ تَلاَمِيذُهُ إِلَى الْبَحْرِ،
Ὡς ; δὲ ἐγένετο, ὀψία κατέβησαν οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ ἐπὶ τὴν ; θάλασσαν,
لأَنَّ خُبْزَ اللهِ هُوَ النَّازِلُ مِنَ السَّمَاءِ الْوَاهِبُ حَيَاةً لِلْعَالَمِ.
γὰρ ὁ ; ἄρτος τοῦ ; θεοῦ ἐστιν ὁ ; καταβαίνων ἐκ τοῦ ; οὐρανοῦ καὶ ; διδοὺς ζωὴν τῷ ; κόσμῳ.¶
لأَنِّي قَدْ نَزَلْتُ مِنَ السَّمَاءِ، لَيْسَ لأَعْمَلَ مَشِيئَتِي، بَلْ مَشِيئَةَ الَّذِي أَرْسَلَنِي.
ὅτι καταβέβηκα ἐκ τοῦ ; οὐρανοῦ οὐχ ἵνα ; ποιῶ θέλημα ; ἐμὸν ; τὸ ; τὸ ἀλλὰ τὸ ; θέλημα τοῦ πέμψαντός ; με.
فَكَانَ الْيَهُودُ يَتَذَمَّرُونَ عَلَيْهِ لأَنَّهُ قَالَ: أَنَا هُوَ الْخُبْزُ الَّذِي نَزَلَ مِنَ السَّمَاءِ.
οὖν οἱ ; Ἰουδαῖοι Ἐγόγγυζον περὶ ; αὐτοῦ ὅτι εἶπεν· ἐγώ εἰμι ὁ ; ἄρτος ὁ ; καταβὰς ἐκ τοῦ ; οὐρανοῦ·
وَقَالُوا: أَلَيْسَ هذَا هُوَ يَسُوعَ بْنَ يُوسُفَ، الَّذِي نَحْنُ عَارِفُونَ بِأَبِيهِ وَأُمِّهِ. فَكَيْفَ يَقُولُ هذَا: إِنِّي نَزَلْتُ مِنَ السَّمَاءِ.
καὶ ; ἔλεγον· Οὐχὶ οὗτός ἐστιν Ἰησοῦς ὁ ; υἱὸς Ἰωσήφ, οὗ ἡμεῖς οἴδαμεν τὸν ; πατέρα καὶ ; τὴν ; μητέρα; πῶς ; οὖν λέγει οὗτος ὅτι ; καταβέβηκα;¶ ἐκ τοῦ ; οὐρανοῦ
هذَا هُوَ الْخُبْزُ النَّازِلُ مِنَ السَّمَاءِ، لِكَيْ يَأْكُلَ مِنْهُ الإِنْسَانُ وَلاَ يَمُوتَ.
οὗτός ἐστιν ὁ ; ἄρτος ὁ ; καταβαίνων, ἐκ τοῦ ; οὐρανοῦ ἵνα φάγῃ ἐξ ; αὐτοῦ τις καὶ ; μὴ ἀποθάνῃ.¶
أَنَا هُوَ الْخُبْزُ الْحَيُّ الَّذِي نَزَلَ مِنَ السَّمَاءِ. إِنْ أَكَلَ أَحَدٌ مِنْ هذَا الْخُبْزِ يَحْيَا إِلَى الأَبَدِ. وَالْخُبْزُ الَّذِي أَنَا أُعْطِي هُوَ جَسَدِي الَّذِي أَبْذِلُهُ مِنْ أَجْلِ حَيَاةِ الْعَالَمِ.
Ἐγώ εἰμι ὁ ; ἄρτος ὁ ; ζῶν ὁ καταβάς· ἐκ τοῦ ; οὐρανοῦ ἐάν φάγῃ τις ἐκ τούτου τοῦ ; ἄρτου, ζήσεται εἰς τὸν ; αἰῶνα. καὶ ; ὁ ; ἄρτος ὃν ἐγὼ δώσω ἐστιν ἡ ; σάρξ ; μού ἣν ἐγὼ ; δώσω ὑπὲρ τῆς ; ζωῆς.¶ τοῦ ; κόσμου
هذَا هُوَ الْخُبْزُ الَّذِي نَزَلَ مِنَ السَّمَاءِ. لَيْسَ كَمَا أَكَلَ آبَاؤُكُمُ الْمَنَّ وَمَاتُوا. مَنْ يَأْكُلْ هذَا الْخُبْزَ فَإِنَّهُ يَحْيَا إِلَى الأَبَدِ.
οὗτός ἐστιν ὁ ; ἄρτος ὁ καταβάς, ἐξ τοῦ ; οὐρανοῦ οὐ καθὼς ἔφαγον οἱ ; πατέρες ; ὑμῶν τὸ ; μάννα καὶ ; ἀπέθανον· ὁ τρώγων τοῦτον τὸν ; ἄρτον ζήσεται εἰς τὸν ; αἰῶνα.¶
إِنِّي لَقَدْ رَأَيْتُ مَشَقَّةَ شَعْبِي الَّذِينَ فِي مِصْرَ، وَسَمِعْتُ أَنِينَهُمْ وَنَزَلْتُ لأُنْقِذَهُمْ. فَهَلُمَّ الآنَ أُرْسِلُكَ إِلَى مِصْرَ.
ἰδὼν ; εἶδον τὴν ; κάκωσιν τοῦ ; λαοῦ ; μου τοῦ ἐν Αἰγύπτῳ ἤκουσα· ; καὶ τοῦ ; στεναγμοῦ ; αὐτῶν καὶ ; κατέβην ἐξελέσθαι ; αὐτούς· καὶ ; δεῦρο νῦν ἀποστελῶ; σε εἰς Αἴγυπτον.¶
اللَّذَيْنِ لَمَّا نَزَلاَ صَلَّيَا لأَجْلِهِمْ لِكَيْ يَقْبَلُوا الرُّوحَ الْقُدُسَ،
οἵτινες καταβάντες προσηύξαντο περὶ ; αὐτῶν ὅπως λάβωσιν πνεῦμα ἅγιον.
ثُمَّ إِنَّ مَلاَكَ الرَّبِّ كَلَّمَ فِيلُبُّسَ قِائِلاً: قُمْ وَاذْهَبْ نَحْوَ الْجَنُوبِ، عَلَى الطَّرِيقِ الْمُنْحَدِرَةِ مِنْ أُورُشَلِيمَ إِلَى غَزَّةَ الَّتِي هِيَ بَرِّيَّةٌ.
δὲ Ἄγγελος κυρίου ἐλάλησεν πρὸς ; Φίλιππον λέγων· ἀνάστηθι καὶ ; πορεύου κατὰ μεσημβρίαν ἐπὶ τὴν ; ὁδὸν τὴν ; καταβαίνουσαν ἀπὸ Ἰερουσαλὴμ εἰς Γάζαν· αὕτη ἐστὶν ἔρημος.
فَأَمَرَ أَنْ تَقِفَ الْمَرْكَبَةُ، فَنَزَلاَ كِلاَهُمَا إِلَى الْمَاءِ، فِيلُبُّسُ وَالْخَصِيُّ، فَعَمَّدَهُ.
καὶ ; ἐκέλευσεν στῆναι τὸ ; ἅρμα, καὶ ; κατέβησαν ἀμφότεροι εἰς τὸ ; ὕδωρ, ὅ ; τε ; Φίλιππος καὶ ; ὁ ; εὐνοῦχος, καὶ ; ἐβάπτισεν ; αὐτόν.
فَرَأَى السَّمَاءَ مَفْتُوحَةً، وَإِنَاءً نَازِلاً عَلَيْهِ مِثْلَ مُلاَءَةٍ عَظِيمَةٍ مَرْبُوطَةٍ بِأَرْبَعَةِ أَطْرَافٍ وَمُدَّلاَةٍ عَلَى الأَرْضِ.
καὶ ; θεωρεῖ τὸν ; οὐρανὸν ἀνεῳγμένον σκεῦός ; τι ; καὶ καταβαῖνον ἐπ᾽ ; αὐτὸν ὡς ὀθόνην μεγάλην δεδεμένον τέσσαρσιν ἀρχαῖς καὶ ; καθιέμενον ἐπὶ τῆς ; γῆς·
لكِنْ قُمْ وَانْزِلْ وَاذْهَبْ مَعَهُمْ غَيْرَ مُرْتَابٍ لأَنِّي أَنَا قَدْ أَرْسَلْتُهُمْ.
ἀλλ᾽ ἀναστὰς κατάβηθι καὶ ; πορεύου σὺν ; αὐτοῖς μηδὲν διακρινόμενος, διότι ἐγὼ ἀπέσταλκα ; αὐτούς.
أَنَا كُنْتُ فِي مَدِينَةِ يَافَا أُصَلِّي، فَرَأَيْتُ فِي غَيْبَةٍ رُؤْيَا: إِنَاءً نَازِلاً مِثْلَ مُلاَءَةٍ عَظِيمَةٍ مُدَّلاَةٍ بِأَرْبَعَةِ أَطْرَافٍ مِنَ السَّمَاءِ، فَأَتَى إِلَيَّ.
ἐγὼ ἤμην ἐν πόλει Ἰόππῃ προσευχόμενος καὶ ; εἶδον ἐν ἐκστάσει ὅραμα σκεῦός ; τι καταβαῖνον ὡς ὀθόνην μεγάλην καθιεμένην τέσσαρσιν ἀρχαῖς ἐκ τοῦ ; οὐρανοῦ, καὶ ; ἦλθεν ἄχρι ; ἐμοῦ·
فَالْجُمُوعُ لَمَّا رَأَوْا مَا فَعَلَ بُولُسُ، رَفَعُوا صَوْتَهُمْ بِلُغَةِ لِيكَأُونِيَّةَ قَائِلِينَ: إِنَّ الآلِهَةَ تَشَبَّهُوا بِالنَّاسِ وَنَزَلُوا إِلَيْنَا.
οἵ ; δὲ; ὄχλοι ἰδόντες ὃ ἐποίησεν ὁ ; Παῦλος ἐπῆραν τὴν ; φωνὴν ; αὐτῶν Λυκαονιστὶ λέγοντες· οἱ ; θεοὶ ὁμοιωθέντες ἀνθρώποις κατέβησαν πρὸς ; ἡμᾶς·
وَتَكَلَّمَا بِالْكَلِمَةِ فِي بَرْجَةَ، ثُمَّ نَزَلاَ إِلَى أَتَّالِيَةَ.
καὶ ; λαλήσαντες τὸν ; λόγον ἐν Πέργῃ κατέβησαν εἰς Ἀττάλειαν·
فَمَرُّوا عَلَى مِيسِيَّا وَانْحَدَرُوا إِلَى تَرُوَاسَ.
παρελθόντες ; δὲ τὴν ; Μυσίαν κατέβησαν εἰς Τρῳάδα.
وَلَمَّا نَزَلَ فِي قَيْصَرِيَّةَ صَعِدَ وَسَلَّمَ عَلَى الْكَنِيسَةِ، ثُمَّ انْحَدَرَ إِلَى أَنْطَاكِيَةَ.
καὶ κατελθὼν εἰς Καισάρειαν, ἀναβὰς καὶ ; ἀσπασάμενος τὴν ; ἐκκλησίαν κατέβη εἰς Ἀντιόχειαν·
وَلَمَّا حَدَثَتْ مُنَازَعَةٌ كَثِيرَةٌ اخْتَشَى الأَمِيرُ أَنْ يَفْسَخُوا بُولُسَ، فَأَمَرَ الْعَسْكَرَ أَنْ يَنْزِلُوا وَيَخْتَطِفُوهُ مِنْ وَسْطِهِمْ وَيَأْتُوا بِهِ إِلَى الْمُعَسْكَرِ.
δὲ γενομένης στάσεως, πολλῆς εὐλαβηθεὶς ὁ ; χιλίαρχος μὴ ; διασπασθῇ ; ὑπ᾽ ; αὐτῶν ὁ ; Παῦλος ἐκέλευσεν τὸ ; στράτευμα καταβὰν καὶ ; ἁρπάσαι ; αὐτὸν ἐκ μέσου ; αὐτῶν, ἄγειν ; τε εἰς τὴν ; παρεμβολήν.¶
وَبَعْدَ خَمْسَةِ أَيَّامٍ انْحَدَرَ حَنَانِيَّا رَئِيسُ الْكَهَنَةِ مَعَ الشُّيُوخِ وَخَطِيبٍ اسْمُهُ تَرْتُلُّسُ. فَعَرَضُوا لِلْوَالِي ضِدَّ بُولُسَ.
Μετὰ ; δὲ πέντε ἡμέρας κατέβη Ἁνανίας ὁ ; ἀρχιερεὺς μετὰ τῶν ; πρεσβυτέρων καὶ ; ῥήτορος ; τινός, Τερτύλλου οἵτινες ; ἐνεφάνισαν τῷ ; ἡγεμόνι κατὰ τοῦ ; Παύλου.
فَلَمَّا سَمِعَ هذَا فِيلِكْسُ أَمْهَلَهُمْ، إِذْ كَانَ يَعْلَمُ بِأَكْثَرِ تَحْقِيق أُمُورَ هذَا الطَّرِيقِ، قَائِلاً: مَتَى انْحَدَرَ لِيسِيَاسُ الأَمِيرُ أَفْحَصُ عَنْ أُمُورِكُمْ.
Ἀκούσας ταῦτα ὁ ; Φῆλιξ Ἀνεβάλετο ; δὲ ; αὐτοὺς εἰδὼς ἀκριβέστερον τὰ ; περὶ τῆς ; ὁδοῦ εἴπας· ὅταν καταβῇ, Λυσίας ὁ ; χιλίαρχος διαγνώσομαι τὰ ; καθ᾽ ; ὑμᾶς.
وَبَعْدَ مَا صَرَفَ عِنْدَهُمْ أَكْثَرَ مِنْ عَشَرَةِ أَيَّامٍ انْحَدَرَ إِلَى قَيْصَرِيَّةَ. وَفِي الْغَدِ جَلَسَ عَلَى كُرْسِيِّ الْوِلاَيَةِ وَأَمَرَ أَنْ يُؤْتَى بِبُولُسَ.
διατρίψας ; δὲ ἐν ; αὐτοῖς πλείους δέκα, ἡμέρας καταβὰς εἰς Καισάρειαν, τῇ ; ἐπαύριον καθίσας ἐπὶ τοῦ ; βήματος ἐκέλευσεν ἀχθῆναι.¶ τὸν ; Παῦλον
فَلَمَّا حَضَرَ، وَقَفَ حَوْلَهُ الْيَهُودُ الَّذِينَ كَانُوا قَدِ انْحَدَرُوا مِنْ أُورُشَلِيمَ، وَقَدَّمُوا عَلَى بُولُسَ دَعَاوِيَ كَثِيرَةً وَثَقِيلَةً لَمْ يَقْدِرُوا أَنْ يُبَرْهِنُوهَا.
Παραγενομένου ; δὲ ; αὐτοῦ περιέστησαν ; αὐτὸν οἱ ; Ἰουδαῖοι αὐτὸν ; καταβεβηκότες ἀπὸ Ἱεροσολύμων φέροντες κατὰ τοῦ ; Παῦλου, αἰτιώματα πολλὰ καὶ ; βαρέα ἃ ; οὐκ ἴσχυον ἀποδεῖξαι,
أَوْ: مَنْ يَهْبِطُ إِلَى الْهَاوِيَةِ. أَيْ لِيُصْعِدَ الْمَسِيحَ مِنَ الأَمْوَاتِ
ἢ τίς καταβήσεται εἰς τὴν ; ἄβυσσον; τοῦτ᾽ ; ἔστιν ἀναγαγεῖν. Χριστὸν ἐκ νεκρῶν