ك
إصحاح
G2089
G2090. hetoimázō
G2091
المعنى المختصر للكلمة
hetoimázō: to prepare
اللفظ الأصلي ἑτοιμάζω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق hetoimázō (het-oy-mad-zo)
تكرار الورود في الكتاب 39 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

to prepare

الإنجليزية — KJV Translation Tags
prepare provide make ready

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἑτοιμάσατε (6×) ἑτοιμάσαι (4×) ἡτοίμασεν (3×) καὶ ; ἡτοίμασαν (3×) ἡτοίμασαν (2×) ἡτοιμασμένην (2×) ἡτοίμασται.¶ (1×) ἡτοίμασται (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (39 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَإِنَّ هذَا هُوَ الَّذِي قِيلَ عَنْهُ بِإِشَعْيَاءَ النَّبِيِّ الْقَائِلِ: صَوْتُ صَارِخٍ فِي الْبَرِّيَّةِ: أَعِدُّوا طَرِيقَ الرَّبِّ. اصْنَعُوا سُبُلَهُ مُسْتَقِيمَةً.
γάρ οὗτος ἐστιν ῥηθεὶς ; ὁ ὑπὸ; Ἠσαΐου τοῦ ; προφήτου λέγοντος· φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ; ἐρήμῳ ἑτοιμάσατε τὴν ; ὁδὸν κυρίου, ποιεῖτε τὰς ; τρίβους ; αὐτοῦ.¶ εὐθείας
متى 20: 23 Mat.20.23
فَقَالَ لَهُمَا: أَمَّا كَأْسِي فَتَشْرَبَانِهَا، وَبِالصِّبْغَةِ الَّتِي أَصْطَبِغُ بِهَا أَنَا تَصْطَبِغَانِ. وَأَمَّا الْجُلُوسُ عَنْ يَمِيني وَعَنْ يَسَارِي فَلَيْسَ لِي أَنْ أُعْطِيَهُ إِلاَّ لِلَّذِينَ أُعِدَّ لَهُمْ مِنْ أَبِي.
Καὶ ; λέγει αὐτοῖς· τὸ ; μὲν ποτήριόν ; μου πίεσθε καὶ ; τὸ ; βάπτισμα ὃ βαπτίζομαι ἐγὼ βαπτισθήσεσθε, δὲ τὸ ; καθίσαι ἐκ δεξιῶν ; μου καὶ ; ἐξ εὐωνύμων ; μου οὐκ ἔστιν ; ἐμὸν δοῦναι, ἀλλ᾽ οἷς ἡτοίμασται ὑπὸ τοῦ ; πατρός ; μου.¶
فَأَرْسَلَ أَيْضًا عَبِيدًا آخَرِينَ قَائِلاً: قُولُوا لِلْمَدْعُوِّينَ: هُوَذَا غَدَائِي أَعْدَدْتُهُ. ثِيرَانِي وَمُسَمَّنَاتِي قَدْ ذُبِحَتْ، وَكُلُّ شَيْءٍ مُعَدٌّ. تَعَالَوْا إِلَى الْعُرْسِ.
ἀπέστειλεν πάλιν δούλους ἄλλους λέγων· εἴπατε τοῖς ; κεκλημένοις· ἰδοὺ τὸ ; ἄριστόν ; μου ἡτοίμασα οἱ ; ταῦροί ; μου καὶ ; τὰ ; σιτιστὰ τεθυμένα, καὶ ; πάντα ἕτοιμα· δεῦτε εἰς τοὺς ; γάμους.
متى 25: 34 Mat.25.34
ثُمَّ يَقُولُ الْمَلِكُ لِلَّذِينَ عَنْ يَمِينِهِ: تَعَالَوْا يَا مُبَارَكِي أَبِي، رِثُوا الْمَلَكُوتَ الْمُعَدَّ لَكُمْ مُنْذُ تَأْسِيسِ الْعَالَمِ.
Τότε ἐρεῖ ὁ ; βασιλεὺς τοῖς ἐκ δεξιῶν ; αὐτοῦ· δεῦτε εὐλογημένοι ; οἱ τοῦ ; μου, ; πατρός κληρονομήσατε τὴν ; βασιλείαν ἡτοιμασμένην ὑμῖν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου.
متى 25: 41 Mat.25.41
ثُمَّ يَقُولُ أَيْضًا لِلَّذِينَ عَنِ الْيَسَارِ: اذْهَبُوا عَنِّي يَا مَلاَعِينُ إِلَى النَّارِ الأَبَدِيَّةِ الْمُعَدَّةِ لإِبْلِيسَ وَمَلاَئِكَتِهِ،
Τότε ἐρεῖ καὶ τοῖς ἐξ εὐωνύμων· πορεύεσθε ἀπ᾽ ; ἐμοῦ οἱ ; κατηραμένοι εἰς τὸ ; πῦρ τὸ ; αἰώνιον τὸ ; ἡτοιμασμένον τῷ ; διαβόλῳ καὶ ; τοῖς ; ἀγγέλοις ; αὐτοῦ.
متى 26: 17 Mat.26.17
وَفِي أَوَّلِ أَيَّامِ الْفَطِيرِ تَقَدَّمَ التَّلاَمِيذُ إِلَى يَسُوعَ قَائِلِينَ لَهُ: أَيْنَ تُرِيدُ أَنْ نُعِدَّ لَكَ لِتَأْكُلَ الْفِصْحَ.
Τῇ ; δὲ πρώτῃ τῶν ; ἀζύμων προσῆλθον οἱ ; μαθηταὶ τῷ ; Ἰησοῦ λέγοντες αὐτῷ· ποῦ θέλεις ἑτοιμάσωμέν σοι φαγεῖν τὸ ; πάσχα;¶
متى 26: 19 Mat.26.19
فَفَعَلَ التَّلاَمِيذُ كَمَا أَمَرَهُمْ يَسُوعُ وَأَعَدُّوا الْفِصْحَ.
καὶ ; ἐποίησαν οἱ ; μαθηταὶ ὡς συνέταξεν ; αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς, καὶ ; ἡτοίμασαν τὸ ; πάσχα.¶
صَوْتُ صَارِخٍ فِي الْبَرِّيَّةِ: أَعِدُّوا طَرِيقَ الرَّبِّ، اصْنَعُوا سُبُلَهُ مُسْتَقِيمَةً.
φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ; ἐρήμῳ ἑτοιμάσατε τὴν ; ὁδὸν κυρίου, ποιεῖτε τὰς ; τρίβους ; αὐτοῦ.¶ εὐθείας
وَأَمَّا الْجُلُوسُ عَنْ يَمِينِي وَعَنْ يَسَارِي فَلَيْسَ لِي أَنْ أُعْطِيَهُ إِلاَّ لِلَّذِينَ أُعِدَّ لَهُمْ.
δὲ τὸ ; καθίσαι ἐκ δεξιῶν ; μου καὶ; ἐξ εὐωνύμων ; μου οὐκ ἔστιν ; ἐμὸν δοῦναι ἀλλ᾽ οἷς ἡτοίμασται.¶
وَفِي الْيَوْمِ الأَوَّلِ مِنَ الْفَطِيرِ. حِينَ كَانُوا يَذْبَحُونَ الْفِصْحَ، قَالَ لَهُ تَلاَمِيذُهُ: أَيْنَ تُرِيدُ أَنْ نَمْضِيَ وَنُعِدَّ لِتَأْكُلَ الْفِصْحَ.
Καὶ ; τῇ ἡμέρᾳ πρώτῃ τῶν ; ἀζύμων, ὅτε ἔθυον, τὸ ; πάσχα λέγουσιν αὐτῷ οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ· ποῦ θέλεις ἀπελθόντες ἑτοιμάσωμεν ἵνα ; φάγῃς τὸ ; πάσχα;
فَهُوَ يُرِيكُمَا عِلِّيَّةً كَبِيرَةً مَفْرُوشَةً مُعَدَّةً. هُنَاكَ أَعِدَّا لَنَا.
καὶ ; αὐτὸς ὑμῖν ; δείξει ἀνάγαιον μέγα ἐστρωμένον ἕτοιμον· ἐκεῖ ἑτοιμάσατε ἡμῖν.
فَخَرَجَ تِلْمِيذَاهُ وَأَتَيَا إِلَى الْمَدِينَةِ، وَوَجَدَا كَمَا قَالَ لَهُمَا. فَأَعَدَّا الْفِصْحَ.
καὶ ; ἐξῆλθον οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ καὶ ; ἦλθον εἰς τὴν ; πόλιν καὶ ; εὗρον καθὼς εἶπεν αὐτοῖς καὶ ; ἡτοίμασαν τὸ ; πάσχα.¶
وَيَتَقَدَّمُ أَمَامَهُ بِرُوحِ إِيلِيَّا وَقُوَّتِهِ، لِيَرُدَّ قُلُوبَ الآبَاءِ إِلَى الأَبْنَاءِ، وَالْعُصَاةَ إِلَى فِكْرِ الأَبْرَارِ، لِكَيْ يُهَيِّئَ لِلرَّبِّ شَعْبًا مُسْتَعِدًّا.
καὶ ; αὐτὸς ; προελεύσεται ἐνώπιον ; αὐτοῦ ἐν ; πνεύματι Ἠλίου καὶ ; δυνάμει ἐπιστρέψαι καρδίας πατέρων ἐπὶ τέκνα καὶ ; ἀπειθεῖς ἐν φρονήσει δικαίων, ἑτοιμάσαι κυρίῳ λαὸν κατεσκευασμένον.¶
وَأَنْتَ أَيُّهَا الصَّبِيُّ نَبِيَّ الْعَلِيِّ تُدْعَى، لأَنَّكَ تَتَقَدَّمُ أَمَامَ وَجْهِ الرَّبِّ لِتُعِدَّ طُرُقَهُ.
Καὶ ; σὺ παιδίον, προφήτης ὑψίστου κληθήσῃ· γὰρ προπορεύσῃ πρὸ προσώπου κυρίου ἑτοιμάσαι ὁδοὺς ; αὐτοῦ,
الَّذِي أَعْدَدْتَهُ قُدَّامَ وَجْهِ جَمِيعِ الشُّعُوبِ.
ἡτοίμασας κατὰ πρόσωπον πάντων τῶν ; λαῶν,
كَمَا هُوَ مَكْتُوبٌ فِي سِفْرِ أقْوَالِ إِشَعْيَاءَ النَّبِيِّ الْقَائِلِ: صَوْتُ صَارِخٍ فِي الْبَرِّيَّةِ: أَعِدُّوا طَرِيقَ الرَّبِّ، اصْنَعُوا سُبُلَهُ مُسْتَقِيمَةً.
ὡς γέγραπται ἐν βίβλῳ λόγων Ἠσαΐου τοῦ ; προφήτου λέγοντος· φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ; ἐρήμῳ ἑτοιμάσατε τὴν ; ὁδὸν κυρίου, ποιεῖτε τὰς ; τρίβους ; αὐτοῦ. εὐθείας
وَأَرْسَلَ أَمَامَ وَجْهِهِ رُسُلاً، فَذَهَبُوا وَدَخَلُوا قَرْيَةً لِلسَّامِرِيِّينَ حَتَّى يُعِدُّوا لَهُ.
καὶ ; ἀπέστειλεν πρὸ προσώπου ; αὐτοῦ. ἀγγέλους καὶ ; πορευθέντες εἰσῆλθον εἰς ; κώμην Σαμαριτῶν ὥστε ἑτοιμάσαι αὐτῷ.
فَقَالَ لَهُ اللهُ: يَا غَبِيُّ. هذِهِ اللَّيْلَةَ تُطْلَبُ نَفْسُكَ مِنْكَ، فَهذِهِ الَّتِي أَعْدَدْتَهَا لِمَنْ تَكُونُ.
εἶπεν ; δὲ αὐτῷ ὁ ; θεός· ἄφρων, ταύτῃ τῇ ; νυκτὶ ἀπαιτοῦσιν τὴν ; ψυχήν ; σου ἀπὸ ; σοῦ. ἃ ; δὲ ἡτοίμασας, τίνι ἔσται;
وَأَمَّا ذلِكَ الْعَبْدُ الَّذِي يَعْلَمُ إِرَادَةَ سَيِّدِهِ وَلاَ يَسْتَعِدُّ وَلاَ يَفْعَلُ بحَسَبِ إِرَادَتِهِ، فَيُضْرَبُ كَثِيرًا.
δὲ Ἐκεῖνος ὁ ; δοῦλος ὁ γνοὺς τὸ ; θέλημα τοῦ ; κυρίου ; ἑαυτοῦ καὶ ; μὴ ἑτοιμάσας μηδὲ ποιήσας πρὸς τὸ ; θέλημα ; αὐτοῦ δαρήσεται πολλάς.
بَلْ أَلاَ يَقُولُ لَهُ: أَعْدِدْ مَا أَتَعَشَّى بِهِ، وَتَمَنْطَقْ وَاخْدِمْنِي حَتَّى آكُلَ وَأَشْرَبَ، وَبَعْدَ ذلِكَ تَأْكُلُ وَتَشْرَبُ أَنْتَ.
ἀλλ᾽ οὐχὶ ἐρεῖ αὐτῷ· ἑτοίμασον τί δειπνήσω, καὶ ; περιζωσάμενος διακόνει ; μοι ἕως φάγω καὶ ; πίω, καὶ ; μετὰ ταῦτα φάγεσαι καὶ ; πίεσαι σύ;
فَأَرْسَلَ بُطْرُسَ وَيُوحَنَّا قَائِلاً: اذْهَبَا وَأَعِدَّا لَنَا الْفِصْحَ لِنَأْكُلَ.
καὶ ; ἀπέστειλεν Πέτρον καὶ ; Ἰωάννην εἰπών· πορευθέντες ἑτοιμάσατε ἡμῖν τὸ ; πάσχα ἵνα ; φάγωμεν.
فَقَالاَ لَهُ: أَيْنَ تُرِيدُ أَنْ نُعِدَّ..
οἱ ; δὲ ; εἶπαν αὐτῷ· ποῦ θέλεις ἑτοιμάσωμεν;
فَذَاكَ يُرِيكُمَا عِلِّيَّةً كَبِيرَةً مَفْرُوشَةً. هُنَاكَ أَعِدَّا.
κἀκεῖνος δείξει ; ὑμῖν ἀνάγαιον μέγα ἐστρωμένον· ἐκεῖ ἑτοιμάσατε.
فَانْطَلَقَا وَوَجَدَا كَمَا قَالَ لَهُمَا، فَأَعَدَّا الْفِصْحَ.
ἀπελθόντες ; δὲ εὗρον καθὼς εἴρηκεν αὐτοῖς, καὶ ; ἡτοίμασαν τὸ ; πάσχα.
فَرَجَعْنَ وَأَعْدَدْنَ حَنُوطًا وَأَطْيَابًا. وَفِي السَّبْتِ اسْتَرَحْنَ حَسَبَ الْوَصِيَّةِ.
ὑποστρέψασαι ; δὲ ἡτοίμασαν ἀρώματα καὶ ; μύρα καὶ ; τὸ ; μὲν σάββατον ἡσύχασαν κατὰ τὴν ; ἐντολήν.¶
ثُمَّ فِي أَوَّلِ الأُسْبُوعِ، أَوَّلَ الْفَجْرِ، أَتَيْنَ إِلَى الْقَبْرِ حَامِلاَتٍ الْحَنُوطَ الَّذِي أَعْدَدْنَهُ، وَمَعَهُنَّ أُنَاسٌ.
δὲ Τῇ ; μιᾷ τῶν ; σαββάτων βαθέως ὄρθρου ἦλθον ἐπὶ τὸ ; μνῆμα φέρουσαι ἀρώματα ἃ ἡτοίμασαν καί ; σὺν ; αὐταῖς. τινές
فِي بَيْتِ أَبِي مَنَازِلُ كَثِيرَةٌ، وَإِلاَّ فَإِنِّي كُنْتُ قَدْ قُلْتُ لَكُمْ. أَنَا أَمْضِي لأُعِدَّ لَكُمْ مَكَانًا،
ἐν τῇ ; οἰκίᾳ τοῦ ; πατρός ; μου μοναὶ πολλαί εἰ ; δὲ ; μή, εἶπον ; ἂν ὑμῖν· πορεύομαι ἑτοιμάσαι ὑμῖν. τόπον
وَإِنْ مَضَيْتُ وَأَعْدَدْتُ لَكُمْ مَكَانًا آتِي أَيْضًا وَآخُذُكُمْ إِلَيَّ، حَتَّى حَيْثُ أَكُونُ أَنَا تَكُونُونَ أَنْتُمْ أَيْضًا،
καὶ ; ἐὰν πορευθῶ καὶ ; ἑτοιμάσω ὑμῖν, τόπον ἔρχομαι πάλιν καὶ ; παραλήμψομαι ; ὑμᾶς πρὸς ; ἐμαυτόν, ἵνα ὅπου εἰμὶ ἐγὼ ἦτε. ὑμεῖς καὶ
ثُمَّ دَعَا اثْنَيْنِ مِنْ قُوَّادِ الْمِئَاتِ وَقَالَ: أَعِدَّا مِئَتَيْ عَسْكَرِيٍّ لِيَذْهَبُوا إِلَى قَيْصَرِيَّةَ، وَسَبْعِينَ فَارِسًا وَمِئَتَيْ رَامِحٍ، مِنَ السَّاعَةِ الثَّالِثَةِ مِنَ اللَّيْلِ.
Καὶ προσκαλεσάμενος δύο ; τινὰς τῶν ἑκατονταρχῶν εἶπεν· ἑτοιμάσατε διακοσίους στρατιώτας ὅπως ; πορευθῶσιν ἕως Καισαρείας καὶ ; ἑβδομήκοντα ἱππεῖς καὶ ; διακοσίους δεξιολάβους ἀπὸ ὥρας τρίτης τῆς νυκτός,
بَلْ كَمَا هُوَ مَكْتُوبٌ: مَا لَمْ تَرَ عَيْنٌ، وَلَمْ تَسْمَعْ أُذُنٌ، وَلَمْ يَخْطُرْ عَلَى بَالِ إِنْسَانٍ: مَا أَعَدَّهُ اللهُ لِلَّذِينَ يُحِبُّونَهُ.
ἀλλὰ καθὼς γέγραπται· ἃ ; οὐκ εἶδεν ὀφθαλμὸς καὶ ; οὐκ ἤκουσεν οὖς καὶ ; οὐκ ἀνέβη, ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου ἃ ἡτοίμασεν ὁ ; θεὸς τοῖς ἀγαπῶσιν ; αὐτόν.¶