ك
إصحاح
G2287
G2288. thánatos
G2289
المعنى المختصر للكلمة
thánatos: (properly, an adjective used as a noun) death (literally or figuratively)
اللفظ الأصلي θάνατος
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق thánatos (than-at-os)
تكرار الورود في الكتاب 113 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

(properly, an adjective used as a noun) death (literally or figuratively)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
X deadly (be…) death

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

θανάτου (25×) ὁ ; θάνατος (12×) τοῦ ; θανάτου (9×) θάνατον (8×) θανάτῳ (8×) θάνατος (4×) θανάτου. (4×) διὰ ; τοῦ ; θανάτου (3×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (113 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
الشَّعْبُ الْجَالِسُ فِي ظُلْمَةٍ أَبْصَرَ نُورًا عَظِيمًا، وَالْجَالِسُونَ فِي كُورَةِ الْمَوْتِ وَظِلاَلِهِ أَشْرَقَ عَلَيْهِمْ نُورٌ.
ὁ ; λαὸς ὁ ; καθήμενος ἐν σκότει εἶδεν φῶς μέγα, καὶ ; τοῖς ; καθημένοις ἐν χώρᾳ θανάτου καὶ ; σκιᾷ ἀνέτειλεν αὐτοῖς.¶ φῶς
متى 10: 21 Mat.10.21
وَسَيُسْلِمُ الأَخُ أَخَاهُ إِلَى الْمَوْتِ، وَالأَبُ وَلَدَهُ، وَيَقُومُ الأَوْلاَدُ عَلَى وَالِدِيهِمْ وَيَقْتُلُونَهُمْ،
Παραδώσει ; δὲ ἀδελφὸς ἀδελφὸν εἰς θάνατον καὶ ; πατὴρ τέκνον· καὶ ; ἐπαναστήσονται τέκνα ἐπὶ γονεῖς καὶ ; θανατώσουσιν ; αὐτούς.
فَإِنَّ اللهَ أَوْصَى قَائِلاً: أَكْرِمْ أَبَاكَ وَأُمَّكَ، وَمَنْ يَشْتِمْ أَبًا أَوْ أُمًّا فَلْيَمُتْ مَوْتًا.
γὰρ ὁ ; θεὸς ἐνετείλατο λέγων· τίμα τὸν ; πατέρα ; σοῦ καὶ ; τὴν ; μητέρα, καὶ ; ὁ κακολογῶν πατέρα ἢ μητέρα τελευτάτω. θανάτῳ
متى 16: 28 Mat.16.28
اَلْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّ مِنَ الْقِيَامِ ههُنَا قَوْمًا لاَ يَذُوقُونَ الْمَوْتَ حَتَّى يَرَوُا ابْنَ الإِنْسَانِ آتِيًا فِي مَلَكُوتِهِ.
Ἀμὴν λέγω ὑμῖν εἰσίν τῶν ἑστώτων ὧδε τινες οἵτινες ; οὐ ; μὴ γεύσωνται θανάτου ἕως ; ἂν ἴδωσιν τὸν ; υἱὸν τοῦ ; ἀνθρώπου ἐρχόμενον ἐν τῇ ; βασιλείᾳ ; αὐτοῦ.¶
متى 20: 18 Mat.20.18
هَا نَحْنُ صَاعِدُونَ إِلَى أُورُشَلِيمَ، وَابْنُ الإِنْسَانِ يُسَلَّمُ إِلَى رُؤَسَاءِ الْكَهَنَةِ وَالْكَتَبَةِ، فَيَحْكُمُونَ عَلَيْهِ بِالْمَوْتِ،
ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα, καὶ ; ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου παραδοθήσεται τοῖς ; ἀρχιερεῦσιν καὶ ; γραμματεῦσιν, καὶ ; κατακρινοῦσιν αὐτὸν θανάτῳ
متى 26: 38 Mat.26.38
فَقَالَ لَهُمْ: نَفْسِي حَزِينَةٌ جِدًّا حَتَّى الْمَوْتِ. اُمْكُثُوا ههُنَا وَاسْهَرُوا مَعِي.
Τότε ; λέγει αὐτοῖς ἡ ; ψυχή ; μου περίλυπός ; ἐστιν ἕως θανάτου· μείνατε ὧδε καὶ ; γρηγορεῖτε μετ᾽ ; ἐμοῦ.¶
متى 26: 66 Mat.26.66
مَاذَا تَرَوْنَ. فَأَجَابُوا وَقَالوُا: إِنَّهُ مُسْتَوْجِبُ الْمَوْتِ.
τί ὑμῖν ; δοκεῖ; δὲ ; ἀποκριθέντες εἶπαν· ; οἱ ἐστίν.¶ ἔνοχος θανάτου
لأَنَّ مُوسَى قَالَ: أَكْرِمْ أَبَاكَ وَأُمَّكَ، وَمَنْ يَشْتِمُ أَبًا أَوْ أُمًّا فَلْيَمُتْ مَوْتًا.
γὰρ Μωϋσῆς εἶπεν· τίμα τὸν ; πατέρα ; σου καὶ ; τὴν ; μητέρα ; σου, καὶ ; ὁ κακολογῶν πατέρα ἢ μητέρα τελευτάτω. θανάτῳ
هَا نَحْنُ صَاعِدُونَ إِلَى أُورُشَلِيمَ، وَابْنُ الإِنْسَانِ يُسَلَّمُ إِلَى رُؤَسَاءِ الْكَهَنَةِ وَالْكَتَبَةِ، فَيَحْكُمُونَ عَلَيْهِ بِالْمَوْتِ، وَيُسَلِّمُونَهُ إِلَى الأُمَمِ،
ὅτι ; ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα, καὶ ; ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου παραδοθήσεται τοῖς ἀρχιερεῦσιν καὶ ; τοῖς ; γραμματεῦσιν, καὶ ; κατακρινοῦσιν αὐτὸν θανάτῳ καὶ ; παραδώσουσιν ; αὐτὸν τοῖς ἔθνεσιν
وَسَيُسْلِمُ الأَخُ أَخَاهُ إِلَى الْمَوْتِ، وَالأَبُ وَلَدَهُ، وَيَقُومُ الأَوْلاَدُ عَلَى وَالِدِيهِمْ وَيَقْتُلُونَهُمْ.
παραδώσει ; δὲ ἀδελφὸς ἀδελφὸν εἰς θάνατον καὶ ; πατὴρ τέκνον, καὶ ; ἐπαναστήσονται τέκνα ἐπὶ γονεῖς καὶ ; θανατώσουσιν ; αὐτούς.
فَقَالَ لَهُمْ: نَفْسي حَزِينَةٌ جِدًّا حَتَّى الْمَوْتِ. اُمْكُثُوا هُنَا وَاسْهَرُوا.
καὶ ; λέγει αὐτοῖς· ἡ ; ψυχή ; μου περίλυπός ; ἐστιν ἕως θανάτου. μείνατε ὧδε καὶ ; γρηγορεῖτε.
قَدْ سَمِعْتُمُ التَّجَادِيفَ. مَا رَأْيُكُمْ. فَالْجَمِيعُ حَكَمُوا عَلَيْهِ أَنَّهُ مُسْتَوْجِبُ الْمَوْتِ.
ἠκούσατε τῆς ; βλασφημίας· τί ὑμῖν ; φαίνεται; δὲ ; πάντες κατέκριναν αὐτὸν εἶναι ἔνοχον θανάτου.
لِيُضِيءَ عَلَى الْجَالِسِينَ فِي الظُّلْمَةِ وَظِلاَلِ الْمَوْتِ، لِكَيْ يَهْدِيَ أَقْدَامَنَا فِي طَرِيقِ السَّلاَمِ.
ἐπιφᾶναι τοῖς ; καθημένοις, ἐν σκότει καὶ ; σκιᾷ θανάτου κατευθῦναι τοὺς ; πόδας ; ἡμῶν εἰς ὁδὸν εἰρήνης.¶
وَكَانَ قَدْ أُوحِيَ إِلَيْهِ بِالرُّوحِ الْقُدُسِ أَنَّهُ لاَ يَرَى الْمَوْتَ قَبْلَ أَنْ يَرَى مَسِيحَ الرَّبِّ.
καὶ ; ἦν κεχρηματισμένον αὐτῷ ὑπὸ ; τοῦ ; πνεύματος τοῦ ; ἁγίου μὴ ἰδεῖν θάνατον πρὶν ἢ ἴδῃ τὸν ; χριστὸν κυρίου
حَقًّا أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّ مِنَ الْقِيَامِ ههُنَا قَوْمًا لاَ يَذُوقُونَ الْمَوْتَ حَتَّى يَرَوْا مَلَكُوتَ اللهِ.
ἀληθῶς λέγω ὑμῖν εἰσίν τινες ; τῶν ἑστηκότων ὧδε οἳ οὐ ; μὴ γεύσονται θανάτου ἕως ἂν ; ἴδωσιν τὴν ; βασιλείαν τοῦ ; θεοῦ.¶
فَقَالَ لَهُ: يَا رَبُّ، إِنِّي مُسْتَعِدٌّ أَنْ أَمْضِيَ مَعَكَ حَتَّى إِلَى السِّجْنِ وَإِلَى الْمَوْتِ..
ὁ ; δὲ ; εἶπεν αὐτῷ· κύριε, εἰμι ἕτοιμός πορεύεσθαι. μετὰ ; σοῦ καὶ ; εἰς φυλακὴν καὶ ; εἰς θάνατον
وَلاَ هِيرُودُسُ لأَنِّي أَرْسَلْتُكُمْ إِلَيْهِ. وَهَا لاَ شَيْءَ يَسْتَحِقُّ الْمَوْتَ صُنِعَ مِنْهُ.
ἀλλ᾽ ; οὐδὲ Ἡρῴδης· γὰρ ἀνέπεμψα; ὑμᾶς αὐτὸν ; πρὸς καὶ ; ἰδοὺ οὐδὲν ἄξιον θανάτου ἐστὶν ; πεπραγμένον αὐτῷ.
فَقَالَ لَهُمْ ثَالِثَةً: فَأَيَّ شَرّ عَمِلَ هذَا. إِنِّي لَمْ أَجِدْ فِيهِ عِلَّةً لِلْمَوْتِ، فَأَنَا أُؤَدِّبُهُ وَأُطْلِقُهُ.
Ὁ ; δὲ ; εἶπεν πρὸς ; αὐτούς· τρίτον τί ; γὰρ κακὸν ἐποίησεν οὗτος; οὐδὲν εὗρον ἐν ; αὐτῷ. αἴτιον θανάτου οὖν παιδεύσας ; αὐτὸν ἀπολύσω.
كَيْفَ أَسْلَمَهُ رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ وَحُكَّامُنَا لِقَضَاءِ الْمَوْتِ وَصَلَبُوهُ.
ὅπως ; τε παρέδωκαν ; αὐτὸν οἱ ; ἀρχιερεῖς καὶ ; οἱ ; ἄρχοντες ; ἡμῶν εἰς ; κρίμα θανάτου καὶ ; ἐσταύρωσαν ; αὐτόν.
اَلْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّ مَنْ يَسْمَعُ كَلاَمِي وَيُؤْمِنُ بِالَّذِي أَرْسَلَنِي فَلَهُ حَيَاةٌ أَبَدِيَّةٌ، وَلاَ يَأْتِي إِلَى دَيْنُونَةٍ، بَلْ قَدِ انْتَقَلَ مِنَ الْمَوْتِ إِلَى الْحَيَاةِ.
Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ὁ ἀκούων τὸν ; λόγον ; μου καὶ ; πιστεύων τῷ πέμψαντί ; με ἔχει ζωὴν αἰώνιον καὶ ; οὐκ ἔρχεται, εἰς κρίσιν ἀλλὰ μεταβέβηκεν ἐκ θανάτου εἰς τὴν ; ζωήν.¶
اَلْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنْ كَانَ أَحَدٌ يَحْفَظُ كَلاَمِي فَلَنْ يَرَى الْمَوْتَ إِلَى الأَبَدِ.
Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν· ἐάν τις τὸν ; τηρήσῃ, τὸν ; ἐμὸν ; λόγον θάνατον ; οὐ θεωρήσῃ θάνατον εἰς τὸν ; αἰῶνα.¶
فَقَالَ لَهُ الْيَهُودُ: الآنَ عَلِمْنَا أَنَّ بِكَ شَيْطَانًا. قَدْ مَاتَ إِبْرَاهِيمُ وَالأَنْبِيَاءُ، وَأَنْتَ تَقُولُ: إِنْ كَانَ أَحَدٌ يَحْفَظُ كَلاَمِي فَلَنْ يَذُوقَ الْمَوْتَ إِلَى الأَبَدِ.
Εἶπον ; οὖν αὐτῷ οἱ ; Ἰουδαῖοι· νῦν ἐγνώκαμεν ὅτι ἔχεις. δαιμόνιον ἀπέθανεν Ἀβραὰμ καὶ ; οἱ ; προφῆται, καὶ ; σὺ λέγεις· ἐάν τις τηρήσῃ, τὸν ; λόγον ; μου οὐ ; μὴ γεύσεται θανάτου εἰς τὸν ; αἰῶνα.
فَلَمَّا سَمِعَ يَسُوعُ، قَالَ: هذَا الْمَرَضُ لَيْسَ لِلْمَوْتِ، بَلْ لأَجْلِ مَجْدِ اللهِ، لِيَتَمَجَّدَ ابْنُ اللهِ بِهِ.
δὲ Ἀκούσας ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν· αὕτη ἡ ; ἀσθένεια οὐκ ; ἔστιν πρὸς ; θάνατον ἀλλ᾽ ὑπὲρ τῆς ; δόξης τοῦ ; θεοῦ ἵνα ; δοξασθῇ ὁ ; υἱὸς τοῦ ; θεοῦ δι᾽ ; αὐτῆς.¶
قَالَ هذَا مُشِيرًا إِلَى أَيَّةِ مِيتَةٍ كَانَ مُزْمِعًا أَنْ يَمُوتَ.
δὲ ; ἔλεγεν τοῦτο σημαίνων ποίῳ θανάτῳ ἤμελλεν ἀποθνῄσκειν.¶
لِيَتِمَّ قَوْلُ يَسُوعَ الَّذِي قَالَهُ مُشِيرًا إِلَى أَيَّةِ مِيتَةٍ كَانَ مُزْمِعًا أَنْ يَمُوتَ.
ἵνα ; πληρωθῇ ὁ ; λόγος τοῦ ; Ἰησοῦ ὃν εἶπεν σημαίνων ποίῳ θανάτῳ ἤμελλεν ἀποθνῄσκειν.¶
قَالَ هذَا مُشِيرًا إِلَى أَيَّةِ مِيتَةٍ كَانَ مُزْمِعًا أَنْ يُمَجِّدَ اللهَ وَلَمَّا قَالَ هذَا قَالَ لَهُ: اتْبَعْنِي.
δὲ ; εἶπεν τοῦτο σημαίνων ποίῳ θανάτῳ δοξάσει τὸν ; θεόν. καὶ ; εἰπὼν τοῦτο λέγει αὐτῷ· ἀκολούθει ; μοι.¶
اَلَّذِي أَقَامَهُ اللهُ نَاقِضًا أَوْجَاعَ الْمَوْتِ، إِذْ لَمْ يَكُنْ مُمْكِنًا أَنْ يُمْسَكَ مِنْهُ.
ὃν ἀνέστησεν ὁ ; θεὸς λύσας τὰς ; ὠδῖνας τοῦ ; θανάτου, καθότι οὐκ ἦν δυνατὸν κρατεῖσθαι ; αὐτὸν ὑπ᾽ ; αὐτοῦ.¶
وَمَعْ أَنَّهُمْ لَمْ يَجِدُوا عِلَّةً لِلْمَوْتِ طَلَبُوا مِنْ بِيلاَطُسَ أَنْ يُقْتَلَ.
καὶ μηδεμίαν εὑρόντες αἰτίαν θανάτου ᾐτήσαντο Πιλᾶτον ἀναιρεθῆναι ; αὐτόν.
وَاضْطَهَدْتُ هذَا الطَّرِيقَ حَتَّى الْمَوْتِ، مُقَيِّدًا وَمُسَلِّمًا إِلَى السُّجُونِ رِجَالاً وَنِسَاءً،
ὃς ; ἐδίωξα ταύτην τὴν ; ὁδὸν ἄχρι θανάτου δεσμεύων καὶ ; παραδιδοὺς εἰς φυλακὰς ἄνδρας ; τε καὶ ; γυναῖκας,
فَوَجَدْتُهُ مَشْكُوًّا عَلَيْهِ مِنْ جِهَةِ مَسَائِلِ نَامُوسِهِمْ. وَلكِنَّ شَكْوَى تَسْتَحِقُّ الْمَوْتَ أَوِ الْقُيُودَ لَمْ تَكُنْ
ὃν ; εὗρον ἐγκαλούμενον περὶ ζητημάτων τοῦ ; νόμου ; αὐτῶν, δὲ ἔγκλημα. ἄξιον θανάτου ἢ δεσμῶν μηδὲν ἔχοντα